Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί [Γ']



Η γαϊδουροκεφαλή ως μπούσουλας

Μέσα στα αναγνώσματα των ημερών ανατρέχω ξανά στο «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Π.Σ.Δέλτα με πρώτη δημοσίευση το 1910. Σταματώ στην ανάγνωση δεκάδες φορές. Αντιγράφω δυο σημεία μόνο. Είναι αρκετά. Για την ευτέλεια του ελλαδικού πολιτικού πράγματος φτάνουν και περισσεύουν. Το σχολειό από τη μια, η γαϊδουροκεφαλή από την άλλη. Αφιερωμένο το κείμενο σε αυτούς που δε θα το διαβάσουν. Αφιερωμένο σε αυτούς, χάρη στους οποίους ατενίζω κάθε μέρα χάσκοντα τα ράφια της Σχολικής Βιβλιοθήκης μου. Γιατί και πώς να φτάσουν βιβλία εδώ και πώς να περισσέψουν χρήματα και κονδύλια, αφού όλα γίναν προεκλογικά φυλλάδια. Και τα βιβλία, κομήτες, που πρέπει να συντρέξουν ειδικοί αστρονομικοί νόμοι, για να βρεθούν στα ράφια. Εδώ και χρόνια όλα γίνονται ασύδοτος προεκλογικός αγώνας. Ανά δυο-τρία χρόνια μετράμε εκλογές και πληρώνουμε εκλογές και μας παραμυθιάζουν με την οικονομική κρίση και καλά μας κάνουν, γιατί βολεμένοι είμαστε όλοι και μασάμε. Καλά μας κάνουν. Τα θέλουμε και τα παθαίνουμε. Από πίσω τους έρπουμε και σαν ερπετά και μεις σερνόμαστε και σαν τους γυμνοσάλιαγκες γλείφουμε και προχωράμε, λίγα αποφάγια να αρπάξουμε. Καλά μας κάνουν. Να βολευτούμε, να βολέψουμε και κανένα δικό μας, αρμεγμένοι είναι οι ψήφοι κι εμείς πουλιόμαστε και αυτοί μας πουλάνε. Καλά μας κάνουν.

Έρχεται, όμως, η Δέλτα από μακριά, 100 χρόνια πριν το Παραμύθι, να μιλήσει για το εξαθλιωμένο σήμερα. Και σταματώ στο ρημαγμένο «Σχολείο του Κράτους» και μεταφέρω την εικόνα που δίνει και παρακαλώ, ανατρέξτε και σεις και μνημονεύστε την. Γιατί το «Σχολείο του Κράτους» εκείνου του βασιλείου έρχεται ως εξάγγελος του ρημαδιού που ζούμε σήμερα στα σχολειά. Τον θλιβερό δάσκαλο που ξυπνά μόνο, όταν είναι να ψελλίσει το δικό του δίκιο, το δίκιο της τσέπης και της κοιλιάς, τον γνωρίζω και τον αναγνωρίζω. Μπορείς να τον πεις και ξεπεσμένο συνδικαλιστή. Μπορείς να τον πεις και τυχάρπαστο πρωτοπόρο στις πορείες και στις τυχόν διαμαρτυρίες και στις εύκολες συγκεντρώσεις να αντιστέκεται δήθεν, απ’ έξω από γραφεία να δημοσιοσχετίζεται ή μέσα σε καφέδες να βολοδέρνει και να χαζολογά. Την τάξη τη βλέπει με το κιάλι, μα προασπίζεται, όπως κι ο κάθε συνδικαλιστής, άλλωστε, το δίκιο των άλλων. Των μάχιμων. Γιατί οι μάχιμοι απογοητεύτηκαν και έπιασαν το ράφι και βρήκαν ευκαιρία οι φελλοί να επιπλεύσουν. Βρήκε και αυτός την ευκαιρία που ζητούσε, μια που τον ψηφίζουμε κάθε τόσο για το κοινό καλό, άδραξε την ευκαιρία και άραξε και κάποτε τον βολεύουν και οι συνθήκες και κάνει δήθεν αντίσταση. Καλά κάνει ο άνθρωπος, πρέπει κι αυτός να υπάρξει σε αυτή τη ζωή. Όλοι ψάχνουν ευκαιρία και λόγο ύπαρξης, δηλ. επιφάνειας. Από αυτόν, λοιπόν, θα ακούσεις τα παρακάτω: «Ε, ναι! Δεν τους κάνω μάθημα! Σα να είναι κι εύκολο να κάνει κανείς εκείνο που πρέπει σε τούτο τον τόπο! Μ’ έβαλε το Κράτος δάσκαλο, και μου παραδίνει τα παιδιά του να τους μάθω γράμματα. Μα ξεχνά να με πληρώσει, ξεχνά πως έχω ανάγκες κι εγώ, πως πρέπει και να φάγω και να ντυθώ! Έρχονται τα παιδιά, μα δεν τους κάνω μάθημα. Τα βάζω στο περιβόλι να σκάβουν, για να βγάλω το ψωμί μου, και τα στέλνω στο δάσος να μου μαζέψουν πότε φράουλες, πότε κούμαρα ή άλλα φρούτα της εποχής. Είμαι άνθρωπος κι εγώ! Κι εγώ πρέπει να ζήσω!». Και αποφασίζει να ζήσει στην καμπούρα των ψηφοφόρων. Είτε ως δάσκαλος-συνδικαλιστής είτε και ως σκέτος συνδικαλιστής σε καμπούρα απαγκιάζει για δεκαετίες. Καλά κάνει ο άνθρωπος. Ο καθένας ό,τι βολεύεται κάνει. Εξαιρούνται οι εξαιρέσεις. Και το επαναλαμβάνω με το χέρι στην καρδιά: εξαιρούνται οι εξαιρέσεις. Αν κάτι ακόμα στέκεται ορθό, οφείλεται σε αυτούς. Και τους σέβομαι απόλυτα.

Και βούρκωνε ο δάσκαλος, ίσως και από την ενοχή του, ίσως και για να πείσει, για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, γιατί κατά βάθος ήξερε πως είχε κομμάτι του δίκαιου δικό του και δεν το είχε ολόκληρο. «Το χρέος σου δεν το κάνεις» τον επιτιμά το Βασιλόπουλο και κείνος αγανακτεί, μα λέει και την πικρή αλήθεια: «Σα να είναι κι εύκολο! Είσαι παιδί! Δεν ξέρεις τι θα πει ζωή, και το νομίζεις απλό κι εύκολο να κάνεις το καθήκον σου, όταν είναι να δουλεύεις χωρίς απολαβή, για ξένο όφελος! Μα για να κάνεις το καθήκον σου, παιδί μου, χρειάζεται κάποτε ηρωική αυτοθυσία. Και όλοι δεν είναι ήρωες στον κόσμο». Σωστά, δεν είναι όλοι ήρωες σ' αυτόν τον κόσμο.

Η αυτοθυσία, λοιπόν. Λέξη-κλειδί για το σήμερα. Και εισβάλλει -πάντα εισβάλλει- ο στιχουργικός λόγος του Σαββόπουλου για αυτόν τον τόπο: «Γιατί ό,τι αγαπήσαμε και ό,τι ονειρευτήκαμε εξακολουθεί να επαφίεται στον πατριωτισμό μας». Οι εξαιρέσεις που λέγαμε. Ο πατριωτισμός της καθημερινότητας και ο ηρωισμός των καθημερινών ανθρώπων. Αυτών που κάνουν συνειδητά τη δουλειά τους. Οι σεμνοί και αφανέρωτοι ήρωες. Οι μάρτυρες του σήμερα. Και τότε θυμάται το Βασιλόπουλο τα λόγια της Γνώσης πως «δουλεύοντας για το γενικό καλό ωφελούμε τον εαυτό μας στο τέλος». «Φοβούμαι» όμως λέει «πως στον τόπο μας κανένας δεν το έμαθε αυτό. Ο καθένας μας γυρεύει μόνο το δικό του το συμφέρον ή τουλάχιστον τη δική του ησυχία…. […] Γιατί και μεις ίδιοι είμαστε. Ούτε συ ούτε εγώ ούτε κανένας μας δεν εκάναμε ποτέ τίποτα για το γενικό καλό….γι’ αυτό καταστράφηκε το Κράτος…..».

Στο προεκλογικό λοιπόν χαρτομάνι, ας κάνει κάποιος τον κόπο να φωτοτυπήσει τις παραπάνω αράδες από το «Παραμύθι χωρίς όνομα», μπας και ξυπνήσουν οι κοιμισμένοι-βολεμένοι-αραχτοί του καναπέ Νεοέλληνες. Γιατί κάποτε αρκεί η αλήθεια ενός ανθρώπου, η βιωματική ύλη του, όταν γίνεται γραφή, να αφοπλίσει και να αφυπνίσει τους κατοπινούς. Όταν γράφεις από καρδιάς, όπως έγραφε η Δέλτα, όταν γράφεις και σπαταλιέσαι, όταν γράφεις και απεκδύεσαι τα όποια προσωπεία σου, τότε, ναι, γίνεσαι επικίνδυνος. Όλα τα άλλα, άπειρη και ασυγχώρητη σπατάλη φαντάζουν. Πρέπει να κοπάσουμε, λοιπόν, και εμείς τα φουριόζικα λόγια και να δοκιμάσουμε τη σιωπή. Ή, αν αποφασίσουμε να σπαταληθούμε, να αξίζει τον κόπο. Who cares? θα πουν οι αγγλομαθείς και καλά θα κάνουν. Who cares, θα πω κι εγώ με τη σειρά μου και θα αυτολογοκριθώ. Άπειρα λόγια εκσφενδονίζουμε μονίμως και είμαστε αδιόρθωτοι.

Μα θα σωπάσω έπειτα. Τώρα με κατατρέχει η γαϊδουροκεφαλή και με τρώει το χέρι μου να τη στείλω στο διαδίκτυο, αφιερωμένη και αυτήν, σε αυτούς εκεί πάνω, μα και σε μας εδώ κάτω, γιατί όλοι τα ίδια μούτρα έχουμε. Έρχεται, λοιπόν, η γαϊδουροκεφαλή μέσα στο «Παραμύθι». Το γαϊδουρίσιο εκείνο κεφάλι, η απόλυτη προσβολή που έγινε -όχι άδικα- στον Βασιλέα του ρημαγμένου κράτους του «Παραμυθιού», καθώς αποδείχτηκε ανάξιος των προσδοκιών. Η γαϊδουροκεφαλή, που στάλθηκε ως το Μνημόνιο στον Βασιλέα από τον θείο του, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε. -γιατί όχι;-, για να τον χλευάσει και να περιπαίξει την αναξιότητά του. Ο Βασιλέας κλονίστηκε και ήταν η αρχή για να συνετιστεί. Διέταξε να την πετάξουν, να την αφανίσουν, μπρος του να μην τη βλέπει και θυμάται. Να μη θυμάται την επιστολή που τη συνόδευε:

«Πολυτρανότατε Βασιλιά και ανεψιέ.

Με χαρά μεγάλη έμαθα τα νέα σου, και πως δεν πάνε τα πράματα πρίμα στο βασίλειό σου. Κι έτσι μου παρουσιάζεται και μένα η περίσταση να σου φανώ χρήσιμος και να σου στείλω ένα δώρο. Σκέφθηκα πως αν σου στείλω φλουριά, θα τα ξοδιάσεις και θα τελειώσουν. Αν σου στείλω φαγιά, ψημένα ή άψητα, θα φαγωθούν και πάλι θα τελειώσουν. Αν σου στείλω φορέματα, θα λιώσουν. Λοιπόν σου στέλνω ένα δώρο που θα σου μείνει πάντα, δώρο ανάλογο με την αξία σου, πολυτρανότατε Βασιλιά και ανεψιέ, δώρο τέτοιο που, μόλις το δεις, θα νιώσεις πόσο μεγάλη υπόληψη έχω για σένα, και θα καταλάβεις τι σημασία έχει η ύπαρξή σου στον κόσμο.

Ο Άρχοντας θείος σου
»

Και τότε έρχεται το Βασιλόπουλο: «Όχι! Πατέρα μου και Βασιλιά μου, άλλαξε τη διαταγή σου και άφησέ με, απεναντίας, να το βάλω εκεί που θα το βλέπομε όλοι, κάθε μέρα και κάθε ώρα, ώσπου να ξεπλυθεί η ντροπή μας». Και το κρέμασαν το γαϊδουρίσιο κεφάλι, για να θυμούνται και να ξεπλύνουν τη ντροπή. Για να μην ξεχάσουν. Αλήθεια, σε ποιο κρεμαστάρι να κρεμάσουμε και εμείς τα γαϊδουρινά Μνημόνια, μα και τις άλλες τις ντροπές, το φαγοπότι των πολιτικών και τα πλακάκια των ημετέρων, για να θυμόμαστε και να μη λησμονάμε και να ξεπλύνουμε τα ελλαδικά ξεπουλήματα; Σε ποιο κρεμαστάρι να κρεμάσουμε λόγους και φωτογραφίες και χειραψίες και λυκοφιλίες πρωθυπουργών, τωρινών και αλλοτινών, μα και τη χορεία των άλλων που συχνάζουν εντός της Βουλής, σούργελα πολιτικά που τους αναδείξαμε μόνιμους αντιπολιτευτές, τους χρηματοδοτούμε από πάνω και τους προσκυνάμε; Ποιο το Βασιλόπουλο που θα σταθεί και θα ξεπλύνει τη ντροπή; Αδυνατώ να φανταστώ πρόσωπο. Αδυνατώ να έχω πρόσβαση στην ελπίδα.

Χρόνια είχα να ανασύρω τον Αναγνωστάκη. Δεν είναι από αυτούς στους οποίους προστρέχω. Κι όμως, ήρθαν οι στίχοι του και με ξύπνησαν μες στα χαράματα. Ξημερώματα Κυριακής κι εγώ ψέλλιζα στον ύπνο-ξύπνιο στίχους κι έλεγα «Αναγνωστάκης είναι αυτός. Μα ποιο ποίημα;». Και έτρεξα να τον ανασύρω, μα δεν ήταν ένα ποίημα, παρά οι κατακλείδες δύο. Που μπορείς να πεις ότι είναι και τα προοίμια της Ποίησης. Ή ο μπούσουλας, αν θες να συνεχίζεις να γράφεις. Να σπαταλιέσαι από χρέος και μόνο. Γιατί από εκεί ξεκινάς, για να πας απέναντι. Και ήρθαν οι στίχοι. Αλήθεια πώς μας εισβάλλουν ενύπνια τέτοιοι στίχοι; Και τι θέλουν να μας πουν και πόσο να τους εμπιστευτείς; Αδυνατώ να ερμηνεύσω τα χωράφια της μεταφυσικής, μα «Έστω, ανάπηρος», λέω και ξαναλέω, και «σαν πρόκες οι λέξεις. Να καρφώνονται σαν πρόκες». Ποίημα ένα και σκοπός της ζωής κάποτε και τώρα. Αντιγράφω κανονικά τον Αναγνωστάκη τώρα: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. /Να μην τις παίρνει ο άνεμος» [Ποιητική] και «Έστω. /Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς» [Επίλογος]. Τούτους τους στίχους μπορεί κανείς να τους επαναλαμβάνει σα ρήσεις ευαγγελικές τουλάχιστον μια δυο φορές τη μέρα. Έτσι, για να βρίσκει το χαμένο μπούσουλα.
Θυμάμαι ξανά τον Πρόδρομο Μάρκογλου:

ΠΡΟΕΤΡΕΠΕ

Τον ρωτούσαν
Ποιο το νόημα της ζωής.

Δεν είχε τι ν’ απαντήσει.

Τους προέτρεπε όμως να ζήσουν με πάθος
Σεβόμενοι τον εαυτό τους
Σεβόμενοι τους άλλους.


Ψελλίζω ξανά και ξανά την απόδρασή του. Αυτή την απόδραση τη φέρω πάνω μου και την ενδύομαι και είναι η μόνη που παραμυθεί πραγματικά και λειτουργεί απολύτως λυτρωτικά. Το λαγούμι προς τον ουρανό. Αμήν.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Είχα παρατηρήσει πως όλες οι αποδράσεις γίνονταν ανοίγοντας λαγούμια στη γη. Τώρα έβλεπα πως γλίτωνα μόνον αν έσκαβα τον ουρανό. Εκείνον τον ουρανό, που έλεγε κι ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης.

1 σχόλιο: