Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Τριλογία [Α']


ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ ΠΛΑΝΑ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ

Η παιδεία της Αγάπης

Μέρες των καταλήψεων και τα σχολειά κλειστά κι οι μαθητές στους δρόμους και οι δάσκαλοι -εμείς δηλαδή- όλοι στους καφέδες. Μέρες των καταλήψεων και το έθιμο καλά κρατεί τις τελευταίες δεκαετίες και το ζήσαμε και το συνηθίσαμε και ως μαθητές και ως δάσκαλοι τώρα πια. Μέρες των καταλήψεων, στο σπίτι μένω και παρακολουθώ, ανίκανη μπροστά στο παράλογο, που φορά το ένδυμα της ελευθερίας και της δημοκρατίας, μα είναι ο φασισμός των λίγων για μια ακόμα φορά. Το μπαλάκι του φταιξίματος από τον ένα στον άλλο, μα τώρα μιλάμε για συνήθεια, για έθιμο μιλάμε, που το περιμένουμε πώς και πώς πριν τις μεγάλες εορτές -απελευθέρωσης και κείνες- ή λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, έτσι, γιατί απλώς βαρεθήκαμε να κάνουμε μάθημα, ανασύραμε και πέντε αιτήματα από τα περσινά, βαφτίζουμε οπωσδήποτε την κατάληψη αντίσταση και επανάσταση και επειδή έχουμε ανάγκη τα ιδεολογικά στέγαστρα -ας είναι και παράγκα-, οι μισοί υπερασπίζονται τους εν καταλήψει, οι άλλοι μισοί φωνασκούν κατά πώς στάθηκε η κομματική ρουλέτα, μετά από τέσσερα χρόνια τους ρόλους αλλάζουν, αυτοί που φωνασκούσαν καταλαμβάνουν κι αυτοί που καταλάμβαναν, φωνασκούν και πάει λέγοντας. Δίχως τσίπα πια εκμεταλλευόμαστε τις αθώες ψυχές των παιδιών, τα συμπαρασύρουμε στις κομματικές μας ορέξεις, εισάγουμε την προπαγάνδα στα σχολεία, εκπορνεύουμε τους μαθητές ως προς το πολιτικό ήθος.

Ανοχή των γονιών, ανοχή των δασκάλων, ανοχή του εκάστοτε Υπουργού Παιδείας. Ανοχή. Το άλλο πρόσωπο της πλήρους αδιαφορίας. Κι ας καίγεται η γειτονιά μου, δε με νοιάζει. Μα αν καίγεται η γειτονιά μου, σε λίγο θα καεί και το σπίτι μου, μα είμαι αφελής και δε με νοιάζει λέω και το υποστηρίζω. Και ζω με τα κανάλια και με τα σήριαλ, ενήλικας εμποτισμένος στη φτηνή καθημερινότητα που μου πλασάρει ο κάθε Λαζόπουλος και αφήνομαι να χάσκω μπρος στο μεγάλο γελωτοποιό, να υποκλίνομαι στη μωρία και στην αγένεια, στην όποια ευτέλεια να υποκύπτω. Αφήνομαι να με απαξιώνουν κάθε μέρα περισσότερο, έχω εδώ και καιρό παραδώσει αμαχητί τα όπλα, φτωχαίνω, κάθε ώρα που περνά περισσότερο φτωχαίνω. «Όπου και να κοιτάξω η Ελλάδα με πληγώνει», έγραφε ο Σεφέρης, και γι' αυτό δεν κοιτώ πουθενά πια. Κοιτώ μονάχα μέσα μου, μα κι αυτό έρχεται και ανατρέπεται, αυτό το μέσα μου έρχεται και ανατρέπεται, καθώς η αθλιότητα ήλθε στο κατώφλι μου και ο εφιάλτης άγγιξε την αυλή μου.

Μέρα των καταλήψεων και σήμερα και στο μπαλκόνι με βρίσκει να ποτίζω τα ύστερα λουλούδια. Και κοιτώ αφηρημένη γύρω μου και το φθινόπωρο απλώνει και σε λίγο φωνές στο στενάκι ακούγονται και κοιτώ μαθητές, τους μαθητές μου, που κάθε μέρα τους περιμένω στη βιβλιοθήκη μου κι άλλοτε έρχονται κι άλλοτε καθυστερούν κι άλλοτε δεν εμφανίζονται ποτέ, και βλέπω τα παιδιά αυτά να προχωρούν και τα κοιτώ και χαμογελώ, βλέπω την τριάδα των φίλων, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι ανάμεσα και χαμογελώ ξανά, μα το χαμόγελο παγώνει, και τα αγόρια σέρνουν το δεκαπεντάχρονο κορίτσι και κείνο γελά μ' ένα γέλιο που με παγώνει περισσότερο και κείνο είναι βυθισμένο σε ένα άγριο μεθύσι και παραπαίει και στηρίζεται στα ανήλικα μπράτσα των συμμαθητών της. Κλάμα πνιχτό με συνταράζει, στέκομαι και κρύβομαι και τα κοιτώ, τα παιδιά τα δικά μου και τα δικά σου, τα παιδιά του κόσμου, και ως άνθρωπος κλονίζομαι, ως άνθρωπος απλός, που ευθύνεται μαζί με τους άλλους για αυτόν τον κόσμο τον ακρωτηριασμένο, που τους τον προσφέρω απλόχερα, αυτόν τον κόσμο τον ανίκανο να συγκινηθεί πέρα από τη γωνιά του, αυτόν τον κόσμο που θα τα ρουφήξει, όπως ρουφά και μένα κάθε μέρα. Κι έπειτα στο πάρκο απέναντι, φωνές κι άλλες φωνές, κραυγές φρίκης να συνεχίζουν τον ξεπεσμό τούτο και τα παιδιά να μεταμορφώνονται σε ξεβγαλμένους ενήλικες, μεθυσμένα παιδιά, εν συγχύσει παιδιά, εν απογνώσει παιδιά, που πέφτουν και σηκώνονται, που μου προκαλούν τρόμο και οπισθοχωρώ και άλλο δε γυρίζω να τα δω, γιατί όλο τούτο δεν αντέχεται και δεν περιγράφεται παραπάνω. Τα παιδιά τα δικά μου και τα δικά σου. Τα παιδιά του κόσμου.

Τα σακατεμένα παιδιά του Internet τα αδύνατο να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, τα συνηθισμένα στις εύκολες πράξεις του έρωτα, τα κατ’ ουσίαν ανέραστα, τα παιδιά τα εγκαταλελειμμένα εδώ και δεκαετίες μπρος στη γιαγιά τηλεόραση, τη μαστροπό τηλεόραση τώρα πια, που καθιστά το καθετί μη αναστρέψιμο. Τα σερνάμενα παιδιά που έχουμε στις τάξεις και στα σπίτια μας, που τα αφήσαμε ανέμπνευστα, γιατί και με τι να τα εμπνεύσουμε, που τα αφήσαμε ξεκρέμαστα, που τα πουλήσαμε, αφού πρώτα ξεπουληθήκαμε οι ίδιοι. Τα γερασμένα παιδιά, γιατί αειθαλές το σώμα -όσο και αν ακούγεται οξύμωρο-, αειθαλές, και μόνο η ψυχή γερνά, μα σα γεράσει, το σώμα το συμπαρασύρει και πριν της ώρας του το θάβει. Έτσι, τα παιδιά τούτα γερασμένα είναι κι ας είναι δεκαπεντάχρονα και σέρνουν τα βήματά τους και κάθε μέρα τα βλέπω πιο σκυμμένα να εισορμούν στη βιβλιοθήκη του σχολείου, άλλοτε με καλημέρα, άλλοτε χωρίς, υπνωτισμένα προς την οθόνη του PC, που τα καλεί σαν ένας παράδεισος τεχνητός, σε ένα γέμισμα διαδικτυακό, που τα αφήνει πιότερα κενά και κυρίως, πιο μόνα. Μπασμένες οι ψυχές τους και τα σώματα μπασμένα και αγέλαστα. Πέτρα αγέλαστη η ψυχή τους και με τίποτα δεν ξυπνά, κεκοιμήθηκαν και πώς να τα ξυπνήσεις.

Αν ήμουν Υπουργός Παιδείας θα πρεπε ήδη να χω παραιτηθεί. Από ανικανότητα να διαφυλάξω τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των μαθητών που σεργιανούν στους δρόμους. Των μαθητών που τους έχω εγκαταλείψει και ας ψηφίζω συντάγματα κάθε τόσο που θα ανανεώσουν και θα αναμορφώσουν και θα αναβαθμίσουν και θα αλλάξουν την άθλια πραγματικότητα της εκπαίδευσης. Η πραγματικότητα είναι μία και δεν αλλάζει. Ο ασθενής έχει εδώ και καιρό υποκύψει. Το σώμα του περιφέρουμε και θαρρούμε πως θα ζωντανέψει. Μα η εκπαίδευση εδώ και χρόνια έγινε ένα μαυσωλείο και εκεί μέσα φυλάσσεται το πτώμα της παιδείας.

Αν ήμουν γονιός του συγκεκριμένου παιδιού, δεν ξέρω τι θα πρεπε να χω κάνει για το κακό που του προκάλεσα, για το κακό που άφησα να προκληθεί. Μα είμαι μόνο ένας δάσκαλος, ένας δάσκαλος απλός, και σέρνω υποταγμένη τα βήματά μου και πονώ την κάθε μέρα και βουλιάζω μες στην ανημπόρια ή την αδιαφορία που τυλίγει το σινάφι μου και αδυνατώ να δώσω όσα οφείλω, όσα έχω χρέος, ανίκανη να ορθώσω τούτα τα παιδιά, τις ψυχές τούτες, που χαντακώθηκαν στις φιλίες των Facebooks, που αγκυροβόλησαν οι ψυχές τους προτού ταξιδέψουν, που γέρασαν πιο νωρίς απ’ τους γονείς τους. Θα πρεπε με τη σειρά μου να χω παραιτηθεί, που δεν κατάφερα να φυλάξω το σώμα και την ψυχή των μαθητών μου, θα πρεπε ήδη να χουμε όλοι παραιτηθεί από ευθιξία, από φιλότιμο έστω, από ντροπή. Όμως, το μόνο που κάνω είναι να γράφω και τούτο δεν είναι δα επικίνδυνο. Είναι, όμως, το μόνο που μπορώ ακόμα να κάνω. Να μη σιωπώ.

Όμως, νιώθω αδύναμη και την ίδια ώρα συνυπεύθυνη και αύριο την ίδια ώρα θα βρεθώ ξανά στη θέση μου και θα κάνω το ίδιο, ό,τι κάνω κάθε μέρα. Όλοι θα κάνουμε ό,τι κάνουμε κάθε μέρα. Και του χρόνου θα παρακολουθήσουμε όλοι μαζί ξανά το ίδιο σενάριο και θα γινόμαστε και εμείς με τα χρόνια λιγότερο ευάλωτοι σε αυτά, λιγότερο ευσυγκίνητοι, δε θα μας τρομάζει πια ο τρόμος, δε θα μας λυγίζουν πια τα σακατεμένα σώματα ούτε και θα ταραζόμαστε μπρος στα αγέλαστα πρόσωπα, θα παλιώσουμε και θα πωρωθεί η ψυχή μας και θα μοιάσουμε στο κοινό πρόσωπο της κοινής γνώμης. Και θα υιοθετήσουμε ένα προσωπείο που μας ταιριάζει και δε θα γράφουμε πια ή τέλος πάντων δε θα αναλωνόμαστε με τέτοια ένταση σε τόσο ασήμαντα ζητήματα. Θα συμβεί αυτό που περιέγραφε η Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον: «Ύστερα από μεγάλο πόνο, ένα τυπικό αίσθημα έρχεται» και θα έρθει τούτο, γιατί «πρώτα -το Κρύο- μετά η Νάρκη- μετά η παραίτηση» και θα παραιτηθούμε.

Την ίδια ώρα που μονάχα αγάπη μπορούμε ακόμα να δώσουμε στα παιδιά τα δικά μου και τα δικά σου και τα παιδιά του κόσμου. Την ίδια ώρα που το μόνο που απομένει να κάνουμε είναι να τα αγκαλιάσουμε με την έγνοιά μας, αφού πρώτα τις ανάσες τους αφουγκραστούμε και την κρυμμένη θλίψη τους εξοστρακίσουμε. Αφού πρώτα ένα βλέμμα ζεστό τους χαρίσουμε, ένα μονάχα βλέμμα, ή ένα λόγο απλό κι ένα χαμόγελο αληθινό. Την ίδια ώρα που μπορούμε και εμείς με τη σειρά μας να αποδεχτούμε ενώπιόν τους τη δική μας ελλειπτική πραγματικότητα, να απεκδυθούμε την άτεγκτη εξουσία μας, την αλαζονική ώρες-ώρες εξουσία που ντυνόμαστε οι δάσκαλοι μες στα σχολεία, και να μοιραστούμε την κοινή αγωνία και την οικεία θλίψη και έτσι, ειλικρινείς αμφότεροι, γυμνοί μες στην αλήθειά μας, να πατήσουμε και να προχωρήσουμε μαζί και όχι χώρια. «Το Νερό, μαθαίνεται από τη δίψα» έγραφε αλλού η Ντίκινσον και τα παιδιά μας, με όσα καλούδια κι αν φορτώσαμε την καθημερινότητά τους, απόμειναν να διψούν. Γιατί το δράμα του καθενός μας δεν είναι πώς να σώσει την ψυχή του, αλλά πώς να γεμίσει την ψυχή του. Γιατί, αν τη γεμίσει, τότε και μόνο θα τη σώσει.

Ήδη είπα αρκετά. Δεν παριστάνω την καλή ούτε και την οσία. Πονώ και αγαπώ τα πρόσωπα ποβλέπω κάθε μέρα. Πονώ και αγαπώ τα πρόσωπα που μοιράζομαι τη μισή μου μέρα μαζί τους και κάποιες μέρες ίσως και να τα βλέπω πιο πολύ από τα παιδιά μου. Πονώ την άδεια ψυχή τους και τη δίψα τους συμπονώ και δεν ξέρω με τι να τη γεμίσω. Μα κατάλαβα εν τέλει ότι το μόνο που χρειάζονται, το μόνο που έχουν πραγματικά ανάγκη είναι να φωτίσει κανείς το καλό που κρύβουν μέσα τους. Το καλό που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Που ίσως και να χρειαστεί να το μεγεθύνει. Που σίγουρα θα χρειαστεί να πιστέψει κάπως σε αυτό, για να μεταστρέψει το απλανές και άδειο βλέμμα σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Το μόνο που έχουν ανάγκη είναι ο τρόπος της αγάπης. Όσο έχει ο καθένας και όπως την έχει. Και τούτη η αγάπη εμάς πρώτα θα γεμίσει, γιατί η αγάπη είναι ένα άνθος που επιστρέφει στο χώμα που το έθρεψε. Γιατί η μοναδική παιδεία που έχουν ακόμα ανάγκη -που όλοι έχουμε ακόμα ανάγκη-, η μοναδική που μπορεί να πείσει ακόμα και να αφοπλίσει ακόμα και να γεμίσει τις κενές σελίδες των διδακτικών εγχειριδίων είναι η παιδεία της αγάπης. Σε αυτήν δεν μπορεί να αντισταθεί καμιά καρδιά, πόσο μάλλον οι μαλακές ψυχές των δεκαπεντάχρονων παιδιών. Ή έτσι θέλω να το βλέπω. Ή έτσι θέλω να το ελπίζω. Πως υπάρχει ελπίδα να τα σώσουμε και να σωθούμε και εμείς μαζί τους.

Μύρισαν τα σπίτια μας μέλι και κανέλα κάπως νωρίτερα για φέτος. Μύρισαν τα σπίτια μας μέλι και κανέλα και λέω, ας είναι τούτο το μέλι της ψυχής και ας είναι τούτη η κανέλα της αγάπης και να γεμίσουν τους ουρανούς, να φτάσουν και να απαγκιάσουν σε όλους τους δυσκολεμένους και σε όλες τις στερημένες και διψασμένες από αγάπη ψυχές των παιδιών που περπατούν στο πλάι της κάθε μέρας μας.

Y.Γ. Να πάτε μια εκδρομή. Τις μέρες των εκλογών, εννοώ. Μονοήμερη ή τετραήμερη. Δεν έχει σημασία. Μακριά να πάτε. Να μαζέψετε τους δικούς σας και να φύγετε. Τους άλλους να τους πατήσετε delete. Να ακυρώσετε τους υποψήφιους διαφθορείς, τους επερχόμενους, τους νυν και τους πρώην. Μακριά να σταθείτε, να τους χλευάσετε και να μαυρίσετε, το ήθος της υποτέλειας να το μαυρίσετε. Το μνημόνιο που μας κληροδότησαν, σε μας και τα παιδιά μας, παντιέρα να το κάνουμε και ίσως και μια μικρή εκδίκηση.


13 Οκτωβρίου 2010



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου