Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Το κουκούλι των ψυχών


 Πόσο πονάει το κεντρί κι είναι βαθιά βαλμένο

Την πήγαινε κάθε πρωί στο σχολικό. Πατέρας στα τριάντα οκτώ, ανέβαινε με το χιλιάρι του την ανηφόρα ίσια επάνω, έβγαινε στη στροφή του Επταπυργίου, οχτώ και είκοσι ακριβώς. Κάτω η πόλη τανυζότανε στο φως του πρωινού, γκόμενα με λουστρίνια στραβοπατημένα, μελανιασμένα γόνατα και μίνι με στραβή ραφή, ωραία ακόμη αλλά να, σαν κάπως ζουληγμένη απ'τους πολλούς και κακοζωισμένη. Ούτε την έβλεπε, προχώραγε ίσια μπροστά, μέχρι τη γούβα του περιφερειακού, εκεί που στέκονταν όσοι περίμεναν τα ραντεβού τους με αυτοκίνητα, να πάνε στις δουλειές τους. Καθόντουσαν και οι δυο και περιμέναν. Αυτός κοιτούσε μέσα από το καθρεφτάκι την κίνηση, πρόσεχε μήπως δει το σχολικό. Αυτή κουνούσε πάνω κάτω τον κορμό της, τρελαινόταν η ξανθιά αλογοουρά, στον κόσμο της τα στόρια ήταν κατεβασμένα. Νόστιμο κοριτσάκι, ξανθό και γαλανό, με κάτι δόντια σαν λαγού. Το σχολικό έφτανε στις οχτώ και είκοσι πέντε, άνοιγε αυτός την πόρτα της, την έπαιρνε απ'το χέρι και την πήγαινε. "Μονάδα αυτιστικού παιδιού" έγραφε απ' έξω.
Η μέρα του κυλούσε στη δουλειά, εκείνης στο ειδικό σχολείο. Τα υπόλοιπα παιδιά δείχναν τη φύση τους αμέσως, αρκούσε ένα κοίταγμα. Κάτι τους πρόδιδε στο πρόσωπο, δεν ήταν σιαγμένα όλα όπως έπρεπε και οι άλλοι καταλάβαιναν. Μια δυσπλασία ελαφριά, κάτι στα φρύδια ή στο μέτωπο, ένα τρέμουλο στο στόμα μαζί με σάλια που μουσκεύαν το πιγούνι, τραντάγματα απρόσμενα. Μα η Κορίνα ήταν από άλλη πάστα. "Να κοριτσάκι για διαφήμιση", σκέφτονταν οι περαστικοί όταν την έβλεπαν. Είχε χαμένο βλέμμα, μέρος κι αυτό της γοητείας της. Σαν να κοιτούσε απέναντι, μα όχι καλά, λες και μεσολαβούσε βροχή από σκόνη. "Μη σας γελούν τα μάτια σας", έλεγαν στον μπαμπά οι ειδικοί, "νομίζετε πως σας παρατηρεί, τάχα καταλαβαίνει. Είναι χωσμένη στο δικό της κόσμο. Δεν ξέρουμε τι γίνεται εκεί πέρα. Να, ας πούμε στη διάρκεια ενός χρόνου, μπορεί κάποιες στιγμές οι κόσμοι σας να πλησιάζουν σαν δυο αυγά που πάνε να τσουγκρίσουν, μα το δικό της είναι ξύλινο, να το θυμάστε. Δε σπάει".
Εκείνος προσπαθούσε. Με λόγια και παιχνίδια. Τι ξέραν οι γιατροί. Μονάχα συμβουλές, παχιά λόγια και βιβλία μπορούσαν ν' αραδιάζουν. Τι ήξεραν αυτοί απ' την Κορίνα. Την είχαν δει πώς ήταν με τα βαμβακερά της πιτζαμάκια με τους σταμπωμένους αρκούδους και τους λαγούς, όταν ξυπνούσε το πρωί μέσα στις τσίμπλες; Ή όταν έπινε το γάλα της και λερωνόταν, που στάζαν οι σταγόνες, γιατί δε χώραγαν στο στόμα της τόσες πολλές, της παλιολαίμαργης; Τι ήξεραν αυτοί, είχαν παιδιά που διάβαζαν βιβλία, που κάναν διακοπές και μπάνια, είχαν αγαπημένες εκπομπές στην τηλεόραση και τρέχανε στην ανοιχτή αγκαλιά, είχανε φίλους στα παιχνίδια τους. Μα η Κορίνα ήταν μόνη. Την έβλεπε καμιά φορά στο σχολικό πώς καθόταν ήσυχη μέσα στο τσόφλι της, όταν δεν άρχιζε εκείνα τα άγρια κουνήματα, πέρα δώθε, και τις φωνές, τσιρίδες πιο πολύ "ιιιιιιιιιιι...". Τις άκουγε και του κοβόντουσαν τα χρόνια. Χίλιες φορές παρακαλούσε για ένα θαύμα.
Την άνοιξη άρχισε να την πηγαίνει στην παιδική χαρά. Ώρες που λείπαν τα πολλά παιδιά και λιγοστεύαν οι φωνές και οι χαρές τους, αν ήταν τυχεροί την έβρισκε άδεια. Παίζανε με τα χώματα, τις κούνιες και την τσουλήθρα. Ανέβαιναν ανάποδα, από κάτω προς τα επάνω πατώντας στο αλουμίνιο. Τσίριζε το κορίτσι, γλιστρούσαν τα παπούτσια της, της άρεσε. Άλλες τσιρίδες τώρα, της χαράς, μα κάπως πένθιμες, σαν να είχαν από πίσω πέντε τόπους βάθος. Μετά την κάθιζε στα χώματα, έμπαινε άμμος απ' το σκάμμα στο παπούτσι της και τη γαργάλευε, λέρωνε τα καλτσάκια της με τις φουντίτσες. Καμιά φορά, βουτούσε το δάχτυλό της στα χώματα κι ύστερα το έχωνε στο στόμα ή τη μύτη της. "Ουουουου", τσίριζε τότε, χαιρόταν τη λιχουδιά και το παιχνίδι της.
Μια μέρα, ήταν Μάιος προχωρημένος, ζέστη γλυκιά για κοντομάνικο. Την πήρε ο μπαμπάς στις τρεις το μεσημέρι να πάνε στην παιδική χαρά. Ώρα φαγητού, τα παιδιά είχανε μαζευτεί στα σπίτια τους. Βρέθηκαν μόνοι. Η Κορίνα φορούσε κίτρινο φορμάκι, της το είχε διαλέξει ο μπαμπάς απ' την ντουλάπα, μούρλια της πήγαινε. Η αλογοουρά της ήταν συμμαζεμένη μ' ένα κοκαλάκι-πασχαλίτσα. Ο μπαμπάς φόρεσε κι αυτός τη φόρμα του, να είναι ασορτί. Και μια και δυο κίνησαν με τα πόδια.
Το πάρκο ήταν κοντά, φτάσανε γρήγορα. Η Κορίνα στρώθηκε στα χώματα. Ούτε που γύρισε να δει τις κούνιες. Ο μπαμπάς στεκόταν παραδίπλα και την έβλεπε. Εκείνη είχε καθίσει μπροστά στην τρύπα μιας μυρμηγκοφωλιάς και έχωνε το δάχτυλό της μέσα. Έβαζε και έβγαζε το δείχτη της στην τρύπα, μετά το μικρό δάχτυλο, ξανά το δείχτη. Ώρα πολλή. Με το μπες-βγες μεγάλωσε η τρύπα. Μυρμήγκια τρέχανε ξεσαλωμένα να βγουν απ' την φωλιά τους, δεξιά κι αριστερά στα χώματα. Γελούσε η Κορίνα του, γελούσε. Ξανά το δάχτυλό της μέσα, πάνω-κάτω. Πρώτη φορά την έβλεπε έτσι. Σηκώθηκε, πήγε και στάθηκε μπροστά της. "Κορίνα", φώναξε. Γέλια και χάχανα. Ξανά, "Κορίνα". Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Σαν να κατάλαβε ότι την φώναξε. Σαν να κατάλαβε ποιος είναι, τι της είναι. "Κορίνα μου", της είπε γλυκά και μαλακά. Της έδειξε το χέρι του. Ανάμεσα σε δείχτη και αντίχειρα ζουπούσε τα φτερά μιας μέλισσας. "Κοίτα", της είπε. Βούιζε σαν τρελό το μελισσάκι, το άφησε να τον τσιμπήσει. Δεν έκανε ούτε "ωχ". Γονάτισε πλάι στην Κορίνα, της έδειξε χωρίς μιλιά τον πρησμένο αντίχειρα και το σημάδι. Συνέχισε να κρατά τη μέλισσα προσεχτικά απ' τα φτερά της. Μέσα στο δευτερόλεπτο τη μάδησε, τράβηξε τον δείχτη της Κορίνας από τη μυρμηγκότρυπα κι έχωσε μέσα βιαστικά το άφτερο μελισσάκι. Η Κορίνα το ζούπηξε βαθιά με το δάχτυλό της και πάτησε από πάνω τα χώματα. Ύστερα άνοιξε το στόμα της κι άφησε ο μπαμπάς στη γλώσσα της τα φτερά, να τα μασήσει. Τον κοίταζε την ώρα που κατάπινε.

 Μετά γύρισε πάλι στον δικό της κόσμο. Σε λιγάκι την πήρε από το χέρι και γυρίσανε. Στο σπίτι κλείστηκε πάλι στο κουκούλι της. Της φώναζε, της μίλαγε, τίποτα εκείνη. Πέρασαν έτσι μήνες. Έκλεισε χρόνος από την ευτυχισμένη μέρα. Κι άλλες μέρες, πολλές, μες στη σιωπή και τον χτισμένο εαυτό της. Ώσπου ένα μεσημέρι, ο μπαμπάς άκουσε μία μέλισσα να ζουζουνίζει στην κουζίνα. Δε σκέφτηκε. Τη στρίμωξε ανάμεσα στην κουρτίνα και το τζαμάκι, λωλάθηκε η καημένη. Μετά τη ζούληξε στο δάχτυλό του, κοκκίνησε ο αντίχειρας, τουμπάνιασε, πονούσε. Γύρισε βιαστικά στο κοριτσάκι του, "Κορίνα" φώναξε. Τίποτα εκείνη. Ξανά "Κορίνα", "Κορίνα μου". Τίποτα πάλι. Ήταν σκυμμένη στο χαλί, κοιτούσε τα λουλούδια του. Δεν άκουγε, δε μίλαγε. Όρμησε στη μεριά της κουνώντας το πρησμένο δάχτυλο και το έχωσε μπροστά στα μάτια της. "Κοίτα", της είπε. Τίποτα, τίποτα, τίποτα.
Και ξαφνικά, σκύβει αυτή στο δάχτυλό του και γλείφει την πληγή με όρεξη. Γέμισε σάλια η ρόγα του αντίχειρα. Άρχισε να γελάει η Κορίνα. Δεν τον κοιτούσε, σκυμμένη έγλειφε. Μες στο κουκούλι της σαβανωμένη. Γλεντούσε, γέλαγε μοναχή της. Σαν να ανοίξανε οι ουρανοί και έχασκε πάνω από τον κόσμο του η μαύρη τρύπα. Λες και φανήκανε οι πληγές των άστρων. Ξάστραψε ο νους του και κατάλαβε. Είδε τον κόσμο της αμπαρωμένο. Αυτός απ' έξω, τώρα και για πάντα. Σβήσαν τα φώτα του μυαλού του, κοίταξε το κορίτσι του με πόνο. Έφερε ξανά το τσιμπημένο δάχτυλο μέσα στα μάτια της. "Αχ, πουλάκι μου",  σερνόταν η φωνή του. Ώρα πολλή ζούπαγε με τα νύχια την πληγή, να ξεπετάξει το κεντρί, να της το δείξει.

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, Ο φόβος θα σε βρει και θα' σαι μόνος, Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου