Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Η συνέχεια του προηγούμενου


ΤΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ ή ΤΙΣ ΕΣΤΙ ΜΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ

Μέρες τώρα με στριφογυρνά ο Σαμαρείτης. Την Κυριακή που πέρασε τον ανέφεραν μες στην Εκκλησία. Το έμαθα εκ των υστέρων. Με στριφογυρνά το θεολογικό τούτο ζήτημα, το διεξέρχομαι, όμως, ολωσδιόλου ανθρώπινα.

Κατά Λουκάν ι, 29


" [...] άνθρωπος τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και λησταίς περιέπεσεν οι και εκδύσαντες αυτόν και πληγάς επιθέντες απήλθον αφέντες ημιθανή τυγχάνοντα. Κατά συγκυρίαν δε ιερεύς τις κατέβαινεν εν τη οδώ εκείνη, και ιδών αυτόν αντιπαρήλθεν. Ομοίως δε και Λευίτης γενόμενος κατά τον τόπον ελθών και ιδών αντιπαρήλθε.


Σαμαρείτης δε τις οδεύων ήλθε κατ’ αυτόν, και ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη, και προσελθών κατέδησε τα τραύματα αυτού επιχέων έλαιον και οίνον, επιβιβάσας δε αυτόν επί το ίδιον κτήνος ήγαγεν αυτόν εις πανδοχείον και επεμελήθη αυτού- και επί την αύριον εξελθών, εκβαλών δύο δηνάρια έδωκε τω πανδοχεί και είπεν αυτώ - επιμελήθητι αυτού, καί ό, τι αν προσδαπανήσης, εγώ εν τω επανέρχεσθαί με αποδώσω σοι"

Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι τάχα να τον συνάντησε κάποτε κείνος ο πληγωμένος Ιουδαίος τον Σαμαρείτη του; Τάχα να τον αναγνώρισε, να του’ πε δυο κουβέντες, να την ένιωσε την ανυπόδητη αγάπη που έλαβε; Ή μήπως και κείνος, ασυγκίνητος σαν τους άλλους οδοιπόρους, τον είδε κάποτε και τον αντιπαρήλθε; Αναρωτιέμαι, καθώς κείνος που ήταν δηλωμένος εχθρός του, ήταν και ο μόνος που σταμάτησε και τον περιέθαλψε και τον «ευσπλαχνίσθη», λέει το Ευαγγέλιο, κείνος ήταν που τον ανέσυρε μες απ’ τις πληγές -των άλλων τις πληγές μα και τις δικές του-, κείνος ήταν που πάνω τους έσκυψε και τις εφίλησε και τις έκανε δικές του. Κείνος ήταν που τις άλειψε με «κρασί και λάδι». Κείνος ήταν που έπειτα τον σήκωσε στα χέρια του αιμόφυρτο και τον ανέβασε στο ζώο του κι έπειτα βρήκε πανδοχείο και τον «επεμελήθη». Όλη τη νύχτα στο προσκέφαλό του ξαγρύπνησε και «την επαύριον», γράφει το Ευαγγέλιο, αφού τον άφησε σε χέρια σίγουρα, τότε μονάχα έφυγε. Με την υπόσχεση πως ό,τι κι αν χρειαστεί, αυτός θα επιστρέψει να το αποδώσει. «Ήλθε κατ’ αυτόν», γράφει το κείμενο, εκεί που προχωρούσε στο δικό του μονοπάτι, «οδεύων» ήταν, μα λοξοδρόμησε για να τον συναντήσει. Τάχα να την ένιωσε ο Ιουδαίος την τόση ανυπόκριτη αγάπη που έλαβε; Ούτε ο ιερέας, που το’ χε καθήκον από το νόμο, ούτε και ο Λευίτης, άνθρωπος χτισμένος στη λατρεία κι αυτός, κινδύνεψαν για χάρη του, παρά έφυγαν, γρήγορα-γρήγορα από τον τόπο, τα μάτια απόστρεψαν και το σώμα τους επίσης, μην τύχει και βρεθούν και κείνοι στην ίδια θέση. Ο Σαμαρείτης, όμως, κοντοστάθηκε μες στην άγρια και βαθιά κοιλάδα, την «κοιλάδα του αίματος», όπως τη λένε, ανάμεσα στα Ιεροσόλυμα και την Ιεριχώ και πολύ κοντά στο Σαραντάριο και τον ανέλαβε σα να’ χει δει άνθρωπο δικό του και δεν τον άφησε παρά στο τέλος και τέλος ήταν τα χέρια του Θεού. Τον βρήκε γυμνό και τον έντυσε, τον βρήκε πληγωμένο και τον γιάτρεψε. Τον βρήκε σχεδόν ημιθανή. Τον άφησε έπειτα στην αγκαλιά του Θεού. Οι άλλοι αντιπαρήλθαν. Αυτός σταμάτησε. Τον ιερέα και τον Λευίτη τους βαφτίζω ανάλγητους, όχι με την αφοριστική έννοια που έχει η λέξη σήμερα, αλλά με την ουσιαστική, πως ήταν άνθρωποι άμαθοι και για τούτο, ασυγκίνητοι στον πόνο. Ή δεν τον είχαν γευτεί, δεν τον είχαν στο πετσί τους νιώσει, δεν τους είχε κι αυτούς κάποτε γονατίσει ή είχαν την ψυχή τους ατσαλώσει σ’ αυτόν, προσφεύγοντας με μηχανισμούς άμυνας στον εαυτό τους και γι’ αυτό πολύ εύκολα τον προσπεράσαν. Ο Ιουδαίος ζούσε ήδη τον πόνο της ζωής του, ψυχικό και σωματικό. Και ο Σαμαρείτης, όμως, με κάποιο τρόπο τον είχε ζήσει σίγουρα κι αυτός στο δικό του παρελθόν. Γι’ αυτό και εστάθη. Όχι, επειδή τον λυπήθηκε, αλλά επειδή στα μάτια του πληγωμένου άντρα είδε τον πληγωμένο εαυτό του. Όχι, επειδή τον συμπόνεσε, αλλά επειδή τον αγάπησε η ψυχή του.
Ήταν, λοιπόν, του πόνου σημαδεμένοι και αναγνωριστήκαν. Και μια αόρατη κλωστή, του άλγους η κλωστή, τους έφερε κοντά. Μες στη νύχτα του μαρτυρίου του, ο Ιουδαίος τάχα ένιωσε τίποτα από την αγρύπνια του Σαμαρείτη, ή μήπως το ημιθανές του πόνου δεν του επέτρεψε να συνειδητοποιήσει -έστω την επομένη- τι ακριβώς συνέβαινε; Συνεχίζω να αναρωτιέμαι, τάχα ανταμώσαν οι ψυχές τους στην Παράδεισο, τάχα αναγνωριστήκαν; Κείνο το σκοτάδι που μοιράστηκαν -λαβωμένος ο ένας, λαβωμένος κι ο άλλος, ημιθανής ο ένας, άγρυπνος ο άλλος- τάχα εφώναξε το φως του στην αιωνιότητα;

Μα ορθώς το Ευαγγέλιο σταματά εκεί. Στη σκηνή του πανδοχείου και έπειτα σιωπή, γιατί το υπόλοιπο θα ήταν ίσως περιττό. Ο Ιουδαίος σίγουρα θα μνημόνευε κείνον τον άντρα, θα τον θυμόταν μες στην παραζάλη του πόνου του την επομένη και η μνήμη θα του έφερνε πάλι μπροστά την άγρυπνη μορφή του Σαμαρείτη. Ο χρόνος που θα ακολουθούσε θα’ ταν σημαδεμένος και αυτός. Και έπειτα ο Σαμαρείτης δε χρειαζόταν καμιά ευχαριστία. Ο Σαμαρείτης ήδη είχε γεμίσει από την αγάπη που έδωσε, ήδη σκύβοντας πάνω στις πληγές του πληγωμένου άντρα τις δικές του πληγές φρόντιζε, εκείνον περιθάλποντας τον εαυτό του περιέθαλπε, εκείνον γιατρεύοντας τον εαυτό του γιάτρευε -και ας μην το ήξερε. Ο Σαμαρείτης άνθισε, σκορπώντας τα άνθη του. Κι έπειτα έφυγε, αφού σε σίγουρα χέρια τον είχε αφήσει, αφού στα χέρια του Θεού τον είχε αφήσει -πώς αλλιώς;-, μα είμαι σίγουρη πως με το βλέμμα πίσω θα γυρνούσε, με το βλέμμα της προσευχής, που θα συνόδευε από κει και ύστερα τον πληγωμένο άντρα. Γιατί τον είχε αφήσει στο πανδοχείο του Θεού. Και είχε τη βεβαιότητα της πίστης του μοναδική παραμυθία γι’ αυτό. Όπου δε φτάνουν οι άνθρωποι, φτάνει ο Θεός. Και η αιωνιότητα πάντα εκεί, για να τους ανταμώνει. Γιατί και οι δυο ελεήθηκαν μέσα από το συναπάντημα τούτο με την αγάπη του Θεού. Γιατί η πίστη είναι μια δυνατότητα και η ελευθερία επίσης. Η αγάπη, όμως, εξακολουθεί να παραμένει η μεγαλύτερη δυνατότητα του ανθρώπου. Και κυρίως, η μεγαλύτερη επανάσταση που γνώρισε η ανθρωπότητα.

Βλέπω τον Χριστό να εισβάλει σε τούτον τον κόσμο για μια ακόμα φορά. Γέρνει περπατώντας και τούτη τη φορά, γιατί στο δισάκι του εξακολουθεί να έχει φορτωμένη την αγάπη. Με αφοπλίζει ξανά και του υποκύπτω, μα δεν αφήνομαι, όπως θα’ το θελα, ούτε και αλλάζω συθέμελα τη ζωή μου, γιατί «είμαστε αυτό που δε θα θέλαμε /και ζητάμε την αγάπη που δεν έχουμε /και ζητάμε αγγέλους που δεν είμαστε». Ωστόσο, εξακολουθώ να συγκινούμαι και θεριεύει μέσα μου τούτη η συγκίνηση για αυτό το γερτό και θλιμμένο πρόσωπο του Χριστού μέσα στον κόσμο.

[1] Εισβάλλουν στα καλά καθούμενα στίχοι παλιοί και εδώ είναι η «Φτήνια» απ’ τις Αθιβολές. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Ούτε κι αν σημαίνει κάτι. Το σημειώνω, όχι ματαιοδοξώντας. Απλώς, ότι ανήκει σε κάποιο άλλο χρόνο και τώρα επανέρχεται. Ξέρω ότι μπροστά στο θύραθεν «προχώρα τσαλακώνοντας» ή στο θεϊκό «κι ας σε τσαλακώσουν», προβάλλω μόνο το «δεν μπορώ να τσαλακώσω, μα δεν αντέχω και να τσαλακωθώ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου