Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010


Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ
 
Ψηλά πάνω από την πόλη, σε ένα μεγάλο βάθρο, στεκόταν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκηπα. Ήταν όλος επιχρυσωμένος με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δυο λαμπερά ζαφείρια και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στην λαβή του σπαθιού του. Πραγματικά τον θαύμαζαν πολύ. "Είναι όμορφος σαν ανεμοδούρα", είπε ένας απ' τους δημοτικούς συμβούλους που ήθελε να ξεχωρίζει για το καλλιτεχνικό του γούστο, "όμως όχι το ίδιο χρήσιμος", πρόσθεσε επειδή φοβόταν ότι οι ταπεινότεροι άνθρωποι θα νόμιζαν ότι στερείται πρακτικής σκέψης, πράγμα που αυτός δεν το πίστευε καθόλου για τον εαυτό του.
"Γιατί δεν γίνεσαι σαν τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα;" ρώτησε μια πρακτική μητέρα το αγοράκι της που έκλαιγε ζητώντας το φεγγάρι. "Του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα δεν του περνάει καν από το μυαλό να κλάψει, για οτιδήποτε".
"Χαίρομαι που κάποιος στον κόσμο είναι τόσο χαρούμενος", μουρμούρισε ένας δυστυχής, καθώς ατένιζε το θαυμάσιο άγαλμα.
"Μοιάζει σαν άγγελος", είπαν τα παιδιά του φιλόπτωχου καθώς βγαίναν από τον καθεδρικό με τους ακριβούς κατακόκκινους μανδύες τους και τις καθαρές λευκές φορεσιές τους.
"Κι εσύ πού το ξέρεις;", είπε ο Διδάσκαλος των Μαθηματικών, "ποτέ σου δεν έχεις δει άγγελο".
"Μα! Έχουμε δει στα όνειρά μας", απάντησε ένα απ' τα παιδιά - και ο Διδάσκαλος των Μαθηματικών συνοφρυώθηκε και τα κοίταξε πολύ αυστηρά, καθώς εκείνος δεν ενέκρινε τα παιδικά όνειρα.

Μια νύχτα, πέταξε εκεί κοντά στην πόλη ένα μικρό Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν πάει στην Αίγυπτο πριν έξι βδομάδες, μα αυτός είχε μείνει πίσω, επειδή ήταν ερωτευμένος με την πιο όμορφη Κουφαηδόνα. Είχαν συναντηθεί νωρίς την άνοιξη, καθώς πέταγε πάνω απ' τον ποταμό ακολουθώντας ένα μεγάλο κίτρινο σκόρο, και μαγεύτηκε τόσο από την λεπτοκαμωμένη μέση της που σταμάτησε για να της μιλήσει.
"Να σ' αγαπήσω;" είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο ψητό, και η Κουφαηδόνα του 'κανε μια μικρή υπόκλιση. Κι έτσι το Χελιδόνι πέταξε γύρω της, αγγίζοντας το νερό με τα φτερά του και κάνοντας ασημένια κυματάκια. Αυτός ήταν ο έρωτάς τους και διήρκησε όλο το καλοκαίρι.
"Είναι γελοίος δεσμός", τιτίβισαν τα άλλα Περιστέρια, "αυτή δεν έχει καθόλου λεφτά και έχει κι ένα σωρό συγγενείς" - στ' αλήθεια ο ποταμός ήταν γεμάτος Κουφαηδόνια. Μετά, ήρθε το φθινόπωρο κι όλα πέταξαν μακρυά.
Αφού έφυγαν ένιωθε μόνος, κι άρχισε να κουράζεται απ' την αγαπημένη του. "Δεν συζητάει καθόλου", είπε, "και φοβάμαι ότι είναι μια κοκέτα, επειδή πάντα φλερτάρει με τον άνεμο". Και σίγουρα, όποτε φύσαγε ο άνεμος, η Κουφαηδόνα έκανε τις πιο χαριτωμένες ελαφρές υποκλίσεις. "Παραδέχομαι ότι είναι εγχώριο πτηνό", συνέχισε, "αλλά εγώ είμαι αποδημητικό και μου αρέσουν τα ταξίδια. Συνεπώς θα λατρεύει τα ταξίδια και η γυναίκα μου".
"Θα πετάξεις μακριά μαζί μου;" την ρώτησε, μα η Κουφαηδόνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ήταν πολύ συνδεδεμένη συναισθηματικά με το σπίτι της.
"Έπαιξες με την αγάπη μου", της είπε. "Φεύγω για τις Πυραμίδες. Έχε γεια!" και πέταξε μακρυά.
Όλη τη μέρα πετούσε και την νύχτα έφτασε στην πόλη. "Πού θα με δεχτούν;" είπε, "ελπίζω η πόλη να έχει κάνει τις κατάλληλες προετοιμασίες".
Και τότε είδε το άγαλμα στο ψηλό βάθρο. "Εκεί θα φωλιάσω", είπε, "είναι ένα ιδανικό μέρος, με πολύ καθαρό αέρα". Και βολεύτηκε ανάμεσα στα παπούτσια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα.
"Έχω χρυσή κρεβατοκάμαρα", είπε απαλά στον εαυτό του και κοίταξε τριγύρω, καθώς προετοιμαζόταν να κοιμηθεί. Μα καθώς έβαζε το κεφάλι του κάτω απ' την φτερούγα του έπεσε πάνω του μια μεγάλη σταγόνα νερό. "Τι παράξενο!", είπε, "δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα αστέρια λάμπουν, κι όμως βρέχει. Το κλίμα στην βόρεια Ευρώπη είναι πραγματικά φρικτό. Η Κουφαηδόνα έβρισκε την βροχή όμορφη, αλλά αυτό ήταν απλά ο εγωισμός της".
Και τότε έπεσε άλλη μια σταγόνα.
"Μα αυτό το άγαλμα δεν μπορεί ούτε την βροχή να εμποδίζει;" είπε. "Πρέπει να βρω μια καλή καμινάδα να φωλιάσω" και αποφάσισε να πετάξει μακριά.
Αλλά πριν προλάβει να ανοίξει τα φτερά του, έπεσε και τρίτη σταγόνα, κι όταν κοίταξε ψηλά, είδε, α! Τι ήταν αυτό που είδε;
Τα μάτια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα ήταν γεμάτα δάκρυα και τα δάκρυα κυλούσαν στα χρυσαφένια μάγουλά του. Το πρόσωπό του φάνταζε τόσο όμορφο στο σεληνόφως που το Χελιδόνι γέμισε οίκτο.
"Ποιος είσαι;" ρώτησε.
"Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας".
"Και τότε γιατί κλαις;" ρώτησε το χελιδόνι, "με κατάβρεξες"!

"Τότε που ζούσα και είχα ανθρώπινη καρδιά", απάντησε το άγαλμα, "δεν ήξερα τι είναι τα δάκρυα, επειδή ζούσα στο παλάτι του Sans-Souci, όπου η λύπη δεν έβρισκε είσοδο να μπει. Την ημέρα έπαιζα με τους φίλους μου στο κήπο, και το απόγευμα ήμουν πρώτος στο χορό στη Μεγάλη Αίθουσα. Γύρω απ' τον κήπο υπήρχε ψηλός τοίχος, μα ποτέ δεν νοιάστηκα να ρωτήσω τι υπήρχε παραέξω, όλα ήταν πανέμορφα για μένα. Οι αυλικοί μου με φώναζαν απλά Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και ευτυχισμένος στ' αλήθεια ήμουν, αν η ευχαρίστηση είναι το ίδιο με την ευτυχία. Έτσι έζησα, και έτσι πέθανα. Και τώρα που είμαι νεκρός με στήσανε εδώ τόσο ψηλά, που μπορώ να δω όλη την ασχήμια και όλη την δυστυχία της πόλης μου, και αν κι η καρδιά μου είναι από μολύβι, δε μπορώ παρά να κλαίω".
"Τι! Δεν είναι ατόφιο χρυσάφι;" σκέφτηκε το Χελιδόνι. Ήταν πολύ ευγενικό και δεν έκανε φωναχτά προσωπικά σχόλια.

 "Μακριά", συνέχισε το άγαλμα με την μπάσα μελωδική φωνή του, "μακριά σε ένα σοκάκι υπάρχει ένα φτωχόσπιτο. Ένα απ' τα παράθυρα του είναι ανοιχτό, και βλέπω μια γυναίκα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι αδύνατο και κουρασμένο, κι έχει τραχιές, κόκκινες παλάμες, όλες τρυπημένες απ' την βελόνα, επειδή είναι ράφτρα. Κεντάει λουλούδια του πάθους σε μια τουαλέτα από σατέν για την πιο όμορφη δεσποινίδα επί των τιμών της Βασίλισσας, που θα το φορέσει στον επόμενο Βασιλικό Χορό. Σε ένα κρεβάτι στη γωνία του δωματίου ένα άρρωστο αγόρι είναι ξαπλωμένο. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του έχει να του δώσει μόνο νερό απ' το ποτάμι, και το μικρό αγόρι κλαίει. Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι, θα βγάλεις το ρουμπίνι απ΄τη λαβή του σπαθιού μου; Τα πόδια μου είναι σφαλισμένα σ' αυτό το βάθρο και δεν μπορώ να κινηθώ".
"Με περιμένουν στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι. "Οι φίλοι μου πετούν πάνω απ' τον Νείλο, και μιλούν στα μεγάλα νούφαρα. Σύντομα θα κοιμηθούν στον τάφο του μεγάλου Φαραώ. Ο ίδιος ο Φαραώ βρίσκεται εκεί στο πολύχρωμο φέρετρό του. Είναι τυλιγμένος σε κίτρινο λινό και είναι ταριχευμένος με αρώματα. Γύρω απ' τον λαιμό του υπάρχει μια αλυσίδα με χλωμούς πράσινους νεφρίτες, και τα χέρια του μοιάζουν με μαραμένα φύλλα".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα μείνεις μαζί μου για ένα βράδι, να γίνεις ο αγγελιοφόρος μου; Το αγόρι διψάει τόσο πολύ, και η μητέρα του είναι τόσο λυπημένη".
"Δεν νομίζω ότι μου αρέσουν τα μικρά παιδιά", απάντησε το Χελιδόνι. "Πέρσι το καλοκαίρι που έμενα στον ποταμό, ήρθαν εκεί δυο αγενή αγόρια, τα παιδιά του μυλωνά, και μου πέταγαν πέτρες κάθε μέρα. Ποτέ δεν με πέτυχαν, φυσικά, τα χελιδόνια πετάμε πάρα πολύ καλά, άσε που κατάγομαι από οικογένεια που 'ναι διάσημη για την σβελτάδα. Αλλά όπως και να το πάρεις ήταν μια σοβαρή ένδειξη ασέβειας".
Αλλά ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας φάνηκε τόσο λυπημένος που το Χελιδονάκι το μετάνιωσε. "Κάνει πολύ κρύο εδώ", είπε, "αλλά θα μείνω μαζί σου για ένα βράδι και θα γίνω ο αγγελιοφόρος σου".
"Σ' ευχαριστώ, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας.
 Έτσι λοιπόν το Χελιδόνι διάλεξε ένα μεγάλο ρουμπίνι από το σπαθί του Πρίγκιπα και πέταξε κουβαλώντας το στο ράμφος του πάνω απ' τις σκεπές της πόλης.
Πέρασε πάνω από το καμπαναριό, που ήταν στολισμένος με λευκούς αγγέλους από μάρμαρο. Πέρασε πάνω από το παλάτι και άκουσε την μουσική του χορού. Μια όμορφη κοπέλα βγήκε στην βεράντα με τον αγαπημένο της. "Τι υπέροχα που είναι τα αστέρια", της είπε, "και τι υπέροχη που είναι η αγάπη!"
"Ελπίζω το φόρεμά μου να είναι εγκαίρως έτοιμο για τον Βασιλικό Χορό", του απάντησε εκείνη, "παρήγγειλα να το κεντήσουν με λουλούδια του πάθους αλλά η ράφτρα είναι τόσο τεμπέλα".

 Πέταξε πάνω από τον ποταμό και είδε τα φανάρια να κρέμονται απ' τους ιστούς των πλοίων. Πέρασε πάνω από το Γκέτο, και είδε γέρους Εβραίους να κάνουν παζάρια και να ανταλλάσσουν χρήματα. Τέλος έφτασε στο φτωχόσπιτο και κοίταξε μέσα. Το αγόρι έτρεμε απ' τον πυρετό στο κρεβάτι του, και η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί από την κούραση. Μέσα μπήκε και άφησε το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι δίπλα στη δαχτυλήθρα της. Μετά πέταξε απαλά γύρω από το κρεβάτι, ανέμισε τα φτερά του για να δροσίσει το μέτωπο του αγοριού. "Τι δροσιά που νιώθω". είπε το αγόρι, "μάλλον αναρρώνω" είπε, και βυθίστηκε σε ένα γαλήνιο ύπνο.
Στη συνέχεια το Χελιδόνι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα και του είπε τι είχε κάνει. "Παράξενο", παρατήρησε, "αλλά νιώθω πιο ζεστά τώρα, κι ας έχει τόσο κρύο".
"Είναι που έκανες μια καλή πράξη", είπε ο Πρίγκιπας. Και το Χελιδονάκι άρχισε να σκέφτεται και έπεσε να κοιμηθεί. Η σκέψη πάντα τον αποκοίμιζε.
Όταν ήρθε η μέρα πέταξε στο ποτάμι και έκανε μπάνιο. "Τι καταπληκτικό φαινόμενο", είπε ο Καθηγητής Ορνιθολογίας καθώς περνούσε τη γέφυρα. "Ένα χελιδόνι μες στο καταχείμωνο!" Κι έγραψε μια μεγάλη επιστολή σχετικά με το θέμα στην τοπική εφημερίδα. Όλοι στην πόλη παπαγάλιζαν φράσεις από την επιστολή, επειδή ήταν γεμάτη παράξενες λέξεις που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν.
"Απόψε πάω στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι, και είχε μεγάλα κέφια που το σκεφτόταν. Είχε πάει σε όλα τα δημόσια μνημεία, έκατσε μάλιστα πολύ ώρα πάνω στο καμπαναριό της εκκλησίας. Όποτε πήγαινε εκεί τα Σπουργίτια τιτίβιζαν και έλεγαν μεταξύ τους, "Τι εκλεκτός ξένος!" και το Χελιδόνι το απολάμβανε πολύ αυτό.
Όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα. "Έχεις καμιά παραγγελία για την Αίγυπτο;" φώναξε, "τώρα ξεκινάω".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα μείνεις μαζί μου άλλο ένα βράδυ;"
"Με περιμένουν στην Αίγυπτο", απάντησε το Χελιδόνι. "Αύριο οι φίλοι μου κι εγώ θα πετάξουμε στον Δεύτερο Καταράκτη. Ο ιπποπόταμος ζαρώνει εκεί ανάμεσα στα βούρλα, και στο μεγάλο θρόνο από γρανίτη κάθεται ο Θεός Μέμνων. Όλη την νύχτα κοιτάει τα αστέρια, και όταν το πρωινό αστέρι λάμψει, βγάζει μια κραυγή χαράς και μετά μένει ήσυχος. Το μεσημέρι, τα κίτρινα λιοντάρια έρχονται στην άκρη του νερού για να πιουν. Τα μάτια τους μοιάζουν με πράσινο βήρυλλο και ο βρυχηθμός τους είναι πιο δυνατός απ' την βουή του καταρράκτη.

 "Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "μακριά στην πόλη βλέπω ένα νεαρό άντρα σε μια άθλια σοφίτα. Σκύβει πάνω από ένα γραφείο γεμάτο χαρτιά και σε ένα ποτήρι δίπλα του, έχει ένα μπουκέτο μαραμένες βιολέτες. Τα μαλλιά του είναι καστανά και κατσαρά, τα χείλη του είναι κόκκινα σαν τη ροδιά, κι έχει μεγάλα ονειροπόλα μάτια. Προσπαθεί να τελειώσει ένα θεατρικό για τον Σκηνοθέτη του Θεάτρου, αλλά έχει παγώσει και του είναι αδύνατο να γράψει πλέον. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι και η πείνα τον έχει μισολιπόθυμο".
"Θα περιμένω μαζί σου για άλλη μια νύχτα", είπε το Χελιδόνι που στ' αλήθεια ήταν καλόκαρδο. "Να του πάω άλλο ένα ρουμπίνι;"
"Αλίμονο! Δεν έχω άλλο ρουμπίνι πια", είπε ο Πρίγκιπας, "μόνο τα μάτια μου, μου έχουν μείνει. Είναι φτιαγμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από την Ινδία πριν χίλια χρόνια. Βγάλε το ένα τους και πάν' το σ' εκείνον. Θα το πουλήσει στον κοσμηματοπώλη και θα αγοράσει φαγητό και καυσόξυλα, για να τελειώσει το θεατρικό του".
"Καλέ μου Πρίγκιπα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό", είπε το Χελιδόνι κι άρχισε να κλαίει.
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "κάνε όπως προστάζω".
Έτσι το Χελιδόνι έβγαλε το ένα ζαφειρένιο μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε στη σοφίτα. Ήταν πολύ εύκολο να μπει μέσα, επειδή είχε μια τρύπα στη στέγη. Χίμηξε μέσα απ' την τρύπα και βρέθηκε στο δωμάτιο. Ο νεαρός είχε καλύψει το κεφάλι του με τα χέρια του απελπισμένος, και δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού, μα όταν σήκωσε το βλέμα του βρήκε το πανέμορφο ζαφείρι ανάμεσα στις μαραμένες βιολέτες.
"Άρχισαν να με εκτιμούν", είπε, "αυτό είναι από κάποιον μεγάλο θαυμαστή μου. Τώρα μπορώ να ολοκληρώσω το θεατρικό μου", και φαινόταν κάμποσο χαρούμενος.
Την άλλη μέρα το Χελιδόνι πέταξε στο λιμάνι. Στάθηκε στο κατάρτι ενός μεγάλου σκάφους και παρακολούθησε τους ναυτικούς που έβγαζαν με σχοινιά μεγάλα κιβώτια από το αμπάρι. "Φεύγω για Αίγυπτο!" φώναξε το Χελιδόνι, μα κανείς δεν νοιάστηκε, και όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.
"Ήρθα να σε αποχαιρετήσω", του φώναξε.
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα κάτσεις μαζί μου άλλη μια νύχτα;"
"Είναι χειμώνας", απάντησε το Χελιδόνι, "και σύντομα το κρύο του χιονιού θα φτάσει κι εδώ. Στην Αίγυπτο ο ήλιος είναι ζεστός πάνω στους πράσινους φοίνικες, και οι κροκόδειλοι στέκονται νωχελικά στη λάσπη. Οι σύντροφοί μου φτιάχνουν φωλιά στον Ναό του Μπααλμπέκ και τα μωβ και τα λευκά περιστέρια τους παρακολουθούν και γουργουρίζουν το ένα στο άλλο. Καλέ μου Πρίγκιπα, πρέπει να σε αφήσω, μα δε θα σε ξεχάσω ποτέ και την επόμενη άνοιξη θα επιστρέψω με δυο πανέμορφους πολύτιμους λίθους για να αντικαταστήσουμε αυτούς που χάρισες. Το ρουμπίνι θα 'ναι πιο κόκκινο απ' το κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι θα ναι μπλε σαν τον ωκεανό".
"Στην πλατεία εκεί κάτω", είπε ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, "στέκει ένα κοριτσάκι που πουλάει σπίρτα. Της έπεσαν τα σπίρτα κάτω, βραχήκαν και χαλάσαν όλα. Δεν έχει παπούτσια ή κάλτσες και το κεφαλάκι της είναι χωρίς σκουφάκι. Βγάλε και το άλλο μάτι μου και δώσ' της το, έτσι θα γλυτώσει το ξύλο απ' τον πατέρα της".
"Θα μείνω μαζί σου άλλη μια νύχτα", είπε το Χελιδόνι, "αλλά δεν μπορώ να σου βγάλω το μάτι. Θα είσαι εντελώς τυφλός μετά".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "κάνε όπως προστάζω".
 Έτσι έβγαλε και το δεύτερο μάτι του Πρίγκιμα και πέταξε με ορμή. Με μια βουτιά πέρασε δίπλα απ' το κοριτσάκι με τα σπίρτα και άφησε τον πολύτιμο λίθο στην παλάμη της. "Τι όμορφο γυαλάκι", είπε το κοριτσάκι κι έτρεξε σπίτι της γελώντας.
Το Χελιδόνι γύρισε τότε στον Πρίγκιπα. "Είσαι τυφλός τώρα", είπε, "και θα μείνω μαζί σου να σε προσέχω".
"Όχι, Χελιδονάκι", είπε ο καϋμένος Πρίγκιπας, "πρέπει να φύγεις για την Αίγυπτο".
"Θα μείνω μαζί σου για πάντα, να σε προσέχω", είπε το Χελιδόνι και κοιμήθηκε στα πόδια του Πρίγκιπα.

Όλη την επόμενη μέρα κάθισε στον ώμο του Πρίγκιπα και του είπε ιστορίες από μακρινούς παράξενους τόπους. Του είπε πόσο κόκκινος είναι ο ίβις, που στέκεται σε σειρές με τους φίλους του στον Νείλο και πιάνουν τα χρυσόψαρα με τα ράμφη τους, για την Σφίγγα, που είναι παλιά όσο κι ο κόσμος, ζει στην έρημο και ξέρει τα πάντα, για τους εμπόρους που προχωρούν αργά δίπλα στις καμήλες τους και κρατούν κόκκινα κορδόνια στα χέρια τους, για τον Βασιλιά των Βουνών της Σελήνης, που είναι μαύρος σαν τον έβενο και λατρεύει ένα μεγάλο κρύσταλο, για ένα μεγάλο πράσινο φίδι που κοιμάται σε ένα φοινικόδεντρο και έχει είκοσι ιερείς που το ταΐζουν με κερύθρα, και για τους Πυγμαίους που ταξιδεύουν πάνω σε μεγάλα πλατιά φύλλα σε μια λίμνη και έχουν πάντοτε πόλεμο με τις πεταλούδες.
"Αγαπημένο μου Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "μου λες θαυμαστές ιστορίες, αλλά πιο θαυμαστό απ' όλα είναι πόσο υποφέρουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Η Δυστυχία είναι το μεγαλύτερο Μυστήριο. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, Χελιδονάκι, και πες μου τι θα δεις".

Έτσι το Χελιδόνι πέταξε πάνω απ' τη μεγάλη πόλη και είδε τους πλούσιους να γιορτάζουν στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι έστεκαν έξω από τους φράχτες των κήπων τους. Πέταξε σε σκοτεινά σοκάκια και είδε τα λευκά προσωπάκια παιδιών που πεινούσαν, κοιτάζοντας άτονα τους μαύρους δρόμους. Κάτω από το τόξο μια γέφυρας είδε δυο αγοράκια που είχαν ξαπλώσει αγκαλιασμένα για να ζεσταθούν. "Αχ πόσο πεινούμε!" μονολογούσαν. "Απαγορεύεται να ξαπλώνετε εκεί", φώναξε ο Φύλακας και απομακρύνθηκε στην βροχή.


Μετά επέστρεψε στον Πρίγκιπα και του διηγήθηκε όσα είχε δει.
"Είμαι επιχρυσωμένος με φύλλα από ατόφιο χρυσάφι", είπε ο Πρίγκιπας, "πρέπει να τα βγάλεις ένα-ένα, και να τα δώσεις στους φτωχούς μου.
Οι ζωντανοί πάντα νομίζουν ότι ο χρυσός μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους".
Φύλλο το φύλλο, το Χελιδόνι έβγαζε το χρυσάφι μέχρι που ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας
έμοιαζε αρκετά μουντός και γκρίζος.
Φύλλο-φύλλο τα έδινε στους φτωχούς και τα πρόσωπα των παιδιών έγιναν πιο ροδαλά
και γελούσαν παίζοντας στους δρόμους.
"Έχουμε ψωμί να φάμε!" φώναζαν.
Κατόπιν ήρθε το χιόνι, και μετά το χιόνι ήρθε ο παγετός. Οι δρόμοι έμοιαζαν λες κι ήταν από ασήμι, λαμπεροί και γυαλιστεροί. Μεγάλοι παγοκρύσταλλοι σαν κρυστάλλινα ξιφίδια κρεμόντουσαν απ' τις στέγες των σπιτιών, όλοι τριγύριζαν φορώντας γούνες και τα αγοράκια φορούσαν κόκκινα σκουφιά και έκαναν πατινάζ στον πάγο.
Το καϋμένο Χελιδονάκι κρύωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν άφηνε τον Πρίγκιπα, τον αγαπούσε πάρα πολύ. Μάζευε ψίχουλα έξω απ' τον φούρνο και όταν δεν έβλεπε ο φούρναρης προσπαθούσε να ζεσταθεί χτυπώντας τις φτερούγες του.
Μα στο τέλος κατάλαβε ότι θα πέθαινε. Είχε δύναμη ίσα-ίσα να πετάξει ως τον ώμο του Πρίγκιπα για μια τελευταία φορά. "Αντίο καλέ μου Πρίγκιπα!", μουρμούρισε, "μπορώ να φιλήσω το χέρι σου;"
"Χαίρομαι που θα πας τελικά στην Αίγυπτο, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "έμεινες πάρα πολύ καιρό, αλλά φίλησέ με στα μάγουλα επειδή σε αγαπώ".
"Δεν πάω στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι, "πάω στον Οίκο του Θανάτου. Ο Θάνατος είναι ο αδελφός του Ύπνου, έτσι δεν είναι;"
Φίλησε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα στα μάγουλα και έπεσε νεκρό στα πόδια του.
Εκείνη τη στιγμή ένας παράξενος ήχος ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν να σπάει κάτι. 
Η μολυβένια καρδιά του Πρίγκιπα είχε σπάσει στα δύο. Σίγουρα ήταν φοβερά δυνατός ο παγετός.
Νωρίς το επόμενο πρωί ο Δήμαρχος προχωρούσε στην πλατεία, συντροφιά με τους Δημοτικούς Συμβούλους. Καθώς περάσαν από το βάθρο κοίταξαν ψηλά το άγαλμα: "Συμφορά! Πώς ξέπεσε έτσι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας!" είπε.
"Ξέπεσε πολύ!" φώναξαν και οι Δημοτικοί Σύμβουλοι, που πάντοτε συμφωνούσαν με τον Δήμαρχο και κοιτούσαν το άγαλμα.
"Το ρουμπίνι έπεσε απ' το σπαθί του, τα μάτια του λείπουν και ο χρυσός έχει χαθεί", είπε ο Δήμαρχος, "μάλιστα, έχει τα ίδια χάλια με τους ζητιάνους!"
"Τα ίδια χάλια με τους ζητιάνους", είπαν οι Δημοτικοί Σύμβουλοι.
'Έχει κι όλας ένα νεκρό πουλί δίπλα στα παπούτσια του!" συνέχισε ο Δήμαρχος. "Πρέπει να εκδώσουμε μια δημόσια διακήρυξη ότι τα πουλιά δεν επιτρέπεται να πεθαίνουν εδώ". Και ο Γραμματέας του Δήμου σημείωσε την πρόταση.
Έτσι γκρέμισαν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα. "Αφού δεν είναι πια όμορφος, δεν είναι πια χρήσιμος", είπε ο Καθηγητής Καλών Τέχνων στο Πανεπιστήμιο.
Μετά έλιωσαν το άγαλμα σε μια υψικάμινο και ο Δήμαρχος συνεδρίασε με το Σώμα για να αποφασιστεί τι θα κάνουν το μέταλλο. "Πρέπει να φτιάξουμε άλλο άγαλμα, φυσικά", είπε, "και θα είναι ένα άγαλμα δικό μου".
"Δικό μου", είπε κάθε μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και μαλώσαν μεταξύ τους. Τελευταία φορά που τους άκουσα, ακόμα μαλώνανε.
"Τι παράξενο πράγμα!" είπε ο επόπτης των εργατών στο χυτήριο. "Αυτή η σπασμένη καρδιά από μολύβι δεν λιώνει στην υψικάμινο. Πρέπει να την ξεφορτωθούμε". Έτσι την πέταξαν σε μια σκονισμένη στοίβα που είχαν πετάξει και το νεκρό Χελιδόνι.

 "Φέρε μου τα δυο πολυτιμότερα πράγματα της πόλης", είπε ο Θεός σε έναν από τους Αγγέλους Του, και ο Άγγελος Του έφερε την μολυβένια καρδιά και το νεκρό πουλί.
"Διάλεξες σωστά", είπε ο Θεός, "επειδή στον κήπο μου του Παραδείσου αυτό το μικρό πουλί θα κελαηδάει για πάντα και στη χρυσή μου πόλη ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας θα με δοξάζει."

OSCAR WILDE

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου