Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Μας χώρεσε ο Θεός

" Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει..."

Γιώργος Σεφέρης

Η νύχτα φέγγει μες στο χιόνι κι ο χρόνος ακινητεί. Στο πάρκο απέναντι ψυχή, σκυλιά αλυχτούν χαμένα στο σκοτάδι, αυτοκίνητα αργοσέρνονται σε άδειους δρόμους, τα ξύλα τριζοβολούν μες στο τζάκι, κάρβουνα τώρα, μα καίνε εξίσου. Νύχτες χιονιού φωτεινές, φωτίζουν σαν τις "Λευκές" του Ρώσου, αυτές που έζησες ένα καλοκαίρι στην Πετρούπολη, όταν στους δικούς του δρόμους σεργιανούσες. Νύχτες και μέρες που ακινητούν κι ο χρόνος, βραδυπορεί και κείνος, οι διαβάτες σέρνουν τα βήματά τους μες στο φρέσκο χιόνι, τους διασταυρώνεις μες στα στενά της γειτονιάς με γλυκίσματα στο χέρι, δυο-δυο να βαστιούνται και από σπίτι σε σπίτι να πηγαίνουν.Προεόρτια αγκαλιάσματα και αγαπητικά.  Κι όλα συμβαίνουν πιο αργά, σαν παραμύθι που αργεί να τελειώσει και σα να' σαι σε χωριό, παραμονές  εορτών δεσποτικών, όπως παλιά, με μπόλικο χιόνι, στη Σκιάθο, στην Ήπειρο κι αλλού. Κι όλα συμβαίνουν πιο αργά και τα σπουργίτια, α! τα σπουργίτια, και κείνα στο πέταγμά τους καθυστερούν, τα ψίχουλα τσιμπολογούν και έτσι καθυστερούν και οι στιγμές μαζί τους, γιατί σαν τα σπουργίτια οι στιγμές, σκιρτούν και χάνονται.
Σαν προσευχή έπεσε το χιόνι πάνω μας κι η παγωνιά πρωτύτερα, σαν προσευχή και κείνη. Μας χώρεσε ο Θεός, λέω, μικρό θαύμα παραχώρησε και έστειλε νεφέλη, μες σε νεφέλη τον κόσμο έκλεισε, τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα, το κέλυφος ήταν στην ώρα του και έσπασε και άφησε την ψίχα, για να λάμψει. Το λίγο, επειδή είναι λίγο, είναι και άγιο. Γι' αυτό, μας χώρεσε ο Θεός, λέω, και την ψυχή μας φόρεσε, αφού πρώτα την σπλαχνίστηκε και την έκανε δική του, τα χέρια άνοιξε με άφατη επιείκεια και καλοσύνη και μας σπλαχνίστηκε και έστειλε το θαύμα, γιατί αναπάντεχο το χιόνι ήταν, κι όμως ήρθε. Με συγκινεί ο Θεός τούτες τις μέρες, με συγκινεί, γιατί σαν παιδιά μάς χειρίζεται και με έχει λυγίσει και του μιλώ και του κουβεντιάζω και με συντροφεύει, λέω και σωπαίνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου