Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Σαν παραμύθι μελαγχολικό που δεν τελειώνει

Στα νυχτέρια του χιονιού που τώρα λιώνει και μας ξεγυμνώνει, έρχεται η μπάμπουσκα από μακριά, παραμύθι που παρηγορούσε τους εναγώνιους πιστούς της ρωσικής γης. Έρχεται μαζί της και η ελπίδα, φορτωμένη στο δισάκι της,  κάθε της βήμα και χνάρι ελπίδας, και η πίστη της σε αυτό το ατελεύτητο ταξίδι προς την Aγάπη, που σαρκώθηκε και τυλίχτηκε με σπάργανα χοϊκά.  Ακολουθήσωμεν λοιπόν, ένθα οδεύει ο αστήρ. Ανακαλώ τώρα ένα λόγο του γέροντα Πορφύριου, "για να γίνει κανείς καλός χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή. Πρέπει να γίνει ποιητής". Μόνο ποιητής επιβιώνει σήμερα. Οι μάγοι και οι βοσκοί, οι ταπεινοί και παραπεταμένοι του κόσμου και οι σοφοί της γης, οι πράοι, όμως, εν τη καρδία και οι αγνοί, και τα μικρά παιδιά, αυτοί ήταν που έτρεξαν πίσω από ένα αστέρι. Αυτοί ήταν που είδαν τους ουρανούς ανοιχτούς και τους αγγέλους να τους ανεβοκατεβαίνουν. Ήταν αυτοί που τα άφησαν όλα για τη λάμψη του και τους λαμπάδιασε το φως του και πια δεν ησύχαζαν μέχρι να βρουν τη φάτνη του. Αυτοί, που είχαν στραμμένη την ψυχή τους στα ουράνια, στους αστέρες και τους αγγέλους, οι λελυπημένοι και εκδιωγμένοι του κόσμου, αυτοί, οι πρώτοι εν Χριστώ σαλοί. Αν αυτό δεν είναι ποίηση, τότε τι είναι; Ανακαλώ ξανά τον Νίκο Καρούζο και σταματώ, "αν έχεις ποίηση στο ψυχικό  θυμιατό σου, τι να την κάμεις τη γραφόμενη;". Παρακαλώ να είναι ευσπλαχνική η ποίηση μαζί μου, η ζωή να είναι ευσπλαχνική μαζί μου, να στέλνει τους αστέρες, να στέλνει τους αγγέλους, και να' χω τα μάτια ανοιχτά και τα χέρια, ανοιχτά και αυτά, και την ψυχή ορθάνοιχτη, να τρέχω σαν τη μπάμπουσκα, σκορπώντας να τρέχω, τον Θεό για να βρω.
Το παραμύθι της μπάμπουσκας γίνεται κάποτε το παραμύθι της ζωής μας.

Η ΜΠΑΜΠΟΥΣΚΑ

Όλοι οι χωρικοί ήταν έξω, μιλώντας με ενθουσιασμό.
"Ξαναείδατε χτες βράδυ εκείνο το φωτεινό αστέρι;"
"Φυσικά και το είδαμε!"
"Ναι, και ήταν μεγαλύτερο"
"Ναι! Και η πορεία του ήταν προς το χωριό μας. Απόψε θα είναι ακριβώς από πάνω μας"
Εκείνο το βράδυ, ο ενθουσιασμός διαπερνούσε την ατμόσφαιρα ευχάριστα, σα γλυκό αεράκι, και περνούσε μέσα από τα σοκάκια και τους δρόμους.
"Ήρθε ένα μήνυμα"
"Πλησιάζει ένας στρατός"
"Όχι στρατός, παρέλαση είναι"
"Άλογα, καμήλες και θησαυροί"
Τώρα όλοι ήταν περίεργοι για τα νέα! Κανείς δεν μπορούσε να δουλέψει. Κανείς δεν μπορούσε να μείνει μέσα.
Κανείς, εκτός από τη Μπάμπουσκα. Η Μπάμπουσκα είχε δουλειές να κάνει. Πάντα είχε. Σκούπιζε, σφουγγάριζε, γυάλιζε τα πατώματα και όλα έλαμπαν! Το σπίτι της ήταν το πιο περιποιημένο, πάντα καθαρό και αστραφτερό.
"Όλα αυτά τα κάνουν για ένα αστέρι", μουρμούρισε. "Δεν έχω χρόνο, ούτε για να κοιτάζω. Έχω μείνει τόσο πίσω στη δουλειά, που πρέπει να μαζεύω και να καθαρίζω όλο το βράδυ!"
Έτσι, δεν είδε το αστέρι που έλαμπε στον ουρανό εκείνο το βράδυ. Ούτε θαύμασε την παρέλαση που έγινε στο χωριό με τα πανέμορφα φωτάκια. Ούτε άκουσε τις φλογέρες και τα τύμπανα που όσο περνούσε η ώρα δυνάμωναν, καθώς η παρέλαση πλησίαζε στο χωριό. Επίσης δεν άκουσε τις γεμάτες ενθουσιασμό φωνές των χωρικών και μετά το ξαφνικό ψιθύρισμα. Αλλά τον χτύπο στην πόρτα! Αυτόν τον άκουσε! Δεν γινόταν αλλιώς!

"Τι είναι πάλι αυτό;" είπε ανοίγοντας την πόρτα.
Η Μπάμπουσκα απόρησε! Αυτοί που της χτύπησαν την πόρτα, ήταν τρεις βασιλιάδες!
"Ψάχνουμε ένα μέρος να ξεκουραστούμε", είπαν. "Και το σπίτι σου είναι το καλύτερο του χωριού".
"Θέλετε....να μείνετε εδώ;", ψέλλισε η Μπάμπουσκα.
"Ναι, μόνο μέχρι να πέσει η νύχτα και να ξαναφανεί το αστέρι"
Η Μπάμπουσκα ξεροκατάπιε από αμηχανία. "Ελάτε μέσα τότε!", είπε.
Πώς έλαμψαν τα μάτια των βασιλιάδων όταν είδαν τι τους πρόσφερε η Μπάμπουσκα στο τραπέζι! Καθώς τους σέρβιρε, η Μπάμπουσκα τους ρωτούσε συνέχεια:
"Ήρθατε από μακριά;"
"Ναι, από πολύ μακριά", απάντησε ο Κάσπαρ.
"Ακολουθούμε το αστέρι", είπε ο Μελχιόρ.
"Και προς τα πού πάτε δηλαδή;", απόρησε η Μπάμπουσκα.
"Δεν ξέρουμε", της είπαν. Αλλά πίστευαν ότι θα τους οδηγούσε στο νεογέννητο Βασιλιά, ένα Βασιλιά που ο κόσμος δνε είχε ξαναδεί ποτέ, το βασιλιά της Γης και του Ουρανού.
"Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας;" είπε ο Βαλτάσαρ. "Και να του πας κι εσύ ένα δώρο, όπως εμείς. Κοίτα, εγώ έχω χρυσό, και οι φίλοι μου φέρνουν λίβανο και σμύρνα"
"Α", είπε η Μπάμπουσκα, "δεν είμαι σίγουρη ότι θα ήμουν ευπρόσδεκτη. Όσο για δώρο...."
"Γιατί, αυτό το τουρσί θα άρεσε σε όλους τους βασιλιάδες!", είπε ο Βαλτάσαρ.
Η Μπάμπουσκα γέλασε. "Τουρσί; Για ένα μωρό; Ένα μωρό χρειάζεται παιχνίδια!"
Μετά σκέφτηκε για λίγο. "Έχω ένα ντουλαπάκι γεμάτο παιχνίδια", είπε θλιμμένα. "Το μικρό μου παιδί, ο δικός μου βασιλιάς πέθανε όταν ήταν πολύ μικρός"
Ο Βαλτάσαρ τη σταμάτησε και της είπε:΅
"Αυτός ο νεογέννητος Βασιλιάς μπορεί να γίνει και ο δικός σου Βασιλιάς. Έλα μαζί"
"Θα...θα το σκεφτώ", ψέλλισε η Μπάμπουσκα.
Καθώς οι βασιλιάδες κοιμούνταν, η Μπάμπουσκα καθάριζε και μάζευε το σπίτι όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Τι πολλή δουλειά που είχε να κάνει παραπάνω! Και αυτός ο νέος Βασιλιάς....Τι παράξενη ιδέα να φύγει με τους τρεις επισκέπτες της και να πάνε όλοι μαζί να τον βρουν! Όμως, μπορούσε να το κάνει αυτό; Να αφήσει το σπίτι της και να πάει να τον βρει έτσι απλά; Η Μπάμπουσκα ανασκουμπώθηκε! "Δεν υπάρχει χρόνος για όνειρα" σκέφτηκε. Τόση δουλειά, σκούπισμα, σφουγγάρισμα, τα πιάτα, και παραπάνω μερίδες για μαγείρεμα! Τελοσπάντων, για πόσο θα έλειπε; Και με το δώρο τι θα γινόταν; Αναστέναξε. "Έχω τόσα πολλά πράγματα να κάνω. Το σπίτι θα πρέπει να είναι καθαρό αφού φύγουν. Δεν θα μπορούσα να το αφήσω έτσι"

Ξαφνικά έφτασε η νύχτα.
Ήταν ένα αστέρι στον ουρανό!
"Είσαι έτοιμη, Μπάμπουσκα;"
"Θα ....Θα έρθω αύριο", είπε η Μπάμπουσκα. "Θα σας προλάβω όμως. Πρέπει για την ώρα να καθαρίσω λίγο, να βρω ένα δώρο, να ετοιμαστώ..."
Οι βασιλιάδες την αποχαιρέτησαν θλιμμένοι.
Το αστέρι έλαμπε στον ουρανό. Η Μπάμπουσκα γύρισε τρέχοντας στο σπίτι της, για να αρχίσει τη δουλειά.
Σκουπίζοντας, καθαρίζοντας, ξεσκονίζοντας, πέρασε η ώρα και ξημέρωσε! Τελικά, η Μπάμπουσκα πήγε στο μικρό ντουλαπάκι, το άνοιξε και ξανακοίταξε στεναχωρημένη όλα τα παιχνίδια. Ήταν τόσο σκονισμένα! Και ήταν σίγουρο πως δεν έκαναν για το νεογέννητο βασιλιά. Έπρεπε όλα να καθαριστούν.
"Καλύτερα να ξεκινήσω από τώρα να τα καθαρίζω", σκέφτηκε.
Δούλευε γρήγορα, πολύ γρήγορα. Ένα προς ένα, τα παιχνίδια ακτινοβολούσαν, έλαμπαν και άστραφταν. Τώρα μπορούσε να τα προσφέρει στο νεογέννητο Βασιλιά.
Η Μπάμπουσκα κοίταξε έξω από το παράθυρό της. Ήταν ήδη πρωί! Μπορούσε να ακούσει τους αγρότες που δούλευαν. Μετά κοίταξε στον ουρανό, μα το αστέρι είχε χαθεί. Οι βασιλιάδες θα είχαν βρει ένα άλλο μέρος να ξεκουραστούν, και πίστεψε πως θα τους έβρισκε εύκολα τώρα. Αλλά η Μπάμπουσκα ένιωθε πολλή κούραση και αποφάσισε να ξαποστάσει -μόνο μία ώρα....
Ξαφνικά, ξύπνησε! Ήταν σκοτάδι! Είχε αποκοιμηθεί! Έτρεξε πανικόβλητη στο παράθυρο. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Και το αστέρι δεν ήταν πουθενά! Έτρεξε πίσω στο σπίτι, ντύθηκε ζεστά, τύλιξε βιαστικά τα δώρα, τα έβαλε σε ένα καλαθάκι, και πήγε από το μονοπάτι που είχαν πάρει και οι βασιλιάδες.

Προχωρούσε βιαστικά, περνώντας από χωριό σε χωριό. Παντού ρωτούσε για τους βασιλιάδες.
"Ω, ναι, τους είδαμε" της έλεγαν. "Πήγαν από αυτό το δρόμο"
Η Μπάμπουσκα είχα χάσει πλέον το μέτρημα των ημερών. Πέρασε από χωριά και πόλεις. Αλλά δεν το έβαζε κάτω. Προχωρούσε μέρα και νύχτα. Τελικά έφτασε σε μία μεγάλη πόλη.
"Το παλάτι!" σκέφτηκε. Εδώ πρέπει να γεννήθηκε ο μικρός Βασιλιάς.
"Κανένα νεογέννητο βασιλιά δεν έχουμε εδώ στο παλάτι" είπε ο φρουρός του παλατιού.
"Οι τρεις βασιλιάδες πέρασαν από εδώ;" ρώτησε η Μπάμπουσκα.
"Α, ναι, πέρασαν. Αλλά, δεν κάθισαν πολύ. Έφυγαν αμέσως, για να συνεχίσουν το δρόμο τους"
"Μα προς τα πού πήγαν;"
"Στη Βηθλεέμ. Δεν μπορώ να φανταστώ όμως γιατί εκεί. Είναι ένα πολύ φτωχικό χωριό. Αλλά σίγουρα πήγαιναν προς τη Βηθλεέμ".
Αμέσως η Μπάμπουσκα ξεκίνησε να πάει στη Βηθλεέμ.
Ήταν πλέον απόγευμα όταν έφτασε επιτέλους στη Βηθλεέμ. Πόσες μέρες περπατούσε άραγε; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Και θα μπορούσε ένας νεογέννητος Βασιλιάς να μένει σε ένα τόσο φτωχό μέρος; Σίγουρα τέτοιο μέρος δεν ήταν κατάλληλο για ένα Βασιλιά. Η Βηθλεέμ δεν ήταν και πολύ μεγαλύτερη από το χωριό της....
Η Μπάμπουσκα προχώρησε στο πανδοχείο.
"Ω, ναι" είπε ο ιδιοκτήτης "οι τρεις βασιλιάδες ήταν εδώ πριν από τρεις ημέρες. Ήταν όλοι ενθουσιασμένοι. Αλλά δεν κάθισαν ούτε μία νύχτα"
"Και το μωρό;" έκλαψε η Μπάμπουσκα. "Δεν ήταν και ένα νεογέννητο εδώ;"
"Ναι" είπε ο ιδιοκτήτης. "Εδώ ήταν. Και οι τρεις βασιλιάδες για το μωρό είχαν έρθει"
Όταν όμως είδε την απογοήτευση στα μάτια της σταμάτησε...
"Θα σου δείξω πού ήταν το μωρό" είπε ευγενικά. "Δυστυχώς δεν είχα άλλο μέρος να φιλοξενήσω τους γονείς του. Το πανδοχείο μου ήταν γεμάτο εκείνο το βράδυ. Το μόνο άδειο μέρος που είχα, ήταν αυτός ο στάβλος"
Η Μπάμπουσκα τον ακολούθησε.
"Να, εδώ είναι ο στάβλος" είπε και την άφησε να τον δει.

 "Μπάμπουσκα;"
Ένας άγγελος στεκόταν στο ημίφως της εξώπορτας. Την κοιτούσε με κατανόηση. Μήπως θα μπορούσε να της πει πού είχε πάει η οικογένειά της; Η Μπάμπουσκα γνώριζε τώρα ότι ο νεογέννητος Βασιλιάς ήταν για εκείνη το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο.
"Έχουν φύγει στην Αίγυπτο με ασφάλεια" επανέλαβε ο άγγελος στη Μπάμπουσκα. "Και οι βασιλιάδες επέστρεψαν στα βασίλειά τους. Ένας από αυτούς μου μίλησε για σένα. Λυπάμαι, αλλά όπως βλέπεις, έχεις αργήσει πολύ. Οι βοσκοί ήρθαν μόλις τους ειδοποίησαν οι άγγελοι. Οι βασιλιάδες ήρθαν μόλις είδαν το αστέρι. Βρήκαν το Βρέφος Ιησού Χριστό, το Σωτήρα του κόσμου"


Μερικοί λένε ότι η Μπάμπουσκα ψάχνει ακόμα να βρει το νεογέννητο Βασιλιά Χριστό, γιατί ο χρόνος δεν μετράει όταν ψάχνεις για κάτι αληθινό. Η Μπάμπουσκα ακόμα ψάχνει από σπίτι σε σπίτι ρωτώντας, "Είναι εδώ; Είναι ο νεογέννητος Χριστός εδώ;"
Και τα Χριστούγεννα, όταν βλέπει ένα παιδάκι να κοιμάται και έχει ακούσει ότι κάνει καλές πράξεις, βγάζει ένα παιχνίδι από το καλαθάκι της, και το αφήνει δίπλα του. Μετά, συνεχίζει να ταξιδεύει και να ψάχνει, ρωτώντας:
"Έίναι εδώ; Είναι ο νεογέννητος Χριστός εδώ;".

Διασκευή: Arthur Scholey
                                                εκδ. Αποστολικής Διακονίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου