Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Τα σπάργανα της ηπείρου χώρας...


ΤΑ ΣΠΑΡΓΑΝΑ

Χρόνια πριν και τα δεύτερα Χριστούγεννα εντός της Δυτικής Μακεδονίας. Παραμονή και κάλαντα της ημέρας και ένα μικρό κορίτσι, μηνών, μέσα στην παιδική του κούνια, που ήταν και η δική σου. Διάτρητοι από την αθωότητα του βρεφικού βλέμματος και εντελώς ευσυγκίνητοι.
Τότε είχες και γειτόνισσα, που έφτιαχνε τέτοια μέρα λαχανοντολμάδες. Τους φτιάχνουν οπωσδήποτε στην περιοχή, γιατί είναι παράδοση λέει, που θυμίζει τις φασκιές που τύλιξε η Παναγία τον νεογέννητο Χριστό. Σε συγκίνησε τούτη η απλή εξήγηση του λαού. Και από τότε άρχισες και εσύ να τους φτιάχνεις και δεν μπορούσες να σκεφτείς Χριστούγεννα, δίχως να τυλίξεις με τη σειρά σου τις φασκιές του Χριστού. Τούτη τη μέρα πάντα ήθελες να την περνάς εντός του σπιτιού. Απέφευγες και αποφεύγεις να βγαίνεις έξω. Μέσα, μέχρι την άλλη μέρα το πρωί, το σχεδόν νύχτα, που θα βρεθείς σε μια σύγχρονη φάτνη. Μέσα, στις ετοιμασίες του τραπεζιού και κυρίως στην εσωστρέφεια της ψυχής. Κάποτε υψηλή συγκίνηση και κάποτε ελεγχόμενη. Μα πάντα έτσι. Χρόνια τώρα.


Τούτες οι φασκιές σε πάνε στα Κάλαντα της Ηπείρου, τα σπάργανα για τον Χριστό, που ίσως και να είναι τα αγαπημένα σου. Πιανόμασταν από τούτα τα ακούσματα και βυθιζόμασταν στην απλή χαρά της εορτής. Παιδιά που περιμένεις να καλαντίσουν και να σου ανοίξουν το σπίτι, τα δικά σου παιδιά που μεγαλώνουν. La vita e bella. Θυμάσαι την ταινία. Είναι αδύνατο να μην την θυμηθείς. Εκείνα τα πρώτα Χριστούγεννα της κόρης σου είχες τέτοια χαρά με τη γέννησή της, που ήθελες να την σκορπίσεις σε όλους. Πόλη χιονισμένη και πάλι στην άκρη της το παλιό το σπίτι, που και κείνο έβλεπε, μόλις έβγαινες στη βεράντα, το Σινιάτσικο. Εκείνο το βράδυ της παραμονής σού ήρθε το εξής. Έβαλες τη μουσική από την ταινία και άνοιξες την μπαλκονόπορτα και έβγαλες το κασετόφωνο έξω. Χιόνι απάτητο και λιγοστοί διαβάτες για τα τελευταία ψώνια και σκοτάδι ήδη στους δρόμους. Και η μουσική της Ζωής που είναι Ωραία να σκορπιέται γύρω σου και να τη σκορπάς και εσύ όπου πιάσει, όπως το χιόνι που στέκεται και κείνο όπου πιάσει. Και τώρα σκέφτεσαι πως κρατούν οι επιθυμίες στην ψυχή, όπως το χιόνι κρατά στ’ απάτητα βουνά. Και ήθελες τούτη τη χαρά να τη μοιράσεις, αν μπορούσες τη λύπη να διώξεις από όλους. Τόσο εύκολο το νόμιζες.

Δεν ξέρω τι πράγμα είναι η ζωή. Νιώθω όμως πως είναι πράγματι ωραία. Στις μικρολεπτομέρειές της. Και δεν ξέρω αν πρέπει να σταθεί κανείς απέναντί της με ρεαλισμό ή με επιείκεια. Μου είπαν τούτες τις μέρες το εξής «Καλός ο κόσμος σας, αλλά δεν έχει ρεαλισμό». Όχι, απαντώ, ο κόσμος μου δεν είναι καλός. Δεν είναι καν ακίνδυνος. Και από την άλλη σκέφτομαι, πως ο κόσμος μου είναι ο κόσμος των ψυχών. Τούτες με νοιάζουν, γιατί τούτες προχωρούν και τα σώματα ακολουθούν. Αν ουρλιάξουν, βγάζεις άκρη. Αν φιμωθούν, σε δηλητηριάζουν. Τούτος ο φιμωμένος κόσμος, όμως, είναι ένας λυπημένος κόσμος, αυτό είναι αλήθεια. Είναι το κατακάθι της ζωής, ενώ η ζωή απαιτεί το απόσταγμά της. Κάποτε έρχεται και κάποτε δεν έρχεται ποτέ.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου