Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Τα σπάργανα της αγάπης



Η ομίχλη έζωσε από παντού την πόλη. Τη βλέπω να τη σκίζει το φως της ΔΕΗ, τη βλέπω σαν καπνός να μας εισβάλλει, τη βλέπω νεφέλη να γίνεται, ανεβαίνω στην πάνω βεράντα μέσα της να χωθώ, να τη διασταυρώσω, να τη μυρίσω θέλω, τα χιόνια και οι βροχές, όλα τα δύσκολα και όλα τα ευφρόσυνα, πάντα εκεί πάνω τα ανταμώνεις, χτυπούν οι καμπάνες των Νεομαρτύρων, χτυπούν την αγρυπνία των Ωρών, με κύκλωσε κείνη, τα φώτα των Χριστουγέννων αχνοφέγγουν, ένα κίτρινο σύννεφο σκεπάζει το Σινιάτσικο, θαμπός ο τόπος, θαμπό το πάρκο, θαμπό το έλατο της αυλής, σκύβω το βλέπω στολισμένο, χτυπούν οι καμπάνες ξανά, ντύνομαι στα γρήγορα, τρέχοντας κατεβαίνω, ορμώ στην ομίχλη που έπεσε βαριά σε τούτη την πόλη στα δυτικά της Μακεδονίας. Φορτωμένη εισέρχομαι, βαρύθυμη κάπως, σκυμμένη από την έγνοια της ημέρας, μητερούλες γύρω μου και άλλοι, που δε διακρίνεις πρόσωπα, μόνο το φως των καντηλιών κι αυτό να τρεμοπαίζει, και σκέφτεσαι πως εντός τούτου του τόπου υπάρχουμε όλοι ως σκιές, μα καλύτερα ως ψυχές, ούτε χρόνος υπάρχει και το κράτος του έχει καταλυθεί, και κάπως σαν την παράδεισο, μόνο τα αναγνώσματα ακούς, το θυμίαμα να σε περιλούει, την άχνα της παραμυθίας σώμα με σώμα με την ψυχή σου να παλεύει και κείνο το πρώτο «Χριστός γεννάται» ακούς, να στάζει έπειτα, από παντού σε μούσκεψε, δεν έβλεπες τα άγια μπροστά, δεν έβλεπες και τους αγίους, μα έπειτα «Βηθλεέμ ετοιμάζου» και να μπαίνουν να βγαίνουν τα εξαπτέρυγα, να φεύγει η πρώτη, να έρχεται η τρίτη ώρα, την έκτη δεν την άκουσες, βαριά τα βλέφαρα και η έγνοιά σου βαριά, κορμός το σώμα και μια θλίψη που σε νότισε, μα, πριν, τον Χριστό κοιτάς, τον έχεις απέναντι και εσταυρωμένο, στα Άγια των Αγίων, μια σταυρωμένη αγκαλιά ορθάνοιχτη και «ο εμός έρως εσταύρωται» θυμάσαι να σου φωνάζει ο Άγιος Ιγνάτιος πριν λίγες μέρες, εσταυρωμένο τον βλέπεις και μια φάτνη η αγκαλιά του να μας χωρέσει όλους και μας χωρά, μόνο Αυτός -πώς το καταφέρνει- και μας χωρά και μας συγχωρά και νιώθει και δεν χρειάζεται να πεις πολλά, την ξέρει την καρδιά και την ευσπλαχνίζεται, για τους άλλους όλους «ουκ ην τόπος αυτοίς» και πώς να βρεις ξανά το «πού» και πώς να βρεις ξανά το «πώς», σηκώνομαι απρόθυμα να επιστρέψω, κοιτώ το κερί, ένα για όλους, όλους να τους φωτίσει και να τους ζεστάνει, την Αγία της ημέρας ασπάζομαι, τη νιώθω κάπως δική μου, πριν χρόνια ζούσε η γιαγιά και τη γιορτάζαμε, τώρα στους ουρανούς γιορτάζουν και οι δύο, χώνομαι στην ομίχλη ξανά, βρίσκω το παλιό μου ρίγος, με βρίσκει και το καινούριο, άλλο ρίγος αυτό, δεν τους αντιστέκομαι, αφήνομαι στο έλεός τους, κάθε φορά την Πλατυτέρα εκλιπαρώ να με γλιτώσει, θυμάμαι τους Σαράντα της Σαρακοστής, πώς άντεξαν τον πάγο ως να τους φύγει η ψυχή;, δεν είμαι από την πάστα των μαρτύρων, κουκουλώνομαι διπλά, οι δρόμοι βρεγμένοι από την άχνα της νεφέλης και το υγρό της πέρασμα, Χριστούγεννα θυμάμαι στο χωριό του πατέρα, σπάνια μας έβρισκε ο χειμώνας εκεί, μα είχαν πάντα κάτι από τη σιωπή του Κόζιακα και τη μοναξιά των κορφών του, και από σπίτι σε σπίτι πηγαίναμε με κομμένη την ανάσα από το κρύο και τη βροχή να σπάει στα παράθυρα και στα κατώφλια να σπάει, κάλαντα και παραμονές μετά βίας τις θυμούμαι, μόνο τη σιωπή της οροσειράς στεφανωμένη με χιόνι θυμάμαι και πως από παράθυρο σε παράθυρο κυνηγούσες τον Κόζιακα και τώρα το Σινιάτσικο, μια ζωή με ένα βουνό ανάσαινες, δίχως του να κάνεις δεν μπορείς, θυμάμαι συντροφιές και ντοπιολαλιές, το τσίπουρο να ρέει, λαχανόπιτες και γαλατόπιτες και το ψητό στη γάστρα, εκείνη την παλιά, όχι του φούρνου που έγινε της μόδας τώρα στην ανάγκη, θυμάμαι τη χαρά, το γέλιο θυμάμαι, το αντάμα, εκείνο ήταν το πιο σπουδαίο, το αντάμα, ένιωθες πως ανήκεις κάπου, πως έχεις όνομα, της άλλης γιαγιάς το όνομα, της βλάχας, μονάχα εσύ από τόσα εγγόνια το έχεις, εσύ, μεγαλωμένη μακριά, μα πώς έχεις τόσο τον τόπο μέσα σου, εσύ και ο πατέρας τελευταίοι πάντα ξεκολλούσατε από εκεί, ποτέ δεν ξεκόλλησες από εκεί, μονάχα τώρα τελευταία το λώρο τον έκοψες για τα καλά, θυμάμαι τα παραγγέλματα και τα πειράγματα, μα και τα παρατσούκλια, όμοια ως και τα σήμερα που ζεις αλάργα, μα κι αν ζεις αλάργα, σου το’ δωσαν και σένα, «μανιά» σε βάφτισαν και από τότε έτσι σε περιμένουν. Παραμονές και τώρα Χριστουγέννων, μα σταμάτησε ο χρόνος ή πήρε το χρώμα που απέκτησε και από τότε αυτό κρατά, κι αν χρώμα, δεν ξεθώριασε, καθώς εξαρχής ανεξίτηλο ήταν και ήταν ουράνιο χρώμα και για τούτο σπάνιο και άγιο χρώμα και έχει κάτι από τα σπάργανα της ημέρας, «τα σπάργανα για τον Χριστό, ελάτε όλες σας εδώ», που τραγουδάν στην Ήπειρο, ετούτα τα σπάργανα σκέφτομαι μέρες τώρα, πως στα σπάργανα την ψυχή μου την τυλίγω, εκεί τη φυλάγω και τη νανουρίζω, πως στα σπάργανα η αγάπη μάς τυλίγει, πως στα σπάργανα την τυλίγουμε κι εμείς, πως σπάργανα του Χριστού η πρώτη φορεσιά, τα σπάργανα της αγάπης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου