Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Μνήμη Οσίου


ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ


δηλ. ανεπεξέργαστα πλάνα από κείνο το φοιτητικό ταξίδι στη Ρωσία


Κυριακή 7 Ιουλίου 1996 της Αγίας Κυριακής πετάμε για Μόσχα. Προσγείωση στο αεροδρόμιο Βνούκοβο στα προάστια της Μόσχας. Μετά από ποικίλες ταλαιπωρίες στα λεωφορεία για το ξενοδοχείο. Το ξενοδοχείο λέγεται Rus Hotel ή αλλιώς «Ξενοδοχείο του Ήλιου». Βρίσκεται και αυτό στα προάστια της Μόσχας. Πρώτο δείπνο: μακαρόνια με αμφίβολο μπιφτέκι. Μάταια περιμέναμε για γλυκό. Δαγκώναμε τη ζάχαρη, που έλιωνε στο στόμα. Μέχρι τώρα τίποτα παρά ατέλειωτες, ομοιόμορφες πολυκατοικίες. Ομοιόμορφες, όπως και οι λεύκες που τις πλαισίωναν. Απέραντα δάση από λεύκες. Σου δίνει την αίσθηση του άναρχου και του ατελεύτητου. Σαν τη θάλασσα, σα να κατέχουν θέση θαλάσσης. Μου θυμίζουν τις απέραντες ρωσικές στέπες των βιβλίων. Εδώ οι άνθρωποι κάνουν βόλτα στα δάση και είναι ξαπλωμένοι στο γρασίδι. Κόκκινα τρένα διασχίζουν τη ρωσική γη. Το παράθυρό μας βλέπει το Μπούτοβο, με τα πολυώροφα, απαράλλαχτα κτίρια, τον αυτοκινητόδρομο που μας οδήγησε εδώ και τη σιδηροδρομική γραμμή. Βρήκαμε τηλεόραση και το θωρείς περίεργο ν’ ακούς τις ειδήσεις στη Μόσχα. Τα κτίρια αυτά, που είναι όλα ίδια, έχουν στα θεμέλιά τους εστιατόρια και σχολεία και παιδικούς σταθμούς και κέντρα διασκέδασης και μαγαζιά για ψώνια, έχουν τα πάντα, όλα ίδια και απαράλλαχτα, τόσο ίδια, που ίσως η μονοτονία του Καβάφη αποκτούσε άλλο νόημα εδώ ή ίσως το μόνο της θεμιτό νόημα. Αυτή η γη σε γοητεύει. Το βράδυ απόδειπνο ανάμεσα σε χορτάρια, ουρανό και περίεργες ομοιόμορφες παράγκες. Αυτό το παράθυρο μ’ αρέσει πολύ και τώρα χαζεύω την τηλεόραση. Αύριο Πετρούπολη και 640 χλμ. Καληνύχτα!


Δευτέρα 8/7 ώρα 1.30 π.μ. στην Αγία Πετρούπολη. Εδώ δεν είναι παρά σούρουπο. Σε λίγο μάλιστα ίσως αρχίσει να ξημερώνει, κατά πώς λένε. Το δωμάτιό μας αντικρίζει πλαγιαστά και με λίγη καλή θέληση μια από τις λαύρες της Πετρούπολης. Εδώ είναι θαμμένος ο Ντοστογιέφκσυ. Ποτέ δεν θα περίμενα ότι θα τον είχα τόσο κοντά. Όλα αυτά σε λίγο καιρό θα μοιάζουν μακρινά και οι μέρες μας εδώ θα’ ναι φευγάτες. Μα τώρα που τα ζούμε όλα μοιάζουν σαν ψέματα και οι στιγμές μας εδώ, συνέχεια ενός χειμωνιάτικου ονείρου. Ήταν αυτό που λιγότερο πίστευα ότι θα μπορούσε να συμβεί. Και όμως συμβαίνει και είμαστε ευτυχείς. Διαδρομή λοιπόν από την αρχή με λειψό πρωινό και πολλή όρεξη γι’ αυτά που θα αντικρίζαμε. Πορεία χωρίς ποικιλία, εκτός από το ξεκίνημα, που η άγνοιά μας και το άγνωστο συνταιριάζονταν αρμονικά. Ατελείωτες άχαρες στήλες, στοιβαγμένα κεφάλια ανθρώπων με παλαιικά, αρχέγονα νοικοκυριά. Είδος πρώτης ανάγκης τα πάντα, μα περισσότερο το voda, δηλ. το νερό. Άνθρωποι ξεχασμένοι, βγαλμένοι από άλλο έργο και άλλη εποχή, χαμένοι σε αχανείς εκτάσεις γης, που δείχνουν να μην τους χρησιμεύουν σε τίποτα. Ανύπαρκτη η κρατική εξουσία σε μια πορεία 700 χλμ. Τα μπλόκο μόνο μας θύμιζαν πού και πού ότι διοικείται αυτή η απέραντη χώρα. Πόλεις και χωριά πανομοιότυπα, λες βγαλμένα καρμπόν στο ίδιο χαρτί. Τίποτα δεν θύμιζε ότι η πορεία συνεχιζόταν. Το ίδιο επαναλαμβανόμενο τοπίο. Μια ευθεία δρόμος, δίχως τέλος, δίχως βουνά, μόνο δάση, απέραντα δάση, γιομάτα λεύκες, έλατα, φλαμουριές. Και δίπλα τους τα ίδια μεγαθήρια ή στην καλύτερη περίπτωση μισογκρεμισμένα ξύλινα σπιτάκια, χαμένα στο πράσινο, με κόκκινα γεράνια απαραίτητα στα περβάζια τους. Όλα ίδια, όμως αυτά τα τελευταία τόσο γοητευτικά, τόσο χαριτωμένα, τόσο απλά. Έστω και αν υπογράμμιζαν για μια ακόμα φορά την έλλειψη κάθε ποικιλίας, κάθε πρωτοτυπίας, κάθε ιδιοσυγκρασίας, την προσπάθεια για τελική απαλοιφή της προσωπικότητας. Τη δημιουργία πόλεων στρατευμάτων. Στο δρόμο γραφικές σκηνές ανάμεσα σε ποτάμια και λίμνες, Ρώσους που ψάρευαν ή απλά πήγαιναν περίπατο: τόσο περίεργο που φάνταζε στα μάτια μας, η έλλειψη κάθε σκοπιμότητας, η προτεραιότητα στη ζωή. Οι πόλεις τους, απρόσιτες για μας, με μοναδική γοητεία τη φυσική ομορφιά, που εδώ χαρίζεται πλουσιοπάροχα. Εγκαταλειμμένες εκκλησίες, που θα’ θελες να τις διαβείς και να τις προσκυνήσεις. Φθαρμένη ομορφιά και σιωπηλό μεγαλείο δίπλα σε μια Ρωσία φτωχή, που συνεχίζει πεισματικά το δρόμο της, έστω και αν σου δίνει την αίσθηση ότι πάει προς τα πίσω. Τόπος των αντιθέσεων: το παλιό και το καινούριο, η φτώχεια και ο πλούτος, ο χριστιανισμός και οι άλλοι. Χαρακτηριστικός τόπος: Νόβγκοροντ-Κρεμλίνο-ποταμός Βουλκόφ-Αγία Σοφία στο Κρεμλίνο κατά την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Κάτι διαφορετικό σε μας και σ’ αυτούς, που σε πληγώνει και σε ντροπιάζει ώρες-ώρες. Η επιφάνεια και η σιωπή. Το βάθος και το μεγαλείο. Εμείς επισκέπτες, σχεδόν τουρίστες. Εκείνοι άνθρωποι.
Θεοφάνης ο Έλληνας, αγιογράφος της Εκκλησίας της Μεταμορφώσεων, τώρα μουσείο. Παρέμεινε άγνωστος. Τώρα Αγία Πετρούπολη. Κλείνω το φως. Καληνύχτα σας!!!

Τρίτη 9/7: Παναγία Καζάν. Ο Μέγας Πέτρος τη μετέφερε στην Πετρούπολη. Δεν ξέρουμε πού φυλάσσεται το πρωτότυπο. Ναός της Αναστάσεως: σαν κέντημα. Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ, ο πολιούχος της Πετρούπολης. Νεκρόπολις.
Χρόνος ελεύθερος και περπατάμε μες στην Πετρούπολη. Χωρίς να ξέρουμε πού πάμε. Μια εκκλησία βλέπουμε σχεδόν κρυμμένη μες στις πολυκατοικίες. Άντρας με μορφή οσιακή, ψηλόλιγνος, και τον παίρνει η πόρτα μέσα του. Θέλουμε να μπούμε. Να τα δούμε όλα. Χτυπάμε, μα δεν ανοίγουν. Και όμως τώρα ήταν εκεί. Επιμένουμε. Δεν ανοίγουν. Πεισμώνω. Νιώθω το φόβο τους. «Please, Orthodox» τους φωνάζω έξω από τη μισοκλειδωμένη θύρα. Η πόρτα ανοίγει. Μια γριούλα και γάτες γύρω της και μια εκκλησιά φοβισμένη, που είχε αλλάξει πρόσωπο, μα τώρα είναι πάλι αυτή που είναι, μα φοβάται ακόμα. Συνεννοούμαστε με τα λίγα σέρβικα μιας φίλης, μα κυρίως με τη γλώσσα του προσώπου. Ρωτάμε ονόματα, λέμε τα δικά μας. «Εσύ είσαι δική μας» μου χαμογελά η γριούλα. Νιώθω όμορφα με τούτο τον λόγο. Νιώθω τη συγγένεια. Η Αγία μου είναι πρώτα δική τους. Ο ψηλόλιγνος άντρας μάς ανοίγει την πόρτα της εκκλησίας, σα να μας ανοίγει την πόρτα της ψυχής του. Σε κάθε εικόνα που μας δείχνει, σταματά, μιλά στα ρωσικά, σταυροκοπιέται, την προσκυνά, δακρύζει, πέφτει στα γόνατα. Μιλά και κλαίει την ίδια ώρα. Νιώθω άσχημα, νιώθω άβολα. Νιώθω ντροπή για τα δικά μου ρηχά αισθήματα, για το δικό μου χλιαρό φιλί επάνω τους. Πάω να τον μιμηθώ, μάταια. Μπροστά τους φαινόμαστε σχεδόν άθεοι. Τα μάτια του δεν μας κοιτούν. Τα’ χει χαμηλά. Σα να μας ντρέπεται. Σεβόμαστε τη συστολή του. Ντρεπόμαστε και εμείς. Μας κατεβάζει στα υπόγεια. Εκεί κρυβόντουσαν, εκεί τελούνταν τα μυστήρια. Φιλιόμαστε τρις με τη γριούλα, οι γάτες να μπαινοβγαίνουν μες στα βήματά μας. Φεύγουμε. Νιώθουμε σα να μεταλάβαμε. Περπατάμε λουσμένοι μες στο φως της Πετρούπολης, που απολαμβάνει τις λευκές νύχτες της. Άνθρωπος στο δρόμο κανείς. Βγαίνουμε στη λεωφόρο Νιέφσκυ. Απέναντι από τη λαύρα και τη νεκρόπολη που είναι το ξενοδοχείο μας. Τραβάμε τις βαριές κουρτίνες. Από μακριά ακούγεται η βουή του ποταμού της. Καληνύχτα πια.

Τετάρτη 10/7: Οσία Ξένη σαλή, 19ος αιώνας. Χήρεψε 25 ετών. Φόρεσε τα στρατιωτικά ρούχα του άντρα της. Παίρνανε χώμα τα πλήθη που συνέρρεαν. Μες στα κοιμητήρια η εκκλησιά της. Περνάς όλα τα μνήματα, για να την προσκυνήσεις. Εξοικείωση με το θάνατο στην κάθε μέρα. Τους αγαπώ τους σαλούς περισσότερο από τους άλλους. Και τους φοβάμαι την ίδια ώρα.
Μοναστήρι Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης: βγαίνοντας προς τη Βαλτική. Η Πετρούπολη είναι μια πόλη χτισμένη πάνω σε νησάκια που δεν τα καταλαβαίνεις, είναι η Βενετία του Βορρά. Σε ένα από τούτα τα νησάκια ο Άγιος τούτος, που προσπαθούσες να τον διαβάσεις τον χειμώνα, μα σου ήταν εξαιρετικά δύσκολος. Τον αγάπησες όμως για την αλήθεια του λόγου του. Σελίδα-σελίδα και γραμμή τη γραμμή και ας τον εγκατέλειψες. Ερμιτάζ: ερημητήριο της Αικατερίνης και μια πλατεία που στέγασε την επανάσταση. Πώς να μην επαναστατήσουν οι μουζίκοι μπροστά σε αυτή τη χλιδή;

Πέμπτη 11/7: Πετρούπολη-Μόσχα. Εορτή καθ’ οδόν. Εορτάζω με την Αγία μου στον τόπο της. Στάσεις κάνουμε και λουλούδια μαζεύω της ρωσικής γης. Να τα' χω για μετά. Δυο λεωφορεία και έχουμε γίνει όλοι σαν οικογένεια. Έτσι είναι ο παράδεισος;

Παρασκευή 12/7: 8 ώρες πορεία για τη γυναικεία Μονή του Ντιβέγιεβο. Την ίδρυσε ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Η ανδρική μονή βρίσκεται 20 χλμ. από εδώ, μες σε απαγορευμένη πυρηνική περιοχή. Έρημος του Σάρωφ. Αντίδωρο-λάδι από καντήλα που καίει πάνω στο άγιο λείψανο. Αγίασμα: ένα από τα πολλά, όπου συνήθιζε να πηγαίνει ο Άγιος. Δυο λεωφορεία εξαντλημένα από την πορεία, από την πείνα, από την ένταση της μέρας, από την άγνωστη διαδρομή, καθώς είμαστε τα πρώτα ελληνικά γκρουπ που βρέθηκαν εκεί. Ταξίδι στο άγνωστο με μόνο γνωστό προορισμό τη σκυφτή μορφή του. Σταματήσαμε άπειρες φορές για να βρούμε το δρόμο. Τον χάσαμε, τον βρήκαμε, οι οδηγοί δυσανασχετούσαν με το δίκιο τους, γέφυρες ακατάλληλες για λεωφορεία, μάτια έκπληκτα να μας κοιτούν μες απ’ τις αυλές τους σχεδόν να περνάμε. Μάτια παιδικά που τα αιχμαλώτισα στο φακό, κάθε φορά που σταματούσαμε να ρωτήσουμε "Από εδώ για το Ντιβέγιεβο;".
Εντελώς απροετοίμαστοι για ταξίδι μιας μέρας και μιας νύχτας. Πώς βρέθηκε δείπνο για όλους μας είναι να απορεί κανείς. Αγγίζει σχεδόν το θαύμα. Πιστοί συνέρρεαν, όχι μόνο για να προσευχηθούν στον παππούλη τους, μα και για βρουν ένα κομμάτι ψωμί, ένα πιάτο μπορτς να φάνε, κείνο που μοιραστήκαμε και εμείς μαζί τους, οι εισβολείς της Δύσης μες στη δική τους γη. Πίσω μας αφήσαμε την ηγουμένη του Ντιβέγιεβο και ό,τι πιο έντονο, ό,τι πιο συγκινητικό ζήσαμε στη ρωσική γη. Φεύγαμε, μα δε λέγαμε να ξεκολλήσουμε, η απλόχερη αγάπη, η φιλοξενία, τα καθάρια πρόσωπα. Ολονύκτια πορεία μες στα λεωφορεία. Επιστροφή στις 6 π.μ.

Σάββατο 13/7: Σουζντάλ, Λαύρα Αγίας Σκέπης. Βλαντιμίρ: Καθεδρικός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, χτισμένος το 1158. Το Βλαντιμίρ τον 12 αιώνα ήταν πρωτεύουσα της Ρωσίας. Όταν μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα στη Μόσχα, χτίστηκε ένας ναός παρόμοιος της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Τοιχογραφίες Αντρέι Ρουμπλιόφ. Εδώ της Δευτέρας Παρουσίας. Παναγία του Βλαντιμίρ.

Κυριακή 14/7: Μόσχα. Οδός των άστρων. Λεωφόρος της ειρήνης. Πλατεία του ποιητή Μαγιακόφσκυ. 33 θέατρα, 63 μουσεία. Οδός κήπου, σπίτι Τσέχωφ-Τσαϊκόφσκυ. Πεζόδρομος Arbat, πάρκο των κοριτσιών, άγαλμα Τολστόι, Κόκκινη Πλατεία, Καθεδρικός Αγίου Βασιλείου, μαυσωλεία, κόσμος πάει, κόσμος έρχεται, φωτογραφίζεται, φεύγει.

Δευτέρα 15/7: Όπτινα. Πατήρ Γαβριήλ: «Νομίζω πως ακούω μελωδίες από τον ουρανό». Τάφοι των στάρετς γύρω από το Μοναστήρι. Μας οδηγούν μέσα από μονοπάτι στη Σκήτη της Όπτινα. Εκεί έμεινε ο Ντοστογιέφσκυ για 4 ημέρες και σήμανε την αναγέννησή του. Συνομιλία με αββά Ζωσιμά στους Καραμαζώφ, η συνομιλία του με τον γέροντα Αμβρόσιο. Κοιτώ με άγνωστο δέος το σπιτάκι που έμεινε ο Ρώσος. Τι δέντρα οδηγούν σε τούτο το μονοπάτι; Αγνοώ. Έμεινα τελευταία να τα πάρω μαζί μου. Το πρόσωπο του Ρώσου το κουβαλώ πάνω μου.

Τρίτη 16/7: Λειτουργία με τον Πατριάρχη στον καθεδρικό ναό του Κρεμλίνου. Ατέλειωτη λειτουργία. Οι μόνοι που βρίσκονται εκτός είναι Έλληνες. Δηλ. εμείς. Πηγαίνω κι έρχομαι κι εγώ. Αδύνατο να συγκεντρωθώ. Ιερά Μονή Αγίου Σεργίου Ραντονέζ Ζαγκόρσκ: έδρα του Πατριαρχείου κατά τη διάρκεια του κομμουνισμού. Το βράδυ: δείπνο αποχαιρετιστήριο. Περιδιάβαση στο μετρό με τον π.Ζ. και να’ ρχονται και να του ζητάνε ευχή και να δακρύζουν. Μα όλοι να δακρύζουν! Και να ζητάνε εικόνες, εικόνες χάρτινες και να ψάχνουμε μες απ’ τα πορτοφόλια μας να τις βρούμε. Και νιώθουμε τόσο φτωχοί και τόσο μικροί απέναντί τους. Πεζόδρομος Αρμπάτ. Πρόσωπα που τα φοβάσαι, αλλά μάλλον πρέπει να τα λυπάσαι. Αλκοόλ και φτώχεια. Απερίγραπτη φτώχεια. Μια θλίψη να σε περιφέρει. Γυρισμός στο ξενοδοχείο για να προλάβουμε. Κοιμηθήκαμε μόνο μία ώρα. Εγερτήριο στις 4.30 π.μ. Τέλος εκδρομής. Προσγείωση στη Θεσσαλονίκη.

29 Ιουλίου Αθήνα. Αγνός λαός, γιομάτος θλίψη και καρδιά πονεμένη και κάτι στα μάτια τους, που ’μοιαζε ραγισμένο. Καθαροί….καθαροί… γιομάτοι σιωπή ολόφαντη. Να τους σπουδάσεις. Με μάτια, με αυτιά με την ψυχή….

Σήμερα 2 Ιανουαρίου 2011, αγρυπνία για τον Όσιο της ημέρας στο μοναστήρι του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, μεταξύ Αρδάσσης-Κρυόβρυσης. Πήγαμε, κάπως νωρίς, έτσι για ένα κερί, μα δεν είχαν καν αρχίσει, μόνο τον Άγιο προσκυνήσαμε, εκείνη τη γνωστή χάρτινη εικόνα με τις σκηνές του βίου του. Το ξανακοιτώ το ημερολόγιο που το κράταγα βιαστικά τα βράδια εκείνον τον Ιούλιο στη Ρωσία. Ήταν ο πιο ζεστός Ιούλιος του τόπου, θυμάμαι. Δε θέλω να αλλάξω τίποτα. Ούτε να προσθέσω, ούτε να αφαιρέσω. Ένα παζλ είμαστε με κομμάτια που τα προσφέρουμε απλόχερα. Το κάθε κομμάτι είναι ό,τι και όλο το παζλ. Αν έχεις το ένα, είναι σα να έχεις και τα άλλα. Γιατί είμαστε την ίδια ώρα το κάθε κομμάτι και όλο το παζλ. Κάποτε δεν τα προσφέρεις, δεν έχεις προλάβει να το κάνεις, τα περιέχεις όμως, τα αγνοείς και εσύ ο ίδιος ότι υπάρχουν, ώσπου ανασύρονται και σχηματίζονται, σχεδόν από μόνα τους και ενστικτωδώς, και απορείς για το πότε και το πώς. Τότε πια πρόκειται για θαύμα.
Έξω βρέχει βρέχει βρέχει. Μα στον ύπνο ήρθε ένα χιόνι πάλλευκο, πανέμορφο χιόνι, τούφες τούφες έπεφτε απάνω σου και πιο πριν μια θάλασσα, γαλήνια όμως, και μέσα της η δύση του ηλίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου