Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

 

Σκέφτομαι τις συγγενείς ψυχές, το Ρώσο σκέφτομαι και τον Σκιαθίτη, τι να' ναι αυτό που άραγε τους ξεχωρίζει, που φορτωθήκαν μοναχοί τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, τι ναν'  αυτό το ανίατο, αυτό που έκανε πόνο τη ζωή τους, ένα χαρμάνι πίστης και ολιγοπιστίας, με το' να μάτι στη γη, με τ' άλλο στα ουράνια, τι ναν' αυτό που τους ενώνει και ποιο αυτό που ξεχωρίζει, σαλοί κι οι δυο, δια Χριστόν σαλοί και δια της γραφής σαλοί και εκεί πάνω αφέωνται  θα τους πουν, τους είπαν ήδη και τους συγχωρέσαν, γιατί συνορεύουν οι ψυχές με τους αγίους, και λευκοφόρες είναι, κατά πώς το γράφει ο Ελύτης, ας είν' και καθημαγμένες, ποιος άγιος αναίμακτος εισήλθε, αυτά είχα να πω και το χιόνι ξεκίνησε να πέφτει, η ακριβή χιών, "έπιπτεν όλην την νύκτα, και μέχρι της πρωϊας. Το είχε "πασπαλώσει" εις τα βουνά, τώρα "το έστρωνε" και εις τον κάμπον, εις τα λιβάδια, επάνω εις τας στέγας και τα δώματα των οικιών, και κάτω εις τους δρομίσκους της μικράς πόλεως", μια μικρή πόλη και η ένδον ημών, χιονοσκεπής κάποτε και άλλοτε αιθρία, ελπίδες φέρουσα και ανέσπερος, όπως ανέσπερος έλλην αυτός ο Σκιαθίτης κατά τον Καρούζο, ανέσπερος κι ο Ρώσος, την παραμυθία ενδύθηκαν οι δυο τους, τον πόνο κρατώντας στο σωστό το ύψος, την ελεημοσύνη της γραφής προσέφεραν στον άνθρωπο, τοπία οι ίδιοι σε μια ομίχλη, μα βρήκαν δρυ βασιλική κι έτρεξαν ν' απαγκιάσουν. 
Αυτά εισέβαλαν το μεσονύκτι της αυτής ημέρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου