Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Ο πρίγκιπας Μίσκιν και ο Μαγεμένος Απρίλης

Μάσκα δεν είχες βάλει ποτέ. Καλώς ή κακώς λειτούργησες και λειτουργείς άνευ. Μέγα κακό κάποτε, θα προσθέσεις. Θα' θελες, βέβαια, να υπάρξεις αλλιώς. Να χαθείς μες σ' ένα βεστιάριο να φορέσεις τους ρόλους που δεν έπαιξες. Που δεν πρόλαβες να παίξεις. Ήταν μια από κείνες τις επιθυμίες που δεν έγιναν. Ξαφνικά, βλέπεις, πως θα' θελες να μπορούσες να ενδυθείς τους ρόλους αυτούς. Πως είναι κάπως μέσα σου, εν σπέρματι, εν δυνάμει, και σου φωνάζουν για το εν ενεργεία. Ρόλους εποχής και λόγια να φορτσάρουν στον αέρα, να κρύβεσαι πίσω τους, γιατί δικά σου δεν είναι, και έτσι μπορείς ελεύθερα να τα φωνάξεις και να τα εκτοξεύσεις στο όποιο σύμπαν. Η έκφραση είναι κάτι το ακριβό.

Σκέφτομαι τις μέρες τούτες τον πρίγκιπα Μίσκιν του Ρώσου. Έναν από αυτούς τους ανθρώπους που δεν κατάφερε επίσης μάσκα να βάλει, παρά, αντίθετα, κατάφερε εν μέρει και των άλλων τις μάσκες να τις βγάλει. Τον βλέπω να περπατά στους θλιβερούς και σκοτεινούς δρόμους μιας Πετρούπολης, ως άγγελος να προχωρά μες στους ανθρώπους, όχι ως άνευ αμαρτίας, κάτι ως έκπτωτος μου φέρνει, ως άγγελος, που δε νιώθει τους κινδύνους, που δεν μπορεί να φανταστεί τον κίνδυνο, αθώος, μα όχι αφελής, κάτι σαν πτωχός τω πνεύματι, δεν ξέρω αν θα δει το Θεό εν τέλει, προχωρά, όμως, πάνω στα κάρβουνα και δεν καίγεται, υφάλους διασχίζει και δε ναυαγεί και τούτο γίνεται μονάχα, γιατί οι άλλοι άγγελοι, κατανοώντας βαθιά, και εν μέρει συμπάσχοντας, το πως μεταξύ ουρανού και γης πορεύεται, δίχως να ανήκει ακόμα ούτε αποκλειστικά εκεί, αλλά ούτε και να έχει αποδεχτεί εντελώς το εδώ, του παραστέκονται και τον φυγαδεύουν, τον περιθάλπουν σε πόλεις που τις βλέπει ξαφνικά άξενες και εχθρικές και κάθε γωνιά τους και αγκάθια και πώς να σηκώσει πια το βλέμμα, όταν στα μάτια του εαυτού του έχει πρωτίστως πέσει, πώς τον εαυτό να ανασηκώσει, από εκεί που έχει εκδιωχτεί, υπάρχει μονάχα ένας δρόμος, "κάποιος [...] θα δώσει ένα χαστούκι κι ο άλλος θα είναι ατιμασμένος για όλη του τη ζωή και δεν θα μπορεί να το ξεπλύνει παρά μόνο με αίμα, εκτός κι αν του ζητήσουν εκεί, επί τόπου, γονατιστοί συγνώμη", σκέφτεται ο Ηλίθιος, μα έπειτα, σε εκκλησιές καταφεύγει και χάνεται μες στο ημίφως τους, και εκεί βλέπει τον εαυτό του τείχη να υψώνει και να δίνει υπόσχεση να παγώσει στο εξής, ή μάσκα να βάλει, και επιτέλους να αποδεχτεί έναν εγκλεισμό οριστικό, να αποδεχτεί ότι οι άνθρωποι γύρω του δεν υπάρχουν, για κείνον στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, και τα τείχη πιο ψηλά και εκεί μέσα μόνος του να χτιστεί και να το αντέξει. Βλέπω, λοιπόν, τον πρίγκιπα Μίσκιν κάποτε να προχωρά και να καταρρέει ή τα χέρια να ανοίγει προς το Θεό, κι ας είναι άνθρωπος ακόμα, πώς να θαφτεί ζωντανός, μα τότε άγγελοι τον παραστέκουν και τον φυγαδεύουν από τον πόνο, άνθρωποι, που τους στέλνουν άγγελοι, τον περιθάλπουν, και έπειτα πάλι εκεί σε μια πορεία ανερμάτιστη, που θα μπορούσε να είναι κάπως πιο παραμυθητική και ανθρώπινη, καθώς ο λόγος είναι μεν κάτι που δεν αντέχεται, μα και το άλλο, επίσης, είναι το ίδιο, εξίσου διαβρωτικό και ασφυκτικό. Ο καθένας ίσως και να πρέπει να γίνει για λίγο ο Άλλος, ίσως και να πρέπει να σκύψει για λίγο πάνω από του Άλλου την ανάγκη  και με κάποιο τρόπο, που να μην είναι μόνο ο δικός του, να τον παρηγορήσει.

Εν μέσω, λοιπόν, μασκών και φανών, σε τούτες τις Απόκριες καταφεύγει η σκέψη μου κάπου μακριά, και εκεί ένδυμα αλλάζει και γίνεται άλλη, όχι στην Πετρούπολη, που την είπαν Βενετία του Βορρά, όχι, μα στις γέφυρες εκείνες της Βενετίας του Νότου, εκεί όπου οι μάσκες και τα θροϊσματα και ένα παραμύθι περίπου μεσαιωνικό, από όπου κάτι αληθινό οφείλει πάντα να διασώζεται. Μα κυρίως τη βλέπω, την ψυχή βλέπω, πάλι να προβάλει, όπως η άνοιξη, που μόλις εισήλθε, και ένδυμα ν' αλλάζει , χωρίς μάσκες ξανά, και να φυγαδεύεται σε περιβόλι ολάνθιστο και να κοιτά το πέλαγος, έτσι όπως το κοιτούσε ο "Μαγεμένος Απρίλης", μια ταινία τόσο παλιά και τόσο επιτακτικό "τώρα", τόσο γλυκό απωθημένο. Όταν πριν χρόνια την είχες δει φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη σε είχε μαγέψει ο τόπος, και την είχες μέσα σου ως κρησφύγετο και ως όνειρο και ως γωνιά του παραδείσου και υπήρχες εντός της για καιρό. Σύντομα τη σκέπασες και έπειτα την έθαψες. Αιφνίδια ανέσυρες κάποια στιγμή τη μνήμη της  ή μήπως μόνη της εισέβαλε, ποταμόπλοιο του Μάρκες θύμησε, την έψαξες έπειτα για καιρό στο δίκτυο, μόλις χτες τη βρήκες ολόκληρη, ίδιος ο σκηνοθέτης και στις δύο, συνεχίζει να σε υπάρχει τούτο το όνειρο εντός των ονείρων σου, από χτες που είδες ξανά το περιβόλι είναι σα να βρέθηκες ξανά εντός του, όλη τη μέρα το είχες μέσα σου.

Το μυθιστόρημα της Elizabeth Von Arnim, Μαγεμένος Απρίλης ή Enchanted April δημοσιεύτηκε το 1922. "Ήταν Φεβρουάριος..." και έτσι αρχίζει ο μύθος, μέσα σε ένα σκοτεινό και βροχερό Λονδίνο. Και έπειτα γίνεται Απρίλης και κάστρο που να κοιτά το πέλαγος και κάπου εντός της Ιταλίας. Σικελία είναι, Κορσική, Τοσκάνη, Φλωρεντία, ποιος να ξέρει. Κι ας μη βλέπουν όλες το πέλαγος. Σα να' ναι όλοι οι τόποι αυτοί μαζί. Κάπου μέσα εκεί και σε περιβόλι. Η είσοδος σε τούτο το περιβόλι, είσοδος στην ψυχή είναι, όπου αναζητείται, για να βρεθεί και στο τέλος βρίσκεται και κάτι σώζεται.
Μέσα από αυτή τη διεύθυνση μπορεί κανείς να δει ολόκληρη την ταινία. Ίσως και να αξίζει τον κόπο:

http://www.youtube.com/watch?v=0xWzjYSRGfY&feature=related

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου