Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Παρωδία και ως εκ τούτου παλινωδία

Η ΠΑΡΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 2011

Και είμαστε όλοι, είπαν και ξανάπαν, μια ωραία ατμόσφαιρα. Και τι ωραία που μαζευτήκαμε και διαβάζουμε ποίηση, τι ωραία που εμείς διαβάζουμε και κάποιοι μας ακούγουν, τι ωραία που εμείς διαβάζουμε κι οι άλλοι μας ακούγουν, τι ωραία κοινό που έχουμε, και διαδίκτυο έχουμε και radio και από εκεί όλοι μας ακούγουν, μα τι ωραία ατμόσφαιρα που είμαστε. Τι ωραία! Παρωδία είμαστε. Γελωτοποιοί σε θίασο περιφερόμενο. Πως ευτελίζεται η ποίηση λοιπόν και θα το πω. Εκεί όπου της εξουσίας η αλαζονεία, της ελίτ ο κομπασμός και η κατάντια.

Βρέθηκα παραμονή της παγκόσμιας ημέρας ποίησης στον Ιανό ποίηση να διαβάσω. Τα σωθικά να μοιραστώ μαζί με άλλους. Τούτο κατάλαβα. Μα δεν έρχεται πάντα όπως το καταλαβαίνεις. Δεν είσαι εσύ το μέτρο παρά και οι άλλοι. Παρωδία λοιπόν. Τσίρκο με θιασάρχη.  Άλλωστε ο ιδιοκτήτης. Θιασάρχης. Αυτό. Και γύρω χειροκροτούντες και χειροκροτούμενοι. Υπάρχεις στη σκηνή για ένα λεπτό. Γίνεσαι αθάνατος για κείνο το λεπτό και τούτο τους αρκεί. Να χωνεύονται μέσα στο εφήμερο του χρόνου. Τις ψυχές τους να χωνεύουν στο παρόν και ως φελλοί να επιπλέουν. Τους αρκεί. Η αυλαία τους αρκεί. Και το κοινό. Προπαντός το τελευταίο. Μα πίτουρα έχουν στην ψυχή και πίτουρα μοιράζουν. Γιατί ό,τι έχεις δίνεις. Και κείνοι έχουν πίτουρα. Πίτουρα λοιπόν. Το κενό τους μοιράζουν, γιατί αυτό έχουν, με την ξιπασιά της δήθεν τέχνης. Η ματαιοδοξία σε τούτες τις περιπτώσεις δικαιολογείται. Αντιμετωπίζεται με κάποια επιείκεια και άπειρη κατανόηση. Όλοι, άλλωστε, τελούμε κάπως και κάμποσο θύματά της. Η αλαζονεία, όμως, ποτέ.

Γιορτάζουν λέει την ποίηση. Μα πώς τη γιορτάζεις αν δεν την έχεις στο ψυχικό θυμιατό σου, που λέγει ο Καρούζος, αν δεν την έχεις ως άβατο απόθεμα, πώς τη γιορτάζεις με φιέστες, αλλήθωρος και για τούτο τυφλός και άσπλαχνος στο γύρω κόσμο, πώς τη γιορτάζεις με φανφάρες και καμώματα, με γλυψίματα και προσκυνήματα και άλλα τόσα φληναφήματα, πως τη γιορτάζεις ραγιά εσύ με χαριεντισμούς και υποκλίσεις. Πώς τη γιορτάζεις και πώς σ' αφήνουμε και μεις να κάνεις το παιχνίδι. Για τούτο γράφω, για μένα και για όσους.

Αποχωρείστε, όσο ακόμα είναι καιρός, απ' τις φιέστες αποχωρείστε, και στο εξής προσέξτε, όπου ακούτε ποίηση μην πάτε, δεστε το καλά και εξετάστε το, δεν είναι πάντα ό,τι λάμπει χρυσός, υπάρχει και το επιχρυσωμένο, από εκεί να φύγετε, τολμήστε το να φύγετε, φιέστα λοιπόν για χάρη της άσπιλης Κυράς, φιέστα, και πώς τα Άγια των Αγίων σου των σωθικών εκεί να σύρεις, όλοι άξαφνα φαντάζουν σπουδαίοι και στα μάτια τους είναι, μα τούτο είναι θέατρο και μάλιστα κακοπαιγμένο, πιο πριν ανθρώποι σε σταμάτησαν στο δρόμο για ένα κομμάτι ψωμί, και άλλοι σε σταμάτησαν, άνθρωποι ασκεπείς, και πιο πριν τα πρωτοσέλιδα των τωρινών εφημερίδων, των κυριακάτικων, παραμονή παγκόσμιας ημέρας ποίησης σε μια πρωτεύουσα της Δύσης πια και της απωθημένης Ανατολής, τα πρωτοσέλιδα, οι πόλεις βομβαρδίζονται ξανά, ο καθένας κουβαλά τη μικρή ή τη μεγάλη τραγωδία του, δεν έχει να κάνει, το ξέρεις, ποιος είναι λιγότερο δυστυχής, όλους τους λυπάσαι, και κείνους και τον ίδιο σου τον εαυτό, που στέκεσαι αδύναμος και πας να διαβάσεις ποίηση ξανά και γύρω σου τα βλέμματα των άστεγων καρφωμένα, κουβέρτες και σακούλες και κείνα τα μπουκάλια, τον Παύλο σκέφτεσαι «ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστιν, ού έχετε από Θεού;…υμείς γάρ ναός Θεού έστε ζώντος» (Α΄Κορ. στ΄19 - Β΄Κορ. στ΄16), και κείνα τα βλέμματα των άλλων, τα παγωμένα, σωριασμένοι στις γωνιές άνθρωποι, μα όχι, πόλεμος εδώ ακόμα δεν είναι, η πραγματικότητα είναι και ποιος εκείνος ο βασιλιάς που την πορφύρα θα ξεντυθεί στις γωνιές του βασιλείου του να ξεχυθεί και να μετρήσει, ποιος εκείνος που θα στέρξει και θα γονατίσει απάνω στη δυστυχία, ποιος, τίποτα από το παραμύθι πιο επίκαιρο, τίποτα πιο δηκτικό, τα πρωτοσέλιδα ξανά μπροστά, και τι ποίηση να διαβάσεις που πρέπει να θρηνήσεις, τόσοι άνθρωποι νεκροί στους δρόμους του κόσμου, τόσες πόλεις ξανά και ξανά, ερείπια πάλιν και πολλάκις, κι ο κόσμος έχει έρθει τ' απάνω κάτω, κι ο καθένας με τη μεγάλη ή τη μικρή θλίψη του στοιβαγμένη, να εναλλάσσεται, πότε η μια πότε η άλλη, μικρή και μεγάλη παράκληση να γίνεται στο τίποτα του κόσμου, τι ποίηση, που πρέπει ό,τι πεις να είναι καρφωμένο ή να καρφώνει και πρέπει να καρφώσεις, αν είναι να' χει νόημα, αν είναι να' χει λόγο, αλλιώς άστο καλύτερα, σήκω και φύγε, μα αν είσαι για να μείνες, κάρφωσε και έπειτα φύγε, κάρφωσε όσο μπορείς, ανίσχυρος έτσι κι αλλιώς, η εξουσία πάντα πιο δυνατή, μα έχεις το λόγο πάντα, και τώρα ακόμα, κάρφωσε και καρφώσου,  για την παρωδία μίλα, όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, μίλα για το καλοντυμένο και το καλοστημένο των πνευματικών κατεστημένο,  για τον αυτοκράτορα μίλα που'ναι γυμνός, παιδί μείνε και σαν παιδί να βλέπεις, σήκω και μίλα, φώναξέ το πως γυμνός είναι κι η ποίηση θα μας εμέσσει, μίλα και φώναξέ το, μικρή αντίσταση πράξε, ας είν' και παιδική, αλλιώς καλύτερα να σιωπήσεις -για πάντα όμως

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου