Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Μνήμη

  

Mια νύχτα να φεγγοβολά μες στο σκοτάδι που ακολούθησε. Ο Θεός στάθηκε σπλαχνικός μαζί μας και δεν το ξέραμε. Μαργαριτάρια οι στιγμές, σκύβω και τις φιλώ μία μία. Τον τόπο, το χρόνο, τις μουσικές του χρόνου. Ανοίγω το "Τραγούδι της αδελφής μου". Βρίσκω μέσα μια ξεχασμένη φωτοτυπία από ένα ποίημα του ίδιου "Το τελευταίο καλοκαίρι" και λόγια γραμμένα με μολύβι, ξεχασμένα και αυτά, μα στις πρώτες σελίδες. Θέλω να τα αντιγράψω, να τα ξανακούσω ξανά, με μια ηχώ που έρχεται από πολύ μακριά:

"Ζευ πάτερ, αλλά συ ρύσαι υπ' ηέρος υίας Αχαιών, ποίησον δ' αίθρην, δος δ' οφθαλμοίσιν ιδέσθαι. εν δε φάει και όλεσσον, επεί νυ τοι εύαδεν ούτων"

Ρ 645-647

Διαβάζω δυο στίχους από το Ρ της Ιλιάδας και μεταφράζω πρόχειρα. Στέκομαι σε δυο φράσεις, ποίησον αίθρην, κάνε ξαστεριά, χάρισέ μας την αιθρία, το φώς χάρισέ μας, εν δε φάει και όλεσσον, μέσα στο φως να πεθάνουμε, αφού είναι να πεθάνουμε έτσι κι αλλιώς, μέσα στο φως έλα κατάστρεψέ μας, μέσα στο φως έλα πάρε μας, μόνο μέσα στο φως κι ας καταστραφούμε.
Φως επίγειο πέραν της ποίησης μάταια έψαξα. Δεν το συνάντησα. Αν είναι να μας αφανίσει, θα' ναι από Θεού. Καθώς οι ποιητές με το Θεό γειτνιάζουν, το' πε ο Μουντές, το' παν κι άλλοι.
Θαρρώ οι ποιητές είναι τα παιδιά που ξέχασαν να μεγαλώσουν και δεν υπάρχει πλέον καμιά ελπίδα αυτό να τους συμβεί. Ωστόσο, δίδουν κάποτε ένα ξάστερο φως -ποιούν αιθρία-, εισακούει ο Θεός τις χοϊκές προσευχές μας και τους στέλνει. Αν είναι να μας φάει το φως τους, ας μας φάει. Αν είναι να μας ανοίξει δρόμο για την Παράδεισο ακόμα καλύτερα.

24.3.2009

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΟΥ Α'

Αδελφή μου

Τα μάτια σου απομείνανε
δυο πύργοι γυάλινοι, ακατοίκητοι
και μέσα τους γυρνούν αδέσποτες
οι σκιές του παρελθόντος.

Αδελφή μου,
πώς μ' εγκατέλειψες τα μεσάνυχτα
να ψάχνω δίχως λύχνο
ν' ανακαλύψω τα ίχνη
των απωλεσμένων βημάτων σου;

Στρέφω την όψη παντού
και θωρώ μόνο εσένα.
Επικαλούμαι
της ομορφιάς την καλοσύνη
να μ' ελεήσει μια στάλα δροσιάς.

Αδελφή μου,
δεν είμαι πια ποιητής
δεν καταδέχομαι νάμαι ποιητής.
Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι
που έχασε το δρόμο του
μες στην απέραντη νύχτα.

Εσύ εζύγισες
τους θησαυρούς των αιώνων
μες στη λεπτή παλάμη σου.
Εσύ εγκρέμισες τα όρη
όπου αναπαύονταν οι ποιητές.
Κ' εγώ δεν είμαι πια ποιητής.

Η κρήνη των ματιών σου
μπορεί να ποτίσει τη δίψα μου
και ν' ανθίσει τη ζωή μου.

Γεμάτη αγάπη κ' έλεος
έδενες τις πληγές μας
και σώπαινες.
Η σιωπή σου μηνούσε τα πάντα.
Τις χειμωνιάτικες εσπέρες
βάδιζες μόνη στο δάσος
να νοσηλεύσεις
τα γυμνά σπουργίτια,
να ζεστάνεις
τα παγωμένα έντομα.
Σπυρί-σπυρί σύναξες μέσα σου
τα δάκρυα των φτωχών, των ταπεινών.

Κι όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μας
εσύ απόμεινες ακόμη ορθή
-ίσκιος της Παναγίας-
για να μου δείξεις τ' άστρα
μες απ' την τρύπια στέγη.
Τώρα η σιωπή σου εθραύσθη
και στο μικρό κοχύλι πούκρυβες
άκουσα τις κραυγές του ωκεανού.
Αδελφή μου, δε μούμεινε
μήτε μια πέτρα να γείρω.

Αδελφή μου, σούχα τάξει
να σου φέρω τ' αθάνατο νερό.
Σούχα τάξει να ρίξω τον ήλιο
στην ποδιά σου.
Τώρα κραυγάζεις:
"Αδελφέ μου, διψώ
πούναι τ' αθάνατο νερό
να ξεδιψάσω;
Αδελφέ μου, κρυώνω
πούναι ο ήλιος
να ζεστάνω τα χέρια μου;"
Και μένω ασάλευτος κι ανήμπορος.
Εγώ που περιπλανήθηκα
στους ουρανούς
δε δύναμαι να διατρέξω
μια σπιθαμή γης.

Κ' έχω ξεχάσει να βαδίζω.

Σκύβω πάνω απ' το χάος
της ψυχής σου
γεμάτος δέος.

Είχα πιστέψει κάποτε στον ουρανό,
μα εσύ μούδειξες
τα βάθη της θάλασσας
Το χέρι μου που σούχτιζα
γεφυρι της αβύσσου
γκρεμίστηκε.
Κοίταξέ με,
πόσο γυμνός και πόσο αθώος
κείτομαι μπρος σου.
Κρυώνω, αδελφή μου.
Ποιος θα μας φέρει πια τον ήλιο
να ζεστάνουμε τα χέρια μας;

Είναι αργά.
Μήτε ο θάνατος με δέχεται
μήτε η ζωή.
Πού θα πάω;


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών. Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες -τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα-
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις. Εγώ,
τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω
τους στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσά τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα'ναι το τελευταίο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

3 σχόλια:

  1. Υπάρχουν άνθρωποι που χτυπούν με το σφυρί εδώ κι εκεί στον τοίχο και πιστεύουν πως πετυχαίνουν κάθε φορά το καρφί.
    Γκαίτε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι άνθρωποι και που χτυπούν εδώ κι εκεί στον τοίχο και που θέλουν να πετύχουν το καρφί και δεν το πετυχαίνουν ή και κάποτε το πετυχαίνουν. Μακάριοι τούτοι.
    Και αλίμονο στους άλλους που δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία κι ούτε τοίχο ούτε καρφί βλέπουν. Αλίμονο στους βαλτωμένους, στους κοιμισμένους αλίμονο

    Όλγα

    ΑπάντησηΔιαγραφή