Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Ένα Wa Habibi και ένα φτωχό Καρναβάλι



Wa Habibi ή Ω, γλυκύ μου έαρ

Την τελευταία Παρασκευή της Αποκριάς υπήρχες εκ του όρθρου σχεδόν σε μια μουσική και σε ένα λόγο και ήταν αυτός το Wa Habibi, τραγούδι θρησκευτικό από το Λίβανο, της Ορθόδοξης εκκλησίας των Αράβων. Η Παναγία θρηνεί το επιτάφιο παιδί της. Το πήρες μαζί σου στη βιβλιοθήκη του σχολείου, μπαίναν βγαίναν τα παιδιά, νιώθαν πως κάτι συμβαίνει, σα μυσταγωγία σαν κάτι άλλο. Τελούσαν εν σιωπή. Κάποια ρωτούσαν κιόλας. Ήσουν όμως ήδη αλλού.

Ω, Αγαπημένε μου, τούτη τη δύστυχη ώρα,
όποιος σε βλέπει θλίβεται, εσένα το Σωτήρα [...]
Θρηνεί ο ελαιώνας καθώς μυριάδες χείλη σε φωνάζουν [...]

Κάπως νωρίτερα ο θρήνος της Μητέρας, κάπως νωρίτερα, ακόμα τα κομφετί κι οι σερπατίνες στους δρόμους σέρνονται και σε γωνιές μουλιάζουν, κάπως νωρίτερα εισέβαλε ο πόνος, μα μήπως απ' την πρώτη ώρα Εκείνη δεν το ήξερε; Μήπως απ' την αρχή πόνο τη γέννα δεν την είπε, έτσι δεν το γράφει ο Rilke, προτού γίνει Εικόνισμα, προτού, που γράφει κι ο δικός μας ο Βαβούρης, απ' την αρχή Τον θρήνησε. Απ' του Ευαγγελισμού την ώρα. Προτού γίνει εικόνισμα. Προτού. Σαν ήταν απλώς η μικρή Μαρία. Μα πώς θα γιορτάσουμε ξανά τη χάρη της. Με τι κουράγιο πια.

Ήμουν, λοιπόν, στο Λίβανο, με πήγε εκεί η Fairuz, της Ανατολής τ' αηδόνι λένε και είναι, "ποιήτρια της φωνής" λένε, Φεϊρούζ, καημέ μου Φεϊρούζ, τους αναστεναγμούς μου αφήνω στα σταυροδρόμια της ζωής, Φεϊρούζ, έμαθα πάντοτε να δίνω, όσα δεν έδωσε κανείς, που έγραψε ο δικός μας Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Ήμουν, λοιπόν, αλλού. Σε μια βαθιά και βαριά συγκίνηση στοιβάχτηκε η μέρα, προάγγελος των ημερών που ακολουθούν. Σαραντα τα βήματα προς, μα και από εκεί τα βήματα σαράντα.

Η μελωδία τούτη, το Wa Habibi δηλ., μου θύμισε ένα τραγούδι που είχα καιρό να το ακούσω, αγαπημένο, από τη Γιαννάτου. Έψαξα το σιντί, το βρήκα. Υπάρχουν και τα δυο μαζί, στο Terra nostra με τους Primavera en Salonico και τη Σαββίνα. Ήταν το Adieu Paure Carnavas, ένα παραδοσιακό της Προβηγκίας, μελαγχολικό τραγούδι, καθώς αποχαιρετιστήριο του Καρναβαλιού, με αλληγορική, όμως, λέει, αναφορά στις ήττες του Ναπολέοντα. Το τελευταίο σκέλος το αφήνω στην άκρη. Η μελαγχολία, όμως, τούτη, από τη μελωδία και μόνο, και ο αποχαιρετισμός του λόγου, κάτι σα θρήνος, με επανέφερε στην προηγούμενη μελωδία, που φυσικά είναι η ίδια. Μεσόγειος. Βρέχεται ο πόνος και γίνεται κύμα και πηγαίνει από ακτή σε ακτή και στα χείλη των ανθρώπων στέκεται και γίνεται τραγούδι, θρήνος, θλίψη, μελαγχολία, κάτι που φεύγει για του χρόνου, μα κυρίως κάτι που χάνεται ανεπιστρεπτί. Γιατί ακόμα και ο εορτασμός του Καρναβαλιού, δεν είναι κάτι που μετατίθεται ανώδυνα για την επόμενη χρονιά. Ο χρόνος είναι πάντα τώρα. Ο χρόνος είναι θαυματοποιός, είναι, όμως και μέγας γελωτοποιός. Εκεί που παινεύεσαι ότι τον έχεις και του αντιστέκεσαι, εκεί σου γυρνά την πλάτη, εκεί σε αιφνιδιάζει, σε χλευάζει και χάνεται. Ο χρόνος χάνεται. Ο κόσμος χάνεται μαζί του. Ο κόσμος θρηνεί το χρόνο που χάνεται μαζί του.

Έχε γεια, φτωχό μας Καρναβάλι
πες αντίο, νιότη ζηλευτή
εσύ που έζησες με πάθος τη ζωή,
τα πλούτη σου με βιάση τα σπατάλησες
μα τώρα ξέρεις πόσο το μετάνιωσες [...]

Φύγε τώρα, έτσι γυμνός και μόνος
Να κυλιέσαι μεσ' στα χόρτα,
σαν πεισματάρης όνος

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, στην εκπνοή σχεδόν του φτωχού Καρναβαλιού, που δεν ήταν το ίδιο φτωχό, ήταν όμως οι γύρω του φτωχότεροι, το βλέμμα έπεσε σε παιδιά, μικρά ξενάκια, που γυρόφερναν στους δρόμους μιας  πόλης μουσκεμένης, να πουλήσουν το τίποτά τους, που το βλέμμα τους έπεφτε στα δικά μας παιδιά, που ανεβοκατέβαιναν στ' αυτοκινητάκια μιας πλατείας, μες σε λαμπιόνια και σε χρώματα, και κοιτούσαν, ω, πώς κοιτούσαν, λες και ήταν τα ίδια ανεβασμένα πάνω, λες και τα ίδια στροβιλίζονταν, λες και όλος ο σαματάς γινόταν για χάρη τους. Το βλέμμα έπεσε πάνω τους και στην προσφυγιά τους. Το βλέμμα γυμνό συνέχισε,  πάνω σε καροτσάκια έπεσε, στημένα έξω από εκκλησιές μεγάλες, πάνω  σε μέλη σκεβρωμένα ή μήπως ακρωτηριασμένα έπεσε, το βλέμμα πάγωνε και το κρύο, παγετός ολόκληρος, το βλέμμα συνέχισε να περιπλανιέται, σε φυλλομαζώχτρες πώς στάθηκε, πώς κατήλθαν στους δρόμους, πώς πιάσαν τις γωνιές και πώς κοιτούσαν, τα βλέμματα των ανθρώπων πώς κοιτούσαν, Θεέ μου. Είναι που μένουν οι άνθρωποι χωρίς ελπίδα. Και στο εξής αυτοί, οι μη έχοντες ελπίδα, θα πληθαίνουν. Γιατί δύσκολο είναι και κάπως ανηφορικό να ζεις με την ελπίδα. Ένα βουβό μαρτύριο. Αναίμακτο και ένδον. Και κάθε μέρα. Αδιάβατο, όμως, να ζεις χωρίς αυτήν. Και τώρα καλείται ο καθείς να ζήσει χωρίς αυτήν, ξεκάθαρα. Να πιάσει το καβούκι του, όχι οι χελώνες του κυρ Χιόνη, όχι, και να κλειστεί στο κελί του. Να απολέσει την ελπίδα και να μάθει δίχως αυτήν. Ή να την κάνει μεταφυσική. Να γεμίσει το κενό με τη χάρη του Θεού, να γεμίσει το κενό του και το κενό του κόσμου. Μα τούτο είναι χάρισμα και δώρημα ακριβό. Μα τούτο είναι κομμάτι αγιότητας ή σαλότητας και δεν είμαστε ούτε το ένα, μα ούτε και το άλλο. Και έτσι θρηνούμε, θρήνο βαθύ, το θρήνο της ελπίδας.
Έχω την εντύπωση πως απόψε αυτοσχεδιάζουμε. Αυτό με υποχρεώνει να ανατρέξω:

Ήταν φυλακισμένη στο αψηλό σπίτι της πολιτείας. Όλες οι πόρτες κλειδωμένες κι όλα τα παράθυρα! Μονάχα ένα μικρό καγκελωτό παραθυράκι τής άφηνε μια ματιά στον κόσμο, στη μακρινή θάλασσα, στον ήλιο. Της πολιτείας που δεν μπορούσε να δει τίποτ' άλλο απ' τα καμπαναριά και τα κεραμίδια των ψηλών σπιτιών. Στέγες, στέγες, στέγες, ατέλειωτες, τίποτ' άλλο....Μόνο το βράδυ πήγαινε στο παράθυρο να πάρει λίγο αέρα.
[...]
Απ' τη βαθιά σιωπή των πλαϊνών σοκακιών άκουγε καμιά φορά τον ήχο, που κάνανε τα βήματα στο πλακόστρωτο, τη φωνή μιας γυναίκας, το ουρλιαχτό ενός σκύλου, κανένα τραγουδάκι ή την καμπάνα της εκκλησιάς, που σήμαινε τις ώρες. Γιατί όμως μετράει το χρόνο το ρολόι; Για ποιον; Είναι όλα πια πεθαμένα! Όλα μάταια!

Πιραντέλλο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου