Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Ψιλόβροχο της Άνοιξης. Μικρή ανάσα


ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ

[αυθαίρετη καθ' όλα επιλογή]

Δεν έμεινε κανένα περιθώριο ψεύδους. Αγάπα με λίγο να υπάρχω.

Δεν άκουσες ποτέ σου; Πονάει κάθε χάραμα η αυγή
στα αίματα και στη σιωπή ανεβαίνοντας ανατέλλει.

Σε ποιον θάνατον πήγες. περνούσε αεράκι από εκεί;

Τα παλιά όπλα τ' αμάραντα άνθη -ποιος
γηραλέος έρωτας κουρνιάζει εκεί;




Φαντάζεται συχνά τον θάνατον -όχι λάσπες- λιβάδια νερά
ανθισμένα δέντρα και πουλάρια.
στη ράχη τους εσύ περνώντας το ποτάμι.
(εδώ τίποτε δεν προδόθηκε, όλα περάσανε και όλα μείναν).

Πές μου χελιδόνι πώς σχηματίζεις το Λάμδα ανεβαίνοντας τον Ουρανό;

Το χέρι κοντά στα χείλια και στα μαλλιά.
μια' δω μια' κει φτερουγίζει.

Δεν είναι η μνήμη. Σκιά και φως
σιωπή πολύγλωσση και αγκαλιά μονάχα.

Κοίταζα τα φρύδια σου. βαθιά τα μάτια σου.
τα μαύρα σου μαλλιά και το πικρό σου στόμα-
αν ανταμώσουμε ξανά θα σε γνωρίσω πάλι.

Ο χωρισμός ένα φιλί (μονάχο) για τον δρόμο. μα ξεύρω
να διακρίνω τη χαρά: έζησα στα λουλούδια, εκεί θα τελειώσω.

Στοχάσου. Πόσον κράτησε η κακιά Στιγμή πόσον το Θαύμα;



Δεν μιλώ με το δάσος
δεν μιλώ με το δέντρο
με το κλωνάρι δεν μιλώ.

Μικρό τρυφερό φυλλαράκι
με σένα μιλώ
μαζί σου λέω τα μυστικά μου.

Στείλε το φως έλεγε η μάικω μόλις σουρούπωνε
πασχίζοντας να περάσει στη βελόνα την κλωστή.

Αόρατες φτερούγες πουλιών ο αέρας
δεν σαρώνει τον ουρανό δεν τραγουδάει
δεν ψιθυρίζει τα μυστικά δεν ουρλιάζει
δεν κλαίει δεν είναι φίλος του φεγγαριού του ήλιου μήτε
καθώς η ψυχή που φυλακίζεται ζωντανή στο στήθος
πλαγιάζει χαϊδεύοντας τους άλλους νεκρούς όλη νύχτα
στους λόφους.

Λιβάδια πέρα από τη λίμνη κι από τα βουνά θυμάμαι
μα δεν ρωτώ αν έχουν πράσινο χορτάρι. αν φορεί
τις κόκκινες κορδέλες ρωτώ στα μαλλιά
η καλή μου που κοιμάται χρόνια τώρα στον τάφο.

Τα χρόνια περνούν τα κύματα φεύγουν
δεν θα γυρίσουν πίσω ποτέ
τα δέντρα χάνονται και καθρέφτες σπασμένοι
στο νερό βουλιάζουν αμετάκλητα
ταξίδι επιστροφής δεν έχει.

Τα μάτια αλλάζουν κι ασπρίζουν τα μαλλιά
αβέβαια βήματα στο άγνωστο πάνε
για' κει που δεν αγαπιούνται και χωρισμένοι
στο χώμα κλαίνε για πάντα -
ξένης χώρας θα' ναι το λουλούδι που φυτρώνει.

Άγνωστες ώρες οι ώρες σιωπής
(κλαδί που κελαηδεί με το πουλί όλη νύχτα).

Σπάνια μοσκοβολάει το αγιόκλημα της τύχης.
Μοίρα, πού έθαψες το σώμα;



Θεέ μου κρύα είναι τα δέντρα σου
στάζουν βροχή και στα φυλλώματά σου
κρώζουνε μαύρα πουλιά.
Κόκαλα και σκόνη τα παγερά σου κυπαρίσσια.

Αρουραίοι, σκουλήκια, έντομα θαρρείς νεκρά
μουρμουρητό της χλόης και πουλιά στο πήγαινε-έλα
κάπου στη βραγιά κάπου στο λησμονημένο χωριό
το πέρασμά σου από μακριά στους λόφους
με τα φουσκωμένα μάτια των πρόωρων ανθών
(γιατί κλαίγοντας σε φιλούσα).

Ξεύρεις ουρανέ με ποια βροχή και' συ χώμα πώς να με λιώσεις.

Κατάρα είναι το δώρο που προσμένει.
σιωπηλή βροχή κάθετα κυπαρίσσια.

Είπε η γυναίκα: Νυχτώνει. Θα με θυμάσαι;

Κοιμάται η μνήμη; Το χώμα αγάπησε κι άνθιζε ολοένα!



Βούιζε το ποτάμι κάτω θολό
μόνο η ψυχή μου πέρασε αντίπερα -ήλιος
λευκαίνει τα κόκαλα ή το χώμα;

Εψές το βράδυ κατά τη μαύρη νύχτα
ήρθες κοντά μου μα είχες άσπρα μαλλιά
σα να γεράσαμε μαζί και τώρα σιωπή
τυλίγει η αράχνη τον ιστό της.

Μεγαλώνει το φεγγάρι νύχτα φωτεινή του Αυγούστου
μυρίζουν τ' άγρια γαρίφαλα μέχρι θανάτου
γιατί στα Βοδενά
η αγαπημένη μου κοιμάται.

Φάνηκες πρωί, δεν σε περίμενα.
χλωμή κι αστόλιστη και κακομαλλιασμένη.
Τι λέγανε τα κόκκινά σου μάτια γιατί ξα-
γρύπνησαν για ποιο όνειρο κακό;

Της μοναξιάς οι μέρες της νύχτα η μοναξιά πέτρινα
προσκέφαλα αναποδογυρισμένα.

Έκλαιγε στη σιωπή. μόνος και πικραμένος.
πρώτη φορά σαν προδοσία
απ' την αφύλαχτη πόρτα μπήκε το ελάχιστο φως, το λίγο αέρι.

Κουβέντα την κουβέντα πάλι ο θάνατος μπροστά.
πληρώθηκαν όλα τ' αδιέξοδα τίποτε δεν περνάει στο φως.
Κι ας κρέμεται η αυγή από το αστέρι του πρωιού κι ας
το πουλί στα δέντρα κελαηδεί [...]
Όποιοι αγάπησαν δεν πρέπει να πεθαίνουν -μα
τι άλλο απομένει; Μόνον η συνήθεια της αγάπης!

Πλούσιο το χώμα γνωρίζει πολλά μυστικά (με μια κλωστίτσα
αγάπης πάρε με. πήγαινέ με ως τον Άδη!).


Εδώ με θάψανε όχι μονάχον.
Μαζί κι αυτοί που χάθηκαν προτού πεθάνω.
κι αυτοί που αγάπησα και ζωντανοί είναι ακόμα.

ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Ψιλόβροχο, Νεφέλη 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου