Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Το ελθέ της λίμνης



Σιωπή της Καθαρής. Σιωπή της Σαρακοστής. Αναδρομικό

Λίμνη της Καθαρής. Λίμνη παγωμένη. Αγέρας λυσσομανά. Αγέρας παγωμένος. Κρύσταλλα τα γλυκά νερά. Κρύσταλλα σκορπισμένα. Μέρες μετά το Ευαγγέλιο θυμάσαι. Και το ελθέ της λίμνης. Και το ενάντιο του ανέμου και τα βήματα πάνω στη λίμνη. Και το κέλευσον του Πέτρου κι ο Πέτρος περπάτησε, πάνω στα κύματα περπάτησε και στα γλυκά νερά της λίμνης, μόνο με το μη φοβείσθε περπάτησε κι όταν είδε τον άνεμο ισχυρό, τότε φοβήθηκε, και σαν έχασε  απ' τα μάτια του την πίστη των βημάτων και τη δύναμη του ελθέ, μια δύναμη πανίσχυρη, τότε βυθίστηκε, μα πάλι Κείνος τον ανέσυρε και τότε ξανά, πάνω στα κύματα,  πλησίον ήλθε, για να ακούσει ξανά, εις τι εδίστασας, αδελφέ; Κι ο άνεμος εκόπασε, άνεμος μανιώδης, κι ο άνεμος εκόπασε, άνεμος θηριώδης, εις πλοίον εμβήκαν, στην κιβωτό μέσα, και γύρω τα γλυκά νερά, νερά του παραδείσου, τα κύματα διέσχισαν και την ορμή της λίμνης, εις γην έφτασαν, τη γη της παραδείσου.

"Τω καιρώ εκείνω, ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ού απολύση τους όχλους. Και απολύσας τους όχλους ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι. Οψίας δέ γενομένης, μόνος ήν εκεί. Το δέ πλοίον ήδη μέσον της θαλάσσης ήν, βασανιζόμενον υπό των κυμάτων’ ήν γάρ εναντίος ο άνεμος. Τετάρτη δέ φυλακή της νυκτός, απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επι της θαλάσσης. Και ιδόντες Αυτόν οι μαθηταί επι την θάλασσαν περιπατούντα, εταράχθησαν λέγοντες ότι φάντασμά εστί, και απο του φόβου έκραξαν. Ευθέως δέ ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων” θαρσείτε, εγώ ειμί, μή φοβείσθε. Αποκριθείς δέ Αυτώ ο Πέτρος είπε” Κύριε, ει σύ εί, κέλευσόν με προς σε ελθείν επι τα ύδατα. Ο δέ είπεν” ελθέ. Και καταβάς απο του πλοίου ο Πέτρος περιεπάτησεν επι τα ύδατα, ελθείν προς τον Ιησούν. Βλέπων δέ τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων” Κύριε, σώσόν με. Ευθέως δέ ο Ιησούς εκτείνας την χείρα επελάβετο αυτού και λέγει αυτώ” ολιγόπιστε! Εις τί εδίστασας; Και εμβάντων αυτών εις το πλοίον, εκόπασεν ο άνεμος, οι δέ εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν Αυτώ λέγοντες” αληθώς Θεού υιός εί. Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γήν Γεννησαρέτ".

Το δάκρυ της αμπέλου

Στο μέσον της Σαρακοστής το δρόμο πήρα προς μοναστήρι κοντινό. Μεσημβρία και της Άνοιξης. Πολύτιμη αιθρία. "Έλα, να δεις το δάκρυ της αμπέλου", μου φώναξαν σαν έφτασα. Την άμπελο κλαδεύεις και δεν το σκέφτεσαι το δάκρυ που εκείνη αφήνει. Την άμπελο κλαδεύεις αδάκρυτος, τα κλαδιά της, τα χέρια της, ώσπου νέα καρπό να δώσουν. Μα τώρα, στον τόπο της αποκοπής, δάκρυ ρέει στη στιγμή, δάκρυ που το μαζεύεις με τα δάχτυλα και έπειτα στο στόμα, τι γεύση να' χει άραγε το δάκρυ της αμπέλου, δάκρυ ούτε στυφό ούτε πικρό μπορείς να πεις, δάκρυ αιωνόβιο, καρπός που συνήθισε πια στη θλίψη του, δάκρυ μελαγχολίας, μα όχι του ανθρώπου η οδύνη. Σε συγκινεί τούτο, σε συγκινεί που αν λάθος κλαδέψεις την άμπελο, αν το δάκρυ δεν πέσει στο χώμα, όπως πρέπει και όπως ο καλός γεωργός ξέρει, τότε η άμπελος από το δάκρυ της εκείνο που πάνω της θα πέσει καταστρέφεται και νέο κλαδί δε ρίχνει, παρά μονάχη τον τόπο τον μουχλιάζει και τον χαλά. "Να το κάνεις ποίημα" ακούς. Όλα ποιήματα δε γίνονται, απαντάς. Κάποια τα ζεις απλώς και άλλα τα αφηγείσαι. Και κάποια άλλα υπακούν σε άλλους ρυθμούς και σου ξεφεύγουν και συ ξενυχτάς, ώσπου να βρουν τη μορφή τους και τον τόπο τους. Ώσπου να γίνουν ποίημα. Μα όλα ποιήματα δε γίνονται. Όπως και κάποια όνειρα που τα ζεις ενύπνια, και ποιήματα δε γίνονται ποτέ, μα έγιναν κομμάτι της αλήθειας του ονείρου και είναι σα να συνέβησαν πραγματικά. Αναρωτιέμαι, αν και σε ποια όνειρα και γω υπάρχω.

Η μήτρα της ζωής

Δευτέρα της Καθαρής, Δευτέρα της Σαρακοστής, Μεγάλη Δευτέρα. Η ζωή μοιάζει να ξεκινά με την πρώτη και να λήγει με τη δεύτερη. Σχεδόν δηλαδή. Στο μεταξύ, πολλές Δευτέρες μεσολαβούν, Δευτέρες της Σαρακοστής και της ζωής. Μια Σαρακοστή η ζωή, που εκπηγάζει από τη μήτρα της Καθαρής ή της ζωής. Έτσι όπως, με την κάθαρση της γέννας εισέρχεται κανείς σε μια ακούσια ανάβαση, έτσι όπως μέσα από τη θάλπος της μήτρας και το δικό της σκοτάδι, που' ναι φως κατ' ουσίαν, αναβαίνει και γύρω του το ψύχος της νυκτός ενός Σαρανταρίου, έτσι αρχίζει κανείς και την πένθιμη τούτη πορεία προς το Πάσχα, που' ναι η πορεία της ζωής. Κάποτε συναντά κανείς τη Μεγαλοβδομάδα του. Κάποτε όχι, την προσπερνά ή αυτή τον προσπερνά. Μακάριος ή όχι, ποιος το ξέρει. Κάποτε, όμως, αναγκάζεται να τη διασχίσει. Και τότε σπάει ο καθρέφτης, ο καθρέφτης της ύπαρξής του, άπειρα θραύσματα, γυαλάκια από το πριν σύμπαν, που πασχίζει να τα συγκολλήσει. Το σύμπαν, όμως, τούτο το επίγειο ποτέ δεν είναι ολόκληρο. Από τον κύκλο θέλγεται και πάει να τον κλείσει. Ο κύκλος κλείνει στα ουράνια. Κάποτε -σπάνια πολύ- και στα χοϊκά ουράνια. Το τίμημα ατίμητο. Ανεβαίνει, λοιπόν, τη Μεγαλοβδομάδα του, το Πάθος κορυφώνεται, στο Σταυρό καρφώνεται και λαβωμένος στέκει. Τετρωμένος και εντός του μαρτυρίου του. Και το φορεί κατάσαρκα. Τον Θεό του και τον ουρανό του. Αποθνήσκει και στον Άδη κατεβαίνει, όπου τα όσα και τα ήδη και τα δεν θα μετρηθούν απ΄ την αρχή. "Ελέησόν με, Κύριε, ότι θλίβομαι" θα Του πει. "Ελέησόν με, ότι μαζί σου ανέβηκα και σταυρώθηκα και πέθανα και τώρα ζωντανός νεκρός και συνεχίζω, του μαρτυρίου την κάθε μέρα, γιατί ο καθρέφτης έσπασε και στα ουράνια ελπίζω και στην Ανάσταση πια, που τόσο λίγο, αυτό το Χριστός Ανέστη, και αυτή η Αναστάσιμη ώρα και η Ακολουθία του Σαββάτου, γιατί να είναι το τόσο λίγο, γιατί αυτή η χαρά, των αγγέλων η χαρά τόσο λίγο, τι να περιμένει κανείς από την επομένη, εκείνη, εκείνη του όρθρου βαθέως και της νυκτός η ώρα, εκείνη η μόνη Ανάσταση που απαλύνει, Εκείνη η μόνη που καθαγιάζει, που λίγη παραμυθία απλώνει στων ανθρώπων τα πρόσωπα και τα μαλακώνει. Εκείνη η βραδινή Ανάσταση είναι που αληθεύει. Ότι Αληθώς υπάρχει. Μοιάζει, λοιπόν, και η ζωή σαν τη Σαρακοστή, από τη μήτρα της ζωής στη μήτρα του θανάτου να κατέλθεις και έπειτα πάλι δι' ευσπλαχνίαν από τον Άδη να ανέλθεις, σε Κείνον να ριχτείς που θα σε ανασύρει, Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν λαοί και αλλήλους περιπτυξόμεθα -όσο.

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου