Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Το ευάγκαλον σώμα και η ψυχή

Ο Άγγελος του λίθου. Σερβία

ΟΜΙΛΙΑ ΛΔ' Εις το όγδοον Εωθινόν

Μαρία ειστήκει προς το μνημείον, κλαίουσα έξω. Ως ουν έκλαιε παρέκυψεν εις το μνημείον, και θεωρεί δύο αγγέλους εν λευκοίς. Άρτι του κορυφαίου των φοιτητών, και του ηγαπημένου των μαθητών προς την ζωηφόρον δεδραμηκότων σορόν, και την των οθονίων θέαν τεκμήριον ειληφότων της αναστάσεως, η χριστοφόρος Μαγδαληνή έμεινεν εμφιλοχωρούσα τω μνήματι, και περιενόστει αλύουσα, και λιβάδας δακρύων ενστάζουσα, τη επιμόνω προσεδρία υψηλότερόν τι καραδοκούσα μαθείν. Ως δε παραθαρρύνασα εαυτήν, είσω του θεοδόχου παρέκυψε μνήματος, αγγελική οπτασία επιπίπτει ευθύς.
Δύο γαρ αυτή λευχειμονούντες εφάνησαν άγγελοι εν αυτώ τω τόπω ένθα το θείον έκειτο σώμα του Ιησού. Και επειδή το σουδάριον των λοιπών εκεχώριστο, άτερος μεν εμφανίζων προς την κεφαλήν και τηρών το σουδάριον, άτερος δε προς τοις ποσί, φρουρών τα οθόνια. Τούτο δε ην άρα σύμβολον των επί Χριστού δύο φύσεων. Εικόνιζε γαρ η μεν κεφαλή την θεότητα, οι δε πόδες το πρόσλημμα. Επεί γουν κατατεθείσα η του Λόγου σαρξ εν τω μνήματι των της θεότητος αυχημάτων υπήρχεν αχώριστος, του Δεσπότου τον τόπον οία παστάδα περιεφρούρουν οι άγγελοι, δεικνύντες τη μυροφόρω, ότι μη ψιλή σαρξ εν τω τάφω ετέθαπτο, υποστήναι δυναμένη κλοπήν. Και μοι του πράγματος αγάσθητι το παράδοξον. Πώς Πέτρω μεν και Ιωάννη κατ' αυτήν την ώραν προεφιστάσι μόνα ωράθησαν τα οθόνια, ως εδόκει, παρ' ουδενός φυλαττόμενα; Οι γαρ ιεροί νόες, καίτοι παρόντες, ήσαν αθέατοι. Τη δε γυναικί γέγονε τα της οπτασίας αντίστροφα. Τα γαρ οθόνια υπεκρύβησαν, οι δε άγγελοι ώφθησαν. Διατί; Ότι τοις μεν μαθηταίς μείζονος ούσι φρονήματος ικανή προς πληροφορίαν ην των οθονίων η θέα. Της δε γυναικός την ασθένειαν μόλις αν έπεισεν όψις αγγελική, και αυτή του Ιησού η εμφάνεια. Ίσως δε και οι μαθηταί, ει την προσεδρίαν της γυναικός εμιμήσαντο, της ίσης αν αποκαλύψεων έτυχον.

Η μεν ουν Μαρία, εκπλαγείσα τη μορφή των αγγέλων και αύος γεγονυία, τω παραδόξω θεάματι υπότρομος ίστασο. Οι δε άγγελοι, λύοντες αυτήν της αγωνίας, φιλοπευστούσι δήθεν την των δακρύων αιτίαν μαθείν, δια της εμφανείας και της φωνής απάγοντες αυτήν του οίεσθαι κλαπήναι τον Κύριον. "Γύναι, τι κλαίεις;" Τι νομίζεις κλοπήν υποστήναι τον υπό τοιούτων φυλάκων φρουρούμενον; Οράς αγγέλους εφεζομένους, ένα προς τη κεφαλή, και ένα προς τοις ποσί, και συληθήναι νομίζεις τον θησαυρόν; Και τις ούτος νερκοσύλης αναιδής, ή τυμβωρύχος θρασύς, ως βασιλέα κλέψαι παρατάξει αγγελική φυλαττόμενον; Αλλ' ην άρα η Μαγδαληνή τοσούτον ηλίθιος, ως μηδέν τι των όντων εκ τούτου καταστοχάσασθαι. Έτι γαρ της αυτής υπολήψεως είχετο και φησί: "Ήραν τον Κύριόν μου, και ουκ οίδα πού έθηκαν αυτόν". Ο πρότερον είπε Πέτρω και Ιωάννη, τούτο και τοις αγγέλοις λαλεί. Αλλ' ω της καλής καρτερίας! ω της επαινετής πολυπραγμοσύνης! ου παρείδεν αυτήν ο ποθούμενος. Ουκ αφήκε τη απιστία βυθίζεσθαι ο ζητούμενος. Αλλά τον ζέοντα πόθον ιδών, αυτομάτως εφίσταται. Στραφείσα γαρ οπίσω, βλέπει τον Ιησούν εστώτα, και ουκ ήδει ότι Ιησούς εστί. Τι δε το πείσαν αυτήν καταλείψαι την μετ' αγγέλων διάλεξιν, και υποστρέψαι εις τα οπίσω; Εκ της των αγγέλων όψεως και του σχήματος ήσθετό τινός επισκιάσαντος αυτή το μετάφρενον. Επιστάντος γαρ του Κυρίου, οι άγγελοι ευθύς της καθέδρας ανέθορον, τη μεταβολή της όψεως τον επιστάντα δηλώσαντες. Ο δη Μαρία θεασαμένη την όψιν υπέστρεψεν. Ου μην, επέγνω, τις ην ο πυθόμενος: "Γύναι, τι κλαίεις; Τίνα ζητείς". Της τε ημέρας διαυγαζούσης, και της όψεως τη ροή των δακρύων αμβλυνομένης, μάλλον δε της θείας δυνάμεως τούτο οικονομία. "Γύναι, τι κλαίεις; Τίνα ζητείς;" επιπλήττοντός έστι το ρήμα, και την απιστίαν κατονειδίζοντος. Έοικε γαρ τούτο λαλείν. Μετά της άλλης Μαρίας θεασαμένη με, και τους πόδας κρατήσασα, έτι μένεις αμφίβολος; Αλλ' ούτε της επιπλήξεως ήσθετο, ούτε αυτόν επέγνω τον λέγοντα. Οιηθείσα δε τον του εκείσε κήπου είναι μελεδωνόν, λέγει αυτώ "Ει συ εβάστασας αυτόν, ειπέ μοι πού έθηκας αυτόν, καγώ αυτόν αρώ". Καλώς αυτόν κηπουρόν υπετόπασεν. Νέος γαρ ην Αδάμ, τον πρώτον κηπουρόν και φύλακα, τον της Εδέμ κήπου όλον αναδεξάμενος. Και εν κήπω παραδοθείς, και εν κήπω κατατεθείς, ίνα τον κήπον του παραδείσου τω Αδάμ αύθις χαρίσηται. "Ει συ εβάστασας αυτόν, ειπέ μοι, πού έθηκας αυτόν". Τι μετέθηκας, φησί, τον νεκρόν; Βδελυττόμενος ίσως, και μη θέλων εν τω κήπω σου κείσθαι αυτόν, και ολιγώρως και ακηδώς έρριψας άταφον; Ειπέ μοι, πού τούτον μετέθηκας, ίνα αυτή το ευάγκαλον τούτο φορτίον βαστάσασα, μετακομίσω ένθα δη βούλομαι

Τι ουν ο Σωτήρ; Τοσαύτη νωθεία ενισχυμένην ορών, και μηδένα λογισμόν της αναστάσεως έχουσαν, δια μόνης της κλήσεως επανάγει αυτήν εις συναίσθησιν. "Μαρία" στραφείσα επέγνω την γλυκείαν φωνήν, και εκ περιχαρίας μάλα πολλής απεκρίθη "Διδάσκαλε", επιγνούσα το σύνηθες πρόσρημα, και άμα ώρμησε των αχράντων αυτού λαβέσθαι ποδών. Αλλά της εγχειρήσεως είργεται, και ακούει "Μη μου άπτου". Μη προσεγγίσης, φησί, μηδέ άψασθαι πειραθής. Ου γαρ έτι σαρκός επιφέρω παχύτητα, ως αφαίς υποκείσθαι ταις σαις. Καν τρόπω συγκαταβάσεως προ μικρού τους εμούς πόδας μετά της άλλης Μαρίας κεκράτηκας, αλλ' εκείνο οικονομία ην και βεβαίωσις της εγέρσεως. Επεί ουν και οφθαλμοίς ιδούσα, και φωνής ακουτισθείσα, και χερσί κατασχούσα, έτι μένεις αβέβαιος, και ως νεκρόν νοστούσα ζητείς, "μη μου άπτου", τοσαύτης απιστίας περικειμένη αχλύν. Ή τάχα το "Μη μου άπτου" και νοητόν δηλοί επαφήν. Εβούλετο γαρ ερευνήσαι πώς ωκονόμητο της αναστάσεως το μυστήριον. Αποσπεύδει γουν αυτήν τοιούτων ερωτημάτων εφάπτεσθαι και φησί. Μη πολυπραγμόνει τα υπέρ σε, ούπω γαρ εφικέσθαι δύνασαι μυσταγωγίας τοιαύτης. 

Επειδή "Ούπω αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου" ώστε προς υψηλοτέρας θεωρίας εκλύσαι υμάς δια της του Παρακλήτου αποστολής. Και τάχα προς τούτο εφέρετο ο πρότερον έλεγεν "Όταν υψωθώ, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν" ύψωσιν λέγων την προς τον Πατέρα ανάβασιν. Εγώ μεν ουν, φησί, αναβαίνω προς τον Πατέρα, συνεσόμενος αυτώ και μετά του σώματος. Συ δε άπιθι, και ευαγγελίζου τοις μαθηταίς την ανάληψιν "Αναβαίνω προς τον Πατέρα μου, και Πατέρα υμών, και Θεόν μου, και Θεόν υμών. Δει δε μη σκανδαλίζεσθαι τους των θείων Γραφών επιστήμονας, ει τι των ανθρωποπρεπών δια την οικονομίαν λέγει Χριστός. Θεόν μεν γαρ τον Πατέρα εκάλεσεν, ως την κτιστήν φύσιν αναλαβών. Τον αυτόν δε Πατέρα ωνόμασεν, ως της αυτής ων ουσίας και φύσεως. Έστι μεν ουν εκείνου, κατά την θεϊκήν ουσίαν, φύσει Πατήρ, ημών δε χάριτι Πατήρ δι' αυτού. Οίω δε τρόπω φαμέν γενέσθαι τον Χριστόν μετά την ανάστασιν ανθρωπίναις αφαίς ου ληπτόν, ανιχνεύσωμεν, ως αν δυνηθώμεν μετά Παύλου ειπείν "Ει και εγνώκαμεν κατά σάρκα Χριστόν, αλλά νυν ουκ έτι γινώσκομεν". Της του προπάτορος παραβάσεως το πάχος το της σαρκός προξενησάσης ημίν, όπερ η θεολογία δερματίνους χιτώνας εκάλεσεν, ο ελθών επί το την φύσιν επανορθώσασθαι, γέγονε μεν όπερ ην ο Αδάμ μετά την παράβασιν. Παθών δε και αναστάς, μετεστοιχείωσε την φύσιν εις όπερ ην ο άνθρωπος προ της παραβάσεως, τους προϋφανθέντας χιτώνας απεκδυσάμενος. Ανάστασις γαρ έστιν η εις το αρχαίον αποκατάστασις. Ην και ημείς απεκδεχόμεθα εν τη παλιγγενεσία λαβείν, χάριτι του μεταστοιχειώσαντος δι' εαυτού και αφθαρτίσαντος την φύσιν ημών, του Κυρίου, και Θεού, και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΕΡΑΜΕΥΣ, Migne P.G.132, 672-681

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου