Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Η μικρή μας πόλη θρηνεί...

ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΣΤΗ ΛΗΘΗ
Σα μνημόσυνο ο λόγος
7 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Είμαι η ΦΙΛΙΤΣΑ.
Μόνο που δεν υπάρχω πια.
Τουλάχιστον εδώ
στο χωμάτινο κόσμο σας
έπαψα να υπάρχω.
Χωρίς να το θέλω
κόπηκαν τα φτερά μου.
Μου τα κόψανε.
Ένα βράδυ την πήραν την απόφαση
και τα ξέσκισαν.


Όμως, εγώ ξεκίνησα με τη σιγουριά ότι έχω φτερά
ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν
ότι τα έχουν για να πετάνε
για να γίνονται καλύτεροι
για να ομορφαίνουν τον κόσμο
και ότι αυτός ο κόσμος
όσο κακός κι αν είναι
ποτέ
ποτέ
δεν το φανταζόμουν ότι θα μπορούσε
τόσο κακός
να γίνει σε μένα
ότι θα μπορούσε
η κακία του
να με αγγίξει.
Και να με κομματιάσει.
Μα και γιατί να έπρεπε να το σκεφτώ;
Αφού σε τίποτα δεν του έφταιξα.
Κι όμως.

Όλα αυτά μόνο μακρινά φαίνονταν σε μένα και στους δικούς μου
στη μητέρα
στον πατέρα
στη μικρή αδερφή.
Μόνο μακρινά
πολύ μακρινά
σχεδόν αδύνατο να συμβούν.
Κανείς
Κανείς
δεν το μπορούσε να το φανταστεί
ή να το πιστέψει
πόσο κοντινή μας
ήταν η βαρβαρότητα
πόσο κοντινό
ήταν το έγκλημα.
Πόσο δίπλα μου.
Κανείς μας.
Ούτε ακόμα και τώρα.
Κανείς
δε θα μπορούσε να πιστέψει
ότι δεν ανασαίνω
ότι δεν είμαι εδώ
ότι δεν θα είμαι ποτέ
πια
εδώ
γιατί η κακία
χίμηξε
πάνω μου
τόσο άδικα
τόσο χωρίς λόγο
για ένα τίποτα
ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ
και με έσβησε.
Μου έσβησε τα 14 κεριά
τα 14 μου χρόνια.
Τα πήρε και τα έσβησε.
Δίχως μια σκέψη
δίχως λογική.
Ένα παράπονο
ένα παράπονο
από κείνη την πρώτη στιγμή
ΓΙΑΤΙ;
Γιατί
επάνω μου
τόση κακία;
Γιατί
επάνω μου
τόση βαρβαρότητα;
Ποιος
αξίζει
τόση αθλιότητα στα 14 του;
Ποιος αξίζει το έγκλημα;
Κι όμως
δέχτηκα
αυτή τη βία πάνω μου.
Κι όμως
με κατασπάραξαν
χωρίς λόγο.
Με ξέσκισαν.
Με έκαναν να μην υπάρχω.
Η βία ήταν πολύ κοντά τελικά.
Ήταν δίπλα μου.
Και κανείς
δεν μπόρεσε να με προειδοποιήσει γι’ αυτό.
Κανείς δεν μπόρεσε να με προστατέψει.
Κανείς από τους αγαπημένους μου δεν κατάφερε
να με σώσει.
Έφυγα.

ΑΝ ΖΟΥΣΑ
αν προλάβαινα να ζήσω
-αν με άφηναν-
θα συνέχιζα από εκεί ακριβώς
που με σταμάτησαν.
Θα συνέχιζα να χορεύω
σε μια αλλιώτικη «Λίμνη των Κύκνων»
σε μια μαγιάτικη παράσταση
χωρίς τέλος.
Θα συνέχιζα
με τις αγαπημένες φίλες
βόλτες να κάνω
στην πλατεία της Βλάστης
θα συνέχιζα
να διαβάζω
ό, τι με κράταγε στο όνειρο
αγαπημένους συγγραφείς
αγαπημένα λόγια.

ΘΑ ΜΕΓΑΛΩΝΑ.
Και οι αγαπημένοι μου
θα με βλέπανε να μεγαλώνω.
Θα μεγάλωνα.
Θα άνοιγα τα φτερά μου και θα πέταγα.
Θα μάθαινα να ονειρεύομαι
θα έβλεπα ότι τα όνειρα
όταν τα πιστεύεις πολύ
γίνονται πραγματικότητα.
Θα περίμενα την αγάπη
το όνειρο
να γίνει πραγματικότητα.
Θα πίστευα στο καλό
στην ανθρωπιά
στον κόσμο που είναι όμορφος.
Που προσπαθείς να τον κάνεις όμορφο
ακόμα κι όταν δεν είναι.
Και τα καταφέρνεις.
Θα διατηρούσα την ελπίδα.

Τα δικά μου όνειρα.
δεν υπάρχουν πια.
Τα δικά μου όνειρα
έπαψαν με την πνοή μου.
Τα δικά μου όνειρα
έφυγαν μαζί με μένα.
Τα δικά μου όνειρα
τα έπνιξαν.

Είναι απίστευτο
που κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά.
Είναι απίστευτη
η μοναξιά
εκείνης της νύχτας.
Τόσος κόσμος
Τόσος κόσμος
Τόσος κόσμος
κι ούτε ένας
για μένα
να’ ναι κει
να με σώσει.
Μόνη
τόσο άδικα
χωρίς αγάπη
την αγάπη των δικών μου
τη δική τους αγκαλιά.
Τόσο άδικα.
Γιατί έτσι;
Γιατί με τόσο μίσος;
ΓΙΑΤΊ;

Ένα γιατί
θα μείνει
για να θυμίζει ότι
ήμουν σ’ αυτόν τον κόσμο
κοντά σας
και με χάσατε.

Κανείς δεν μπορεί
κανείς δεν πρέπει να κοιμάται ήσυχα
μετά από κείνο το βράδυ στη Βλάστη.
Κανείς δεν μπορεί πια
να φαντάζεται
ότι αυτά συμβαίνουν
αλλού
σε άλλη πόρτα
σε άλλο σπίτι
σε άλλο κόσμο.

Η κραυγή μου αυτή
που δεν έφτασε
σε κανέναν
εκείνη τη νύχτα
και την έπνιξαν
ας φτάσει σήμερα σε όλους σας

ΠΑΡΑΚΑΛΩ

ας είναι αυτό το τελευταίο αίμα
η τελευταία ψυχή
ας είμαι η τελευταία
η μόνη που φεύγει έτσι
που έφυγε έτσι
τόσο μόνη
ας μη ζήσει κανείς άλλος
-παρακαλώ να μη ζήσει κανείς άλλος-
τον εφιάλτη στη μικρή ζωή του
καμιά μανούλα
κανένας πατέρας
να μη χρειαστεί
να θρηνήσει έτσι
το παιδί του
ας μην υπάρξει
επόμενος
σας παρακαλώ.

Είναι το τελευταίο μου όνειρο.

Η ελπίδα.

Η Φιλίτσα
12-2-2007
Σα μνημόσυνο ο λόγος
Τρία χρόνια μετά

Πηγή: http://www.eordaia.org/index.php/component/content/article/272-23/3875--lr-

Σημείωση:
Τη Φιλίτσα δεν τη γνώρισα.
Θα μπορούσε να είναι το παιδί μου. Θα μπορούσε να είναι το παιδί σου. Η Φιλίτσα δεν ανήκει μόνο στους γονείς της. Ανήκει στους γονείς του κόσμου και την κλαίμε όλοι. Χτες, μάθαμε, για μια ακόμα φορά η ελληνική κοινωνία και δικαιοσύνη αποποιήθηκε τις ευθύνες της. Για μια ακόμα φορά πισωπάτησαν, τρεκλίζοντας, διαβρωμένοι, ανίκανοι και αδιάφοροι. Για μια ακόμα φορά πείστηκαν στο ψέμα. Για μια ακόμα φορά οι ρήτορες του λόγου μεθόδευσαν τη νίκη του σκότους.
Για μια ακόμα φορά θριάμβευσε το άδικο.
Σήμερα νιώθουμε ότι τη Φιλίτσα τη σκότωσαν για δεύτερη φορά.
Σήμερα την κηδεύουμε ξανά
 
Την κλαίω όπως θα' κλαιγα δικό μου άνθρωπο
Την κλαίω γιατί η κραυγή της για μια ακόμα φορά φιμώθηκε
Την κλαίω γιατί η μόνη της ελπίδα έσβησε
Την κλαίω γιατί δεν καταφέραμε να τη σώσουμε
Την κλαίω γιατί δεν τολμώ να βάλω σε εικόνες το μαρτύριό της
Την κλαίω μα έχω επίγνωση πως:
 
«Εμείς; Τι είμαστε εμείς;
Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά,
πολλή),
μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο /καιρό κι’ αυτό;),
μπορεί -οι πιο ευαίσθητοι- να τ’ αγρυπνήσουμε
(αν και πόσες νύχτες;),
μα τίποτ’ άλλο.
Όλα τ’ άλλα είν’ της μητέρας του παιδιού»
 
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ
ΣΤΙΓΜΕΣ, Λευκωσία 1958

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου