Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Παίρνεις το δισάκι σου και πας...


Παρά τον Μύριχον...

Παίρνεις το δισάκι σου και πας. Πας κάπου, αφού άδεια, να γεμίσεις ξανά. Όχι, μακριά. Όσο μπορείς. Κάπου που να κυλά ποτάμι. Ή λίμνη, έστω. Τη ζέστη της θάλασσας δεν την αντέχεις πια. Κάπου που να' χει σιωπή. Κάπου στο τίποτα. Εικόνες φτιάχνεις μέσα σου. Εικόνες και ήχους της σιωπής. Δεν ξέρεις πού. Δεν ξέρεις τι. Νιώθεις μόνο το πώς. Πώς να' ναι αυτό το "τίποτα". Πόσο κοντά καμιά φορά αυτό το γεμάτο τίποτα. Πόσο κοντά σε ό,τι αναγκεύεται η ψυχή. Αρκεί να' ρθει η ώρα της. Και τότε όλα ανοίγονται κι έρχονται μόνα τους. Δίχως βία, φανερώνεται της ψυχής η ανάγκη. Και επιβάλλεται.

Παίρνεις το δισάκι σου και πας. Και συναντάς καταφύγιο παρά τον Μύριχον ποταμόν και παρά τον ίδιο τον Μύριχο. Κι εκεί στέκεσαι και σταματάς. Πιο πέρα δεν έχει. Ούτε πιο πάνω. Εδώ. Στέκεσαι και τον κοιτάς και τον έχεις μπροστά σου όλες τις ώρες. Ώρες που τις ρουφάς. Τον έχεις στο ξημέρωμα, να λιάζεται το μεσημέρι, να χρωματίζεται το μούχρωμα, να σκοτεινιάζει, να γεμίζει φωνές τη νύχτα, όλη τη νύχτα να τον ακούς και τις φωνές ν' ακούς κρυμμένες μες στις καλαμιές και μακριά τη σιγή και τη σιωπή μιας νύχτας που όμως δεν ησυχάζει.

Τον έχεις και σε θέλγει, στο πλάι τον περπατάς, πάλιν και πολλάκις σε σταματά , τα πετούμενα του ουρανού, τα πετούμενα της λίμνης του, χήνες και βουτηχτάρια και κείνα τα σταχτιά πουλιά και τα ψηλόκορμα, σαν πελαργοί σου μοιάζουν, τα σπάρτα, τα κίτρινα πανέμορφα λουλούδια, κι οι ακακίες με τις ρίζες τους να συγκρατούν το χώμα που ολισθαίνει, να συγκρατούν και να ομορφαίνουν, και γύρω βαλανιδιές, γεμάτος ο τόπος από τη δρυ τη βασιλική, θυμάσαι τον θείο στο χωριό, όλα δέντρα τα λέμε, μα τη βαλανιδιά "ο Δένδρος" τη φωνάζουμε. Μόνο αυτή φωνάζουμε έτσι.

Το φράγμα του πιο πέρα και μικροί, κρυμμένοι καταρράκτες, τα ρυάκια του Σινιάτσικου που τρέχουν να συναντήσουν τον μεγάλο ποταμό, μα πρώτα τον χειμαρροπόταμο, αυτόν τον άγνωστο ως τα τώρα Μύριχοποταμό. Πεταλούδες παραποτάμιες, πεταλούδες να γυροφέρνουν τα σπάρτα και το χωματόδρομο, πεταλούδες παντού και σα να περίσσεψαν. Ο τόπος μοσχοβολά. Σου δίνει ό,τι έχει. Ο τόπος είναι διάφανος. Μια κρυμμένη, πανάκριβη ομορφιά, που ποτέ σου έτσι δεν τη φαντάστηκες. Τόσους χρόνους, ανεβαίνεις-κατεβαίνεις τα Νάματα, απο μακριά τον κοιτούσες και τον χαιρόσουν, σταματούσες ξανά και ξανά, κρυμμένος ήταν μες στις βαλανιδιές, έτσι τον αντάμωνες, κρυμμένο και φυλαγμένο, εκ του μακρόθεν, απέναντι τον είχες, πώς μπορούσες τόση ομορφιά να ανταμώσεις, πώς ήταν δυνατόν να τη φανταστείς, τόσους χρόνους, ανέβαινες-κατέβαινες, εις μάτην. Μα τώρα απλώθηκε η ομορφιά του κι έγινε κοιλάδα, μια κοιλάδα ακριβοθώρητη, σε απόσταση πνοής...

Έρχεται ξημέρωμα ξανά, της Κυριακής ξημέρωμα, το δρόμο παίρνεις για την Κοίμηση στο Σισάνι, μοναστηράκι μικρό, που σε τίποτα δεν υστερεί από την περίτρανη σκεπασμένη Βασιλική. Χρόνια πριν την είχες περπατήσει άσκεπη, μα τώρα κλεισμένη σε στέγαστρο και τζαμαρία και κάπως απόμακρη και μοναχική, ένα άξενο μνημείο, για ποιον άραγε την κρατούν κλειστή; Κατεβαίνεις, για να εισέλθεις και μόλις πέρασαν τα Άγια, "μιαν από κόπου ενύσταξα", θυμάσαι τον Μπεργαδή,  έπεσα κι εκοιμήθη, μα εδώ ο γέροντας ιερέας σε κρατά ορθή, για τον εκατόνταρχο λέει και κάτι για την πίστη, στήριξόν μου την πίστη, λέει, κι έπειτα μοσχοβολούσαν οι φλαμουριές στο μικρό αυλόγυρο, να μαζέψουμε πριν φύγουμε, θυμήθηκες να πεις. Να μαζέψουμε για τον χειμώνα.

Τις ώρες να μαζέψουμε και τις στιγμές, γιατί ο χρόνος είναι πάντα τώρα. Το έμαθες, έστω και αργά. Ο χρόνος είναι πάντα τώρα. Σταματά, όμως, και στο πάντα. Ο χρόνος, λοιπόν, είναι πάντα. Θυμάσαι τον Πόρτσια, πώς να μην;

«Αυτό που πιο πολύ με έκανε να σκεφτώ στη ζωή είναι το λίγο που είναι η ζωή. Η ζωή δεν υπάρχει, δεν υπάρχει επειδή αν υπήρχε θα ήταν πάντα όπως είναι. Η ζωή μοιάζει να υπάρχει. Αυτό το λεπτό περνάει και μια και πέρασε δεν υπήρξε, γιατί δεν υπάρχει. Είναι ένα ολικό πράγμα. Το ένα είναι καμωμένο από όλα κι από όλους και είναι όλο αλλά δεν είναι ένα. Το ένα δεν συναντάται ποτέ όπως εγώ, όπως ένα. Συναντάται σαν τα πράγματα, σαν τα πρόσωπα, σαν χρόνος».

Ημέρα Κυριακής και θα παραμείνεις μακριά, για όσο χρειαστεί, τον Μύριχο να κοιτάς σε όλες τις μυστικές του ώρες, τη σιωπή του να ρουφάς, μα και τη μακρινή φωνή του, τη σιγή να παίρνεις μέσα σου, γιατί τόση η ανάγκη. Τόση η ανάγκη να σε απαλύνει κάτι. "Σα θάλασσα" λέει η κόρη που σε συνοδεύει. "Σα θάλασσα τούτο το ποτάμι". Μικρά πουλιά και ποταμήσια, του δάσους πουλιά έρχονται στο μπαλκόνι σου και σε συνοδεύουν, μες στα βιβλία που τυλίχτηκες, τα σκόρπια τα χαρτιά, τα πλήκτρα, τα μελάνια.
Μικρά πουλιά, φεύγουν και ξανάρχονται μες στο μεσημέρι, τα βλέπεις, δε σε βλέπουν, μικρά σταχτιά πουλάκια, τα χαζεύεις μες στα πλήκτρα, τα χαρτιά και τα μελάνια. Τα χαζεύεις και ακούς. Ο τόπος είναι διάφανος. Σου δίνει ό,τι έχει. Ο τόπος είναι απλόχερος. Το ίδιο και η ομορφιά του.

Σκοτάδι απλώθηκε ξανά, ανεβαίνει το μισό φεγγάρι και μες στον Μύριχο πέφτει και καθρεφτίζεται, να, γιατί τόσα τα παραμύθια για τις νεράιδες και τα ποτάμια μες στο φως της νύχτας, να,  γιατί. Ο τόπος είναι μαγευτικός.
Το χάραμα επήρες του Ήλιου το δρόμο, απ' όπου χαράζει ως όπου βυθά, για να πεις κι εσύ ξανά πως τα μάτια σου τόπο δεν ήβραν ομορφότερο από τούτο τ' αλωνάκι, του μικρού ποταμού τη ζεστή κοιλάδα.

Είσοδος και Έξοδος ταυτόχρονα του Μικρού Ναυτίλου που μεγάλωσε πια

ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ
είναι παρά μια λάμψη πίσω απ' τα βουνά
-κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός
που άξαφνα σταματάει όξω απ' τα λιμάνια. Κι όσοι νογούν, το μάτι
τους βουρκώνει

Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;

Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικόνισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο
αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα

Γιατί δε φτάνεις ως εμάς;

Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ' ό,τι να' ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό
στον ώμο· στην τσέπη μου έναν Οδηγό· τη φωτογραφική μου μηχανή
στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω
ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο

Χρυσέ ζωής αέρα...

Κάποτε νιώθω να 'μαι τόσοι πολλοί
που χάνομαι. Θέλω να πραγματοποιηθώ έστω και στο μάκρος μιας
ηλικίας που να ξεπερνά τη δική μου.
Αν η ψευτιά δεν υπάρχει τρόπος να καταβληθεί ούτε από το χρόνο,
τότε το παιχνίδι το έχασα.

Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα. Κι αυτή τη χίμαιρα, δικαίωμά μου.

Χείλι πικρό που σ' έχω δεύτερη ψυχή μου, χαμογέλασε!

Άδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο. «Μόνον τ' απαραίτητα» είπα. Κι ήταν αρκετά γι' αυτή τη ζωή - και για πολλές
άλλες ακόμη.

Γυμνός, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ' ένα στενό κρεβάτι, ανά-
μεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο
μπράτσο μου, που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα
όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα
πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψά-
θα. Χάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω
στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να 'χω τόσα. Δε μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.
Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο που 'ναι
πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέ-
λει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη
φύση -αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

«Εχθές έχωσα κάτω απ' την άμμο το χέρι μου κι έπιασα το δικό της.
Όλο το απόγεμα ύστερα τα γεράνια με κοίταζαν απ' τις αυλές με νόη-
μα. Οι βάρκες, οι τραβηγμένες έξω στη στεριά, πήρανε κάτι γνώρι-
μο, οικείο. Και το βράδυ, αργά, την ώρα που της έβγαλα τα σκουλα-
ρίκια να τη φιλήσω έτσι όπως θέλω εγώ, με τη ράχη ακουμπισμένη
στον μαντρότοιχο της εκκλησιάς, μπουμπούνισε το πέλαγος και οι
Άγιοι βγήκανε κρατώντας κεριά να μου φωτίσουνε.»
Χωρίς αμφιβολία υπάρχει για τον καθέναν από μας κι από μια ξεχω-
ριστή, αναντικατάστατη αίσθηση που αν δεν τη βρει να την απομο-
νώσει εγκαίρως και να συζήσει αργότερα μαζί της, έτσι που ναν τη
γεμίσει πράξεις ορατές, πάει χαμένος.

Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς
να σημειώνεται μέσα στη «στιγμή» όταν καταφέρει να την ανοίξει
και να της δώσει διάρκεια. Οπόταν, πραγματικά, και η Θλίψις γίνεται Χάρις και η Χάρις Άγγελος· η Ευτυχία Μοναχή και η Μοναχή Ευτυχία με λευκές, μακριές πτυχές πάνω από το κενό, ένα κενό γεμάτο σταγόνες πουλιών, αύρες βασιλικού και συριγμούς υπόκωφου Παραδείσου.

Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.

Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που, εάν σηκωθεί μέσα μας
αέρας, αλίμονο. Οι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμμα-
τίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζε-
ται με το φως, όχι με τη δύναμη. Κι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βά-
ζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σω-
μάτων μας παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα
χωρίς συγκατάβαση.

Το σώμα ξέρει.

Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυ-
τοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφά-
νειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να
την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ' έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη
θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατού-
σα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.
Το 'κοψα και το 'φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα
ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ' αυτή τη στυφή από αλή-
θεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ' ελα-
φρύ βήμα και καρδιά ιεραποστόλου.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότε-
ρο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

Τυλίγομαι το αρχαίο ρούχο και τα πέτρινα πάλι κατε-
βαίνω σκαλοπάτια καλώντας και ξορκίζοντας

Έρμα 'ν' τα μάτια, που καλείς

Μακριά στο σώμα και μακριά στο χώμα που πατώ πήγα να βρω ποιος είμαι. Τις μικρές ευτυχίες και τ' αδόκητα συναπαντήματα θησαύρισα, και να με: ανήμπορος να μάθω τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο

Χρυσέ ζωής αέρα...

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου