Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Νεόφυτος ο Έγκλειστος μιλά...


Η Εγκλείστρα ή Memento exsilii

Διάβαζα τούτες τις μέρες τον Λάμπρο Καμπερίδη στο έργο του «Δος μοι τούτον τον ξένον» από τις εκδ.Ίνδικτος. Στέκομαι στην ανάγνωση στο παρακάτω:
«Για να βιωθεί η ξενιτιά χρειάζονται δύο άνθρωποι. o ένας την προσφέρει και ο άλλος τη δέχεται. Σε δύο τόπους κυοφορείται η ξενιτιά. Σε κείνον που άφησες πίσω, σε κείνον όπου είδες και σε είδε το φως, σε κείνον όπου ζούσες, και στον άλλον που προσπαθείς να τον εξημερώσεις, να τον εξευμενίσεις, να τον εξανθρωπίσεις με την ελπίδα πως θα σου προσφέρει κάποτε και κείνος τη ζωή. Σαν φυλακή και θάνατος συνάμα μοιάζει η ξενιτιά».

Η προσφυγιά όμως είναι μονάχα θάνατος. Η εξορία από την πατρίδα δεν αφήνει καμιά ελπίδα να παραμυθήσει, να παρηγορήσει, να αναπαύσει τον αποκεκομμένο βίαια από τον ομφάλιο τόπο. Ο πρόσφυγας είναι παντού και πλέον ξένος. Είναι ένας κινητός τόπος «memento exsilii». Ο πρόσφυγας, όπως και ο εθελούσιος ξενιτεμένος, είναι «μη αφομοιώσιμος». Είναι μονίμως στραμμένος εις τα οπίσω. Εις τον τόπο από όπου εκριζώθηκε -βιαίως, έτσι κι αλλιώς. Γιατί, σχεδόν πάντοτε, η αιτία μιας ξενιτιάς είναι η «ανάγκη», είναι αυτό που επιβάλλεται έξωθεν. Ο πρόσφυγας ενδύεται το ιμάτιο της μνήμης, «η πατρίδα του είναι πάντοτε αλλού», η πατρίδα του «έχει μεταμορφωθεί σε ανεξάντλητη άσκηση μνήμης θανάτου».

Ο πρόσφυγας είναι διαρκώς ενδεδυμένος το χιτώνα της λύπης, ως ο εγερθείς Λάζαρος, που επανήλθε εις το φως εκ του θανάτου, όμως έκτοτε, με τη γεύση του Άδη στα χείλη, δε γέλασε. Ο πρόσφυγας γλίτωσε εκ του χοϊκού θανάτου, όμως έκτοτε, με τη γεύση της προσφυγιάς μόνιμα χαραγμένη στα χείλη, με τα μάτια του βαθουλωμένα από τη μνήμη του σπιτιού που ορφάνεψε πίσω, δε γέλασε. Έζησε, όμως, με την ελπίδα της παλλινόστησης «εν ευθέτω και εσχάτω χρόνω». Έζησε με την ψευδαίσθηση της ελπίδας της παλλινόστησης εν ευθέτω και εσχάτω χρόνω. Γιατί ο πρόσφυγας τρέφεται με την αυταπάτη της προσωρινότητας. Ζει στο εξής με τη φενάκη του εφήμερου χρόνου και της επιστροφής. Είναι η ανάγκη για επιβίωση που του επιβάλλει ένδον να πλάσει την ελπίδα και να τη στεριώσει με όνειρα και ψευδαισθήσεις.

Ο Καμπερίδης με έκανε να αναζητήσω και τον Άγιο Νεόφυτο τον Έγκλειστο. Μετά θυμήθηκα τον Σεφέρη. Ψάχνοντας στα γρήγορα στα διαδικτυακά συναξάρια, τον απάντησα να σκάβει με τα χέρια του το χώμα, στεριώνοντας το κελί του, δηλ. την εγκλείστρα του. Τον σκέφτηκα κατά πολλούς τρόπους.
Σκέφτηκα πως κάποτε σκάβει κανείς με τα χέρια του το χώμα και στεριώνει την εγκλείστρα του και εισέρχεται μέσα, αποποιούμενος τον κόσμον, μην μπορώντας να αντέξει την όποια ασχήμια του, σκέφτηκα πως κάποτε η εγκλείστρα τούτη δε γίνεται τόπος σωτηρίας, παρά βασάνου, αλλοιώνεται σε λαβύρινθο ή κατέχει τόπο φρέατος, εις το οποίο κατεβαίνεις, μα αδυνατείς να εξέλθεις. Σκέφτηκα πως μοιάζει με κατάβαση στον Άδη και τότε εισήλθε στη σκέψη για μια ακόμα φορά ο τριήμερος εις τον Άδη Λάζαρος, που έπειτα ανέστη. Κάποτε για χρόνια πολλά παρεπιδημεί κανείς σε τούτη τη χωμάτινη εγκλείστρα, δίχως φως ή αέρα να αναπνεύσει, για χρόνια χτυπιέται στα τοιχώματα του λαβυρίνθου, δίχως τρόπο να εξέλθει, για χρόνια κατεβαίνει στο φρέαρ, δίχως νερό να συναντήσει ή κλίμακα για να ανέλθει. Το χειρότερο είναι ότι δε νιώθει ούτε την εγκλείστρα ούτε το λαβύρινθο ούτε το στεγνό πηγάδι. Το χειρότερο είναι που βυθίζεται μέρα τη μέρα και ώρα την ώρα περισσότερο. Το χειρότερο είναι ότι ο χρόνος περνά. Και ενώ ο Λάζαρος το καθιερωμένο Σάββατο της Σαρακοστής εγείρεται εκ του τάφου και πρόσωπο Κυρίου συναντά, αυτός εις τον τάφο παραμένει, αδύναμος να εγερθεί ή το κάλεσμά Του να ακούσει. Και συνεχίζεται η Μεγάλη Βδομάδα και τον βρίσκει καθηλωμένο στο μνήμα μέσα και ο πόνος κατά τη Μεγάλη Τετάρτη κορυφώνεται, τι πόνος αναπάντητος, και ο πόνος οξύνεται, τι πόνος λυγμικός, και η Ανάσταση έρχεται, μα όχι γι’ αυτόν.

Αυτός βουλιάζει όλο και περισσότερο, αυτός βυθίζεται όλο και περισσότερο, καθίσταται κλινήρης και βουβός κοιτά τον κόσμο να συνεχίζει τη ζωή του και τη γη την τροχιά της, το φεγγάρι να έρχεται και να φεύγει, τον ήλιο να βγαίνει ή να μη βγαίνει. Τότε, Εκείνος που στέκεται απ’ έξω και δεν έφυγε, επιμένει στο κάλεσμά του. Και με κάποιο τρόπο τον καλεί εκ νέου να εξέλθει. Η Διακαινήσιμος τον βρίσκει μακριά από τον οικείο τόπο και σε θερμοκοιτίδα, με τεχνική υποστήριξη να προσπαθεί να αναπνεύσει και έπειτα ν’ αρχίσει να μεγαλώνει από την αρχή και το σαρκίο του ενήλικα μέρα τη μέρα να το ενδύεται ξανά, να περπατά βήμα-βήμα, μα στην αρχή μπουσουλώντας, και κάποτε το βλέμμα πίσω να το στρέφει ξανά, στην εγκλείστρα της ψυχής, στο λαβύρινθο του μυαλού, στις άνυδρες σκέψεις, στην αγρύπνια.

Η ενηλικίωση βαστά για καιρό. Απουσιάζει από παντού. Είναι ως να μην υπάρχει. Και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Είναι εκείνο το μεσοδιάστημα που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο και εδώ, το θάνατο από τη ζωή. Είναι εκείνο το μεσοδιάστημα, όταν ό,τι πονά αποβάλλεται με κείνους τους ακατάλυτους μηχανισμούς επιβίωσης. Είναι εκείνο το μεσοδιάστημα όπου αποστρέφεις το βλέμμα, απεκδύεσαι την ψυχή, δεν αγρυπνείς, παρά κοιμάσαι. Κοιμάσαι πολύ. Και όταν δεν κοιμάσαι, προσπαθείς να ανέλθεις. Προσπαθείς όσο μπορείς. Παίρνεις το δρόμο προς τα πίσω. Δηλ. προς τα μπροστά. Σηκώνεσαι ξανά και παίρνεις της επιστροφής το δρόμο. Και κάποτε επιστρέφεις.

Όταν έφευγες, ήταν σα να έφευγες για πάντα. Όταν έφευγες και τον ποταμό διέσχιζες, ο ποταμός είναι όριο έλεγες, σαν τον περάσεις, έχεις ήδη φύγει. Μα επιστρέφεις. Βλέπεις εκ νέου την εγκλείστρα και την αναγνωρίζεις, είναι δική σου, μα τώρα σκύβεις, λυγίζεις και προσκυνάς, βλέπεις το λαβύρινθό σου, μα στο τέλος του ένας Εσταυρωμένος σε καλεί προς την έξοδο, βλέπεις το στεγνό σου φρέαρ, μα τώρα φτάνεις μέρα τη μέρα στο φιλιατρό του, αναζητώντας και διψώντας το ύδωρ το ζων. Επιστρέφεις. Έχεις τη γεύση του Άδη στα χείλη και στην ψυχή, έχεις την πίκρα μιας χοϊκής Κόλασης, νιώθεις όπως ο Λάζαρος ξανά, που δεν κατάφερε έκτοτε να γελάσει, δε νιώθεις να έχεις συναισθήματα. Δε νιώθεις τίποτα.

Όμως, κάτι πρέπει ακόμα να νιώθεις γιατί αγρυπνείς. Ωστόσο, δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις γιατί ο πόνος δεν είναι πια οξύς, ή κι αν είναι δεν τον νιώθεις. Δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις, γιατί περπατάς και δεν έμεινες σωριασμένος, δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις, που δειλά-δειλά και βήμα-βήμα γίνεσαι άνθρωπος ξανά. Και τώρα νιώθεις όπως ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος, σε κείνα τα αγγελικά χέρια της τοιχογραφίας έχεις αφεθεί, για να σε σύρουν ως εκεί όπου βαστά η χοϊκή σου πορεία. Για να φεύγει η μέρα, να έρχεται η άλλη, να φεύγει η μία να μπαίνει η άλλη, μα χρειάζεσαι τα χέρια τούτα τα αγγελικά δια βίου, τα έχεις απόλυτη ανάγκη, για να αντέξεις την εγκλείστρα σου και το λαβύρινθό σου και το άνυδρο φρέαρ σου, που άλλαξαν σχήμα, όμως, κατ’ ουσίαν έμειναν τα ίδια. Το μόνο που άλλαξε είναι τα χέρια που ήρθαν τώρα, που και πριν ήταν, μα δεν τα’ νιωθες. Το μόνο που άλλαξε είναι αυτά τα αγγελικά χέρια. Για να σε κρατήσουν ξανά, την ώρα που κανείς άλλος δε θα μπορεί ή δε θα θελήσει να το κάνει. Για να σε κρατήσουν ξανά και να σε σύρουν με τη θέλησή σου όταν αναίσθητος όταν ασθενής όταν εν συγχύσει οδοιπόρος...

«ΛΑΖΑΡΕ, ΔΕΥΡΟ ΕΞΩ»!

Φανταστήκατε τι σήμαινε
να του πη έτσι απλά "Δεύρο έξω",
φανταστήκατε τι χαρτί θα κρατούσε;

«ΛΑΖΑΡΕ, ΔΕΥΡΟ ΕΞΩ»!

Εκείνο το «δεύρο έξω» με συνταράζει,
εκείνο το «δεύρο έξω» όπως φωνάζουμε τον φίλο μας απ’ το σπίτι του,
εκείνο το βέβαιο «δεύρο έξω»
που δεν επιδεχόταν αμφιβολίες,
που απ’ αλλού ερχόταν!

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, Εκπρόθεσμα
ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ-

...τω δε βασιλεί Ισαακίω κατακλείει εν καστελλίω καλουμένω Μαρκάππω. Κατά δε του ομοίου αυτώ Σαλαχαντίνου ανύσας μηδέν ο αλιτήριος, ήνυσε τούτο και μόνον, διαπράσας την χώραν Λατίνοις, χρυσίου χιλιάδων λιτρών διακοσίων. Διό και πολύς ο ολολυγμός, και αφόρητος ο καπνός, ως προείρηται, ο ελθών εκ του βορρά...

ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΧΩΡΑΝ ΚΥΠΡΟΝ ΣΚΑΙΩΝ


Ύπέρογκες αρχιτεκτονικές. Λαρίων Φαμαγκούστα Μπου
φαβέντο. σχεδόν σκηνικά.
Ήμασταν συνηθισμένοι να το στοχαζόμαστε αλλιώς το
΄"Ιησούς Χριστός Νικά"

που είδαμε κάποτε στα τείχη της Βασιλεύουσας, τα φα-
γωμένα από γυφτοτσάντιρα και στεγνά χορτάρια,
με τους μεγάλους πύργους κατάχαμα σαν ενός δυνατού
που έχασε, τα ριγμένα ζάρια.

Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του
Χριστού
και για την ψυχή του ανθρώπου καθισμένη στα γόνατα
της Υπερμάχου Στρατηγού,
που είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης,
εκείνου του πέλαγου τον καημό σαν ήβρε το ζύγιασμα
της καλοσύνης.

Ας παίζουν τώρα μελοδράματα στα σκηνικά των σταυρο-
φόρων Λουζινιά
κι ας φλομώνουνε με τον καπνό που μας κουβάλησαν
από το βοριά.

Ασ' τους να τρώγουνται και ν' ανεμοδέρνουνται ωσάν το
κάτεργο που δένει μούδες.
Καλώς μας ήρθατε στην Κύπρο, αρχόντοι. Τράγοι και
μαϊμούδες!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Εγκλείστρα, 21 Νοεμ. '53

Σημείωση:

Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος. Τοιχογραφία του 1193 (λεπτομέρεια παραστάσεως) η οποία απεικονίζει τον Άγιο βασταζόμενο από δύο Αγγέλους και βρίσκεται στην Εγκλείστρα. Η τοιχογραφία έγινε όταν ο Άγιος ζούσε ακόμη και εικονίζει την επιθυμία του να βασταχθή υπό των Αγγέλων, στην ώρα της εξόδου της ψυχής του.


1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου