Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Ε, Σωκράτη, από κει πάνω που είσαι, μας ακούς;...


ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΓΚΙΟΛΙΑΣ -ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ

Ένας χρόνος μετά. Ένας χρόνος βίαιης αφαρπαγής εις τα ουράνια. Κουκουλοφόρος "ευτολμία". Βλ. θρασυδειλία. Βλ. σκοταδισμός και αυταρχισμός. Βλ. ο νόμος της ζούγκλας ή σε βγάζω απ' τη μέση επειδή δε γουστάρω τι λες ή δε μ' αρέσει η φάτσα σου. Δημοκρατία δεν έχουμε; Δημοκρατία. Θα ψάξουν να με βρουν; Σιγά μην μπουν στον κόπο. Σιγά. Όταν θέλουν, βρίσκουν. Όταν διακυβεύεται η θέση τους, όταν υπάρχει κόστος πολιτικό, τότε μάλιστα θα με βρουν. Βλ. δολοφόνους μετανάστες. Αφγανούς. Τότε με πιάνουν και με σέρνουν. Όταν ήθελαν να με πετάξουν απ' τα σύνορα, με σαβούριαζαν στις κλούβες και με πέταγαν. Βλ. Κρυσταλλοπηγή. Αφού πρώτα εξασκούσε πάνω μου όλη την τυχάρπαστη και κομπλεξική εξουσία του ο κάθε ένστολος. Έπειτα, όταν θέλησαν να με κρατήσουν, με κράτησαν, βλ.αλιεία ψηφοφόρων. Έτσι έχουν τα πράματα στην Ελλάδα. Σιγά και μην αλλάξουν.

Εσένα σε κουκούλωσαν, Σωκράτη. Σε κουκούλωσαν και σ' έβγαλαν δεύτερη φορά απ' τη μέση. Σε φοβούνται, Σωκράτη. Να σου πω την αλήθεια; Πιστεύω ακόμα. Γι' αυτό πρόλαβαν και λάσπη σου' ριξαν παντού. Και σ' έσυραν στο ξερολίστικο άρμα τους και σε διαπόμπευσαν, γιατί σε φοβούνταν, ακόμα και νεκρό. Όμως, έτσι έχουν τα πράματα. Ειδικά στην Ελλάδα. Η λάσπη είναι απαραίτητη. Η λάσπη προσδίδει. Όταν δεν μπορείς ν' αντιπαλέψεις, όταν δεν έχεις τι να πεις, όταν φοβάσαι και τρέμεις, τότε λάσπη ρίχνεις, ή πυροβολείς. Διαλέγει κανείς στην Ελλάδα και παίρνει. Διαλέγει. Εν ανάγκη επιλέγει και τα δύο. Πώς αλλιώς;

Σωκράτη, ουδέν νεώτερον απ' το ελλαδικό μέτωπο. Ουδέν. Μάλλον χειρότερα τα πράματα, αφότου αναλήφθηκες. Γιατί νιώθω ότι αναλήφθηκες. Σ' άρπαξε ο Αη-Λιας εν σώματι, αφού η ψυχή είχε μόλις την κλίμακα ανέβει. Σ' άρπαξε απ' τη μέση και στο άρμα του σ' έβαλε, σε πήγε στα ουράνια.

Σωκράτη, συνεχίζουμε να τελούμε εν θλίψεσι πολλή κι η αλυπία δεν υπάρχει τόπος να σταθεί. Συνεχίζουμε να πέφτουμε και να μπουσουλάμε, να σπάμε τα μούτρα μας κάθε μέρα πάνω μας, αλλά και πάνω στο άδικο, στην ασχήμια, στην αγένεια, στη θρασυδειλία, στην κακία. Συνεχίζουμε, αλλά ως πότε; Κουράγιο δεν υπάρχει πια. Εν θλίψεσι, σου είπα. Εν θλίψεσι πολλή. Εν σκότει και σκιά θανάτου. Εν σκιά και εν σκότει. Έτσι έχουν τα πράματα εδώ στον Κάτω Κόσμο.

Σωκράτη, μη μας ξεχνάς. Στείλε μια χάρη, μια χαρά κι απάλυνε τους Κάτω. Στείλε κάτι κι απάλυνέ τους. Γιατί το αίμα είναι δύσκολο, Σωκράτη, και δεν ξεχνιέται. Το αίμα έτσι εύκολα δεν ξεπερνιέται. Το αίμα το άδικο.

19 Ιουλίου 2011


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε πέρυσι λίγες μέρες μετά.

ΘΑ ΦΩΝΑ-ΖΩ


«Είμαστε όλοι καθώς η Νεκρά θάλασσα
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου

[…]

GENTLEMEN,
Συνεχίζουμε την περιοδεία μας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Ιούλιος ’42

«Σκότωσαν το Σωκράτη» ακούω απ’ την άλλη γραμμή της κινητής δικτύωσης. Χάνεται η φωνή, χάνεται σημαίνον και σημαινόμενο, χάνεται ο πομπός, χάνεται και ο δέκτης, τα παίρνει όλα και τα σηκώνει το σκοτάδι της σήραγγας. Τα τούνελ συνεχόμενα, αλυσίδα οι σκέψεις, θεριεύουν, δεν άκουσα καλά λέω, απεγνωσμένα καλώ και με καλούν. Σκότωσαν το Σωκράτη, επαναλαμβάνω, δίχως να καταλαβαίνω ακόμα τι έχει γίνει και τι θα συμβεί. Στα επόμενα δευτερόλεπτα πρόσωπα φέρνω μπροστά μου, πρόσωπα αγαπημένων του και δικών μου αγαπημένων. Τον σκότωσαν τελικά. Δεν τον άντεξαν. Νέα του μαθαίναμε τα τελευταία χρόνια. Από μακριά τον βλέπαμε και τον ακούγαμε. Τον νιώθαμε να αγωνίζεται. Τον νιώθαμε να μάχεται ενάντια στη σαπίλα, ενάντια στην αδιαφορία, ενάντια στον εφησυχασμό, ενάντια στο βόλεμα, ενάντια στη βουβαμάρα. Ενάντια στη φτήνια, ενάντια στην αγένεια, ενάντια στην ισοπεδωτική μάστιγα του ξερόλα. Να μάχεται για την αξιοπρέπεια όλων, δίχως να’ ναι πρωτοκλασάτος, δίχως να τριγυρνά με φρουρούς, δίχως να το παίζει. Τον ακούγαμε να φωνάζει. Να μη σιωπά. Να τολμά την αλήθεια. Δεν τον άντεξαν. Μπήκε στο μάτι τους. Στα δειλά ανθρωπάρια που φέρουν και επιδεικνύουν τα αναρχοφίμωτρά τους, που ορέγονται την ωμή βία, γιατί είναι παντελώς ανίκανοι για οτιδήποτε άλλο. Μπήκε στο μάτι τους. Αποβράσματα που τα σπάνε και τα καίνε σε κάθε ευκαιρία και τούτο το λένε αντι-εξουσία, το βαφτίζουν και επανάσταση. Μπήκε στο μάτι τους, σε αυτούς μα και στους άλλους. Γιατί όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας και τούτος είναι ο κατισχύων νόμος που κυβερνά σήμερα. Που κυβερνούσε πάντα. Οι εποχές αλλάζουν, τα πρόσωπα ομοίως, οι καταστάσεις όμως επαναλαμβάνονται.

Δεν είχε συνασπιστεί μαζί τους, δεν ήταν μέλος της αυλής τους, δεν χρημάτισε αυλοκόλακας, ούτε και ανέχτηκε την ύπαρξή τους, δε ζήτησε αποκούμπι, δε ζητιάνεψε τα δεκανίκια πολιτικών, δεν κρύφτηκε πίσω από το άλλοθι ξενόφερτων ιδεολογιών. Δεν τον άντεξαν. Ούτε άκρα δεξιά ούτε άκρα αριστερά. Δεν ήταν με τον Γεωργάκη και τον κληρονομημένο σοσιαλισμό, δεν ήταν με της δεξιάς τα τζάκια και τα σκεβρωμένα προσωπεία, δεν ήταν με τους ΠΑΜΕ και τους φεύγα, δεν ήταν με τον δήθεν του κουλτούρα-ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήταν καν με την σκληροπυρηνική -ας γελάσουμε- Αλέκα. Μα με ποιον ήταν και ποιος τον ήθελε εκτός; Ήταν με την αλήθεια. Που τρέμουμε στο όνομά της. Που ό,τι δεν μπορούμε να το φτάσουμε, το κάνουμε κρεμαστάρι. Δηλ. το ξεπαστρεύουμε. Ήταν με κείνη την Αλήθεια. Τον έστειλαν να τη συναντήσει.

Ήξερε ότι δεν έπαιζε με το μελάνι, ούτε και με τα πλήκτρα έπαιζε. Το ήξερε ο Σωκράτης και γι’ αυτό τον χτύπησαν. Οι υπόλοιποι πλακάκια τα κάναν, μα έχουν τη βιτρίνα του ασυμβίβαστου. Ωστόσο, πλακάκια τα έχουν κάνει και ποιος να τους πιστέψει. Τούς είναι ακίνδυνοι. Γι’ αυτό και ζουν. Οι βιτρίνες κάποτε καταρρέουν. Ο Σωκράτης όμως έφυγε. Γιατί η αλήθειά του δεν αντέχεται. Οι άλλοι, οι δήθεν, οι όποιοι δήθεν ξεσκεπαστές σκανδάλων και υποθέσεων διαφθοράς και διαπλεκόμενων θα συνεχίσουν να ζουν αλληλοδιαπλεκόμενοι. Θα συνεχίσουν να προσκυνάν και να μη φοβούνται. Ακίνδυνοι είναι, γιατί ψεύτικοι είναι. Λανσάρονται όμως καλά. Και μας παραμυθιάζουν. Μα τούτα τα παραμύθια έχουν ξέφτια και κάποτε ξεχειλώνει το ρούχο και το πετάμε. Έτσι, θα τους πετάξουμε και μεις μια μέρα. Θα ξεχειλωθούν τα ρούχα τους και θα γελάμε. Γέλιο πικρό, γιατί εκείνος έφυγε νωρίς. Γέλιο πικρό, γιατί και πώς να ζήσεις με το θρήνο; Πώς πρόσωπο να το κάνεις και σώμα να το κάνεις, να του μιλάς, να σε ακούει, να συνεχίζεστε; Γέλιο πικρό για τη μάνα, για τη Διαμαντούλα, για τα παιδιά που άφησε. Γέλιο πικρό για τ’ άδικο που το βαφτίζουμε κάθε μέρα και αλλιώς.

Ανατρέχω στο τρωκτικό. Εκεί, στην προκήρυξη, φαίνεται γιατί ήταν στόχος ο Σωκράτης. Φαίνεται στο τέλος και όποιος μπορεί να διαβάζει, μπορεί και να αποκωδικοποιήσει. Εκείνοι, οι δειλοί, διάβασαν καλά. Διάβασαν και φοβήθηκαν. Και έσπευσαν να τον ξεπαστρέψουν. Αυτόν, και όχι άλλον. Τον Σωκράτη που είχε τη μαγκιά να πιστεύει και να το ομολογεί. Που διάλεξε «άλλο» στρατόπεδο. Και τούτο δεν αντέχεται. Δεν τους έφτανε όμως η λοιδορία. Ήθελαν τη δολοφονία. Μόνο τότε θα ένιωθαν ασφαλείς. Ή θα έδιναν ένα μάθημα. Έδωσαν το μάθημά τους, μα κόπηκαν οι ίδιοι. Κόπηκαν, γιατί μας όπλισαν πια. Γιατί ο Σωκράτης φωνάζει από εκεί που είναι και τον ακούμε καλά:

«Ποτέ μας δεν κρύψαμε ότι πιστεύουμε κάπου και το καταλαβαίνετε. Προσπαθούμε να τα καταφέρουμε αλλά θέλει πολύ δουλειά και είμαστε στο μηδέν. Όμως είναι προσωπικό μας θέμα το οποίο απλά μοιραζόμαστε για να μην νομίζετε ότι σας κοροϊδεύουμε. Το να λέει κάποιος ότι είναι ορθόδοξος χριστιανός είναι πλέον ομολογία πίστεως αλλά και μαγκιά»

[http://troktiko.blogspot.com/2010/06/troktikou_06.html]

Ο Σωκράτης αγωνιζόταν από εδώ για έναν κόσμο εκτός του κόσμου τούτου. Το κάτω από τη μέση τούτο blogχτύπημα εγκαινιάζει τη νέα τρομοκρατική φάση της ελλαδικής κοινωνίας. Μη μιλάτε, μα αν μιλάτε, διαλέξτε οπωσδήποτε στρατόπεδο. Το στρατόπεδο τούτο θα σας σώσει. Μην είστε ανέντακτος. Μην είστε ελεύθερος, μη δηλώσετε προς Θεού ανεξάρτητος. Σκεπαστείτε, με μια ιδεολογία σκεπαστείτε. Αριστερή, δεξιά, άκρα, μέση, οικολογική, κυνηγετική, το ό,τι να’ναι. Δεν έχει σημασία. Απλώς σκεπαστείτε. Η κουβέρτα θα αλλάζει. Μπορείτε και να τη διαφημίσετε και να’ στε in. Πάντα μια κουβέρτα είναι in. Ειδικά αν είναι κόκκινη ή έστω πράσινη. Αρκεί να το παίζει η κουβέρτα. Ξέρετε, πάντα ένα χρώμα προσδίδει. Προσθέτει, πώς να το πούμε. Μπορείτε και σε blog ή έστω στο facebook το χρώμα τούτο να λανσάρετε επίσης. Φίλους θα βρείτε πολλούς. Φίλους και φιλαράκια. Σκεπαστείτε αντάμα και η ζωή συνεχίζεται.

Μα κάποτε και ίσως από δω και μπρος, το βλέπετε, έχουν δύναμη τα blogs, να φιμωθείτε. Κοιτάξτε να φιμωθείτε. Ή αν δεν φιμωθείτε, μπορείτε κάλλιστα να φεϊσμπουκάρετε. Τούτο είναι πιο ασφαλές. Ανεβαίνει και ο τζόγος των πωλήσεων. Των όποιων. Συσπειρωθείτε γύρω από ομάδα, φίλους κάντε εικονικούς και σερφάρετε με ασφάλεια, ποιήματα στείλτε και τραγουδάκια κρεμάστε και αφιερώστε και όλοι θα νιώσετε καλύτερα, το κασέ θα ανεβαίνει, πνευματικούς θα σας πουν, θα τους πείτε, θα αλληλοθεοποιηθείτε. Έτσι λειτουργεί το σύστημα. Το όποιο σύστημα. Ακόμα και το πνευματικό. Αλληλογλειφόμενοι και αλληλοναρκισσευόμενοι. Με την ηλεκτρονική υποκρισία περασμένη στο laptop και το ψευδεπίγραφο της ευαισθησίας και της κουλτούρας και της επανάστασης αποθηκευμένο στον «σκληρό».

Ας ξυπνήσουμε ωρέ ή ας σωπάσουμε. Ας κάψουμε τα ποιήματά μας και τις συλλογές ας κάψουμε και ας πούμε πως τίποτα δεν είμαστε, αφού πλακάκια τα κάναμε με τη γραφή και την πουλάμε. Πλακάκια τα κάναμε και το τάλαντο το θάψαμε στη γη και το χωνιάσαμε στη γη και πορευόμαστε εντός του ψεύδους αιώνες τώρα. Φεϊσμπούκαρα κι εγώ ένα φεγγάρι για χάρη του συρμού. Απήλθα εμετικώς διακείμενη προς ό,τι ευτελίζει. Απήλθα, για να μη συμμετέχω. Φεϊσμπούκαρα κι εγώ μα το σταμάτησα. Όχι γιατί είμαι καλύτερή τους. Μα γιατί δεν μπορώ να γίνω καλύτερη. Γιατί ανοίγω, ξανακλείνω τον faceσυρμό τούτο και ψάχνω εναγώνια μια λέξη, μια στάλα, για τούτο το έγκλημα που στο εξωτερικό το στάθμισαν καλύτερα, μα εδώ τι να σταθμίσουν που κοιμούνται ή που λιάζονται, και το μόνο που αντίκρισα δυο μέρες τώρα, μα και άλλο να περίμενα, είναι ο καθείς στον κόσμο του, κι ούτε μια λέξη ή μια φράση ή ένας στίχος έστω για το άδικο. Ο καθείς στον δικό του αυτιστικό κόσμο, αυτοηδονιζόμενος με τη συγγραφική του υπεροχή.

Αναζητώ τους ποιητές τούτες τις ώρες. Τους αληθινούς ποιητές. Αυτούς που στάθηκαν μαχαίρι δίκοπο κι ο λόγος τους μαχαίρι δίκοπο κι αυτός. Γιατί όσο δε μιλάς και τούτο δειλία είναι. Όσο στέκεσαι και νιώθεις το άδικο και μόνο το κατηγοράς και βλέπεις την ευτέλεια μα δεν την καρφώνεις, συμμετέχεις. Έστω με τη λεπίδα του στίχου σου και κάρφωσέ την. Εκείνοι κάποτε, σε στιγμές που τους χρειάστηκε ο τόπος, λεπίδα έκαναν το στίχο τους και μας καρφώνουν μέχρι σήμερα. Αναζητώ και δεν τους βρίσκω. Ξέφτια μονάχα βλέπω και προσωπεία. Μαζί και τα δικά μου.

Βλέπω τον κόσμο που άφησε ο Σωκράτης και τον κόσμο που ζω την κάθε μέρα. Βλέπω να παίζουν την ταινία ξανά απ’ την αρχή, οι πυρκαγιές ξεκίνησαν, η μισή Ελλάδα φλέγεται και η άλλη φραπεδιάζει. Παίζουν την ταινία απ’ την αρχή και νιώθω ανήμπορη για μια ακόμα φορά και οργισμένη για μια ακόμα φορά και απεγνωσμένη για μια ακόμα φορά. Παίζουν την ταινία απ’ την αρχή και τον Σεπτέμβρη θα παίξουν των απεργιών από τα ίδια, τον Νοέμβρη θα παίξουν το Πολυτεχνείο, το Δεκέμβρη τα καταναλωτικά για τα Χριστούγεννα, μαζί θα παίξουν και το ρεβεγιόν, το Φλεβάρη ξεφαντώνουν τον Καρνάβαλο κι έπειτα θα μας ψήσουν με τον οβελία. Καλοκαίρι θα ξανάρθει, διακοπές για όλους θα διαφημίσουν, πού και πού θα ρίξουν κανένα σκάνδαλο, η κρίση θα θεριεύει, μα όλα υπό έλεγχο θα πουν και συνεχίστε. Με το φραπέ στο χέρι και τον εσπρέσο το χειμώνα η Ελλάδα χαλαρά πορεύεται πορεία προς την άβυσσο. Και έπειτα θα βάλουν την ταινία απ’ την αρχή. Μια ταινία η ζωή και την παίζουν κάθε χρόνο.

Μου λείπουν οι ποιητές τούτες τις μέρες. Ο λόγος ο πολιτικός ενός Σεφέρη (Χειρόγραφο, Σεπτ’ 41 ανακαλώ και προσκυνώ), εκείνος ο σαλός Καρούζος, ο ων ως νήπιο Σαχτούρης, ο της ψυχής καθολικός και σύσσωμος Σολωμός, ο ταπεινός μας Κάλβος, το «εμείς» του Μακρυγιάννη, ο διψασμένος για Θεό Λειβαδίτης και κείνο το τραυματισμένο παιδί, ο αυτόχειρ Καρυωτάκης. Μου λείπει η αλήθεια, μου λείπει η λεβεντιά. Ίσως όμως να μου λείπει μονάχα ο Θεός.

Την πάλεψα τη μνήμη σου να μην τη γράψω. Όμως επλήθυνε το άδικο, το άδικο θρονιάστηκε ομπρός μας. Και η οργή θρονιάστηκε, τελώ υπό το κράτος της. Ο δικός μας Σωκράτης έφυγε. Και όλοι κοιμόμαστε και θα κοιμόμαστε και όσο κοιμόμαστε τόσο άνθρωποι σαν τον Σωκράτη θα χάνονται. Από τη δική μας αδιαφορία, το δικό μας βόλεμα, το δικό μας βαυκάλημα.

Ανάπαυσον τον Σωκράτη, Κύριε. Κι έφτασαν τα βουνά στη θάλασσα. Κι ο θάνατος κραταιός ωσάν τα βράχια τους. Ω, θα ξεχαστείς σίγουρα, Σωκράτη, και γρήγορα. Μέσα στις ξαπλώστρες και τους φραπέδες μας θα βουλιάξει η μνήμη σου. Μόνο για τους οικείους, για τους οικείους, για τα παιδιά τ’ αγέννητα, για τους αγαπημένους. Μονάχα εκεί, σημαδεμένη η μνήμη σου, το θρήνο σου παντρεύτηκαν και τη οδύνη. Το πένθος διάχυτο και να τρυπά μες στον Ιούλη. Ω, θα ξεχαστείς, Σωκράτη, σίγουρα. Και τώρα περνάμε στο επόμενο θέμα θα μας πουν και θα τη σκαπουλάρουν.

Έτρεξα ξανά στους ποιητές σήμερα. Τους άνοιξα έτσι όπως ανοίγουμε κάποτε το Ευαγγέλιο, προσμένοντας από εκεί τη λύση ή τη φώτιση ή την παραμυθία:

«Πώς πεθαίνει ένας άντρας; Παράξενο κανένας δεν το
συλλογίστηκε..

[….]

Κι όμως ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται. πώς πεθαίνει
ένας άντρας;
Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θα-
νατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον
και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Αθήνα, Φεβ’ 39 «Η τελευταία μέρα»

Ως εκ τούτου, δηλ. ακριβώς γι' αυτό, έχω την αίσθηση, δηλ. τη βεβαιότητα ότι ο Σωκράτης έφυγε ως μάρτυρας.
Gentlemen, καιρός να ανατρέψουμε την περιοδεία μας. Καιρός να ορθωθούμε πολλές οργιές πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Ο λόγος τούτος δεν γράφτηκε παρά σαν το στάρι που θα ρίξουν στα τριήμερα στο χώμα το νιόσκαφτο. Κείνο που δεν μοιράζεται, παρά στα πουλιά το αφήνουν, το πένθος να κραυγάσουν στον αγέρα, τη δική του τόλμη να κοινωνήσουν στον αγέρα.

ΙΟΥΛΙΟΣ 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου