Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Στον Άη Λια...


«ΚΑΛΩΣ ΤΟΝ, ΤΟΝ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΜΟΥ»

Στον τόπο του πατέρα καντήλι σβηστό στα μνήματα δεν έμενε. Καθημερνές και σκόλες κι ό,τι ώρα κι αν περνούσες άναβαν οι φλόγες μες στα μνήματα, κανέναν δεν ξεχνούσαν, άναβαν τα καντήλια τους, ξένος ή δικός, το καντήλι του τ’ ανάβαν και τα μνήματα μικρό χωριό φαινόταν μες στη νύχτα, μικρό χωριό που ξενυχτούσε. Σαν ήμασταν παιδιά το δρόμο παίρναμε που έφερνε στα μνήματα. Δρόμος χωματόδρομος, σπρώχναμε τα χαλίκια. Πηγαίναμε και τους ανταμώναμε. Τον Άγιο προσκυνούσαμε και γυρίζαμε. Και στο μικρό ποτάμι, κατέβαινε απ’ τον Κόζιακα, κατέβαινε θολωμένο και το χωριό εχώριζε από τον κόσμο των νεκρών, μακριά οι ζωντανοί απ’ τους αποθαμένους, κι ο Απάνω απ’ τον Κάτω, το χωριό εχώριζε, κι ένα ρυάκι του ξεχώριζε, παραφυάδα λες, έμπαινε μέσα στο χωριό, στα δυο το χωριό, στα δυο το χώριζε κι αυτό, εκεί και στα πλατάνια του στεκόμασταν, πάνω τους σκαρφαλώναμε κι ήταν παιχνίδι μας αυτό, μες στα πλατάνια και στα μνήματα ώρες να συχνοδιαβαίνουμε, πίσω να μη γυρνάμε. Και κάποτε στον κορμό τους ονόματα χαράξαμε, ονόματα που τώρα πια σβηστήκαν, το νερό τα πήρε που κυλούσε ή ο χρόνος, ποιος με σιγουριά μπορεί να πει κι είναι σα να μην έγιναν τα πράματα, σαν άλλοι να τα έζησαν και κάπου παλιά, είναι σαν να μην ήμουνα εγώ, σαν να μην ήτανε αυτοί, άλλα τα πρόσωπα, αλλιώς οι ψυχές τους, έκλεινες τα μάτια και τις ψηλαφούσες, αλλιώς οι ψυχές τους, άνοιγες το χέρι και τις άγγιζες, σιμιγδαλένιες οι ψυχές τους και μαλάκωναν, πού να τις γνωρίσεις, πού να σε γνωρίσουν τώρα.




Σαν ήταν να πάρει κι η γιαγιά το δρόμο στ’ ουράνια και την καρτέραγε ο Άγγελος, το βράδυ κείνο, όλοι τριγύρω της μαζεύτηκαν κι αναθυμόντουσαν τα όσα στη ζωή της πέρασε. Τα έξι παιδιά π’ ανάθρεψε, τα τρία της Γεωργίας τα τρία που της έδωσε έπειτα ο Θεός. Μέχρι που μεγάλωσες δεν ήξερες ποια ήταν τα δικά της και ποια της πρώτης γυναίκας του παππού. Αλυσίδα ήταν όλοι τους, αλυσίδα αγαπημένη. Κείνο το βράδυ, λοιπόν, ήρθε κοντά της η Θοδώραινα, να την ξενυχτήσει με τους άλλους. Συνυφάδες οι δυο τους και τώρα αντάμα τα λεν στον ουρανό, μα τότε ήρθε, κοντά της κάθισε κι άρχισε την ιστορία με τον Άγιο. Πως πήγανε δηλαδή στα μνήματα ν’ ανάψουν τα καντήλια, του παππού του νιόσκαφτου και των άλλων, πως έπειτα στο ξωκλήσι μπήκαν τα καντήλια των Αγίων και κείνα να τ' ανάψουν και πως τότε σείστηκε η εκκλησιά ολάκερη και ποδοβολητό ακούστηκε να’ ρχεται από μακριά κι άρμα που έζωσε την εκκλησιά κι ήρθε και στάθηκε ο αχός στην εικόνα του Αγίου μπροστά και τότε «Καλώς τον, τον γραμμένο μου», είπε η γιαγιά, κι ο Άγιος, που σαν αγέρας ήρθε και σα βουή, στην εικόνα μέσα όρμησε κι όλα ησύχασαν και ήταν όπως πρώτα. «Όρε Νικόλαινα», λέει η Θοδώραινα, «δε σκιάχτηκες, μον είπες κιόλας και «Καλώς τον!», «Τον Άγιο να σκιαχτώ;» απάντησε η γιαγιά, «τον Άγιο;». Κι όλα τούτα τα’ λεγε η Θοδώραινα κείνο το τελευταίο βράδυ κι η γιαγιά ψυχορραγούσε κι ίσως κι ο «γραμμένος» της να’ φτασε κοντά της και να της παραστεκόταν, κι ήμασταν όλοι γύρω της, τριγύρω μαζεμένοι, και μεις τα παιδιά πριν πάμε να πλαγιάσουμε, σκύψαμε φοβισμένα πάνω της, στα μάγουλα στα χέρια. Και δεν ξέραμε, να κλάψουμε ή δεν έπρεπε, μας βλέπαν κι οι μεγάλοι, και κρύψαμε τα δάκρυα να τα βουτήξουμε στο μαξιλάρι. Και κείνη ήδη έφευγε. Ήρθαν με το ξημέρωμα, ήρθαν και μας ξυπνήσαν. «Τι είναι;», τους ρωτούσαμε, μα ξέραμε, "τι είναι;" κι ήμασταν μες στον ύπνο, και βλέπαμε τις θειες μας μες στη μαύρα και τη μάνα μες στα μαύρα και τον πατέρα σε μια γωνιά κι οι άντρες με τη μαύρη κορδέλα το μπράτσο να τυλίγει.

Σαν πέρασε καιρός, σαν πέρασ’ ένας χρόνος, άνοιξ’ ο θείος της γιαγιάς τα πράματα που τα’ χε κρατημένα, έβγαλε τη σφραγίδα της που ζύμωνε τα πρόσφορα, «πάρ’ την», μου λέει, «κι εσύ μονάχα έχεις τ’ όνομά της».
Προχτές, μες στα νυχτέρια του Ιουλίου, κι ήμασταν πάλι μαζεμένοι, μα ήμασταν σε ξένο τόπο,  θυμήθηκε ο πατέρας της γιαγιάς τον «γραμμένο», που σήμερα γιορτάζει κι έκατσε και μας το είπε.


Φωτογραφία: 
Πρίνος "Το οργισμένο ρέμα" και "Φθινοπωρινό τοπίο στις παρυφές του Κόζιακα" : http://pindos.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου