Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

"I' m just a poor boy..."



Μικρές ιστορίες στο περιθώριο της Ιστορίας

Έβρεχε όλη νύχτα. Έβρεχε από νωρίς. Ξημέρωσε κι ο αγέρας σήκωνε τα δέντρα. Έβρεχε και στο ξημέρωμα. Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011 και τη μνημονεύω. Ξεκλειδώνω τη βιβλιοθήκη του σχολείου μου και τη βλέπω -πιο σκοτεινή από ποτέ. Δυο χρόνια τώρα και βλέπω τις εποχές να έρχονται και να φεύγουν μες απ' τους φεγγίτες της, το φως και το σκοτάδι μέσα από παράθυρα καγκελόφραχτα ενός σχεδόν υπογείου. Φωτίζει την άνοιξη και το καλοκαίρι το φως της δεν το βλέπω, μα πιο πολύ φωτίζει σαν έξω πέφτει χιόνι και τότε ένα φως απόκοσμο εισέρχεται από ψηλά, ένα φως εξ ουρανού, λες κι οι νιφάδες στρώθηκαν πάνω στα ράφια και στα βιβλία, στα πατώματα και στα γραφεία. Βορεινή η βιβλιοθήκη μου με έκτακτες ανάγκες για ζέστη, μα ποτέ ζεστή δεν ήταν, πάντα κρύο και ένα σάλι στην καρέκλα να περιμένει χειμώνα-καλοκαίρι τη στιγμή που θα το τυλιχτείς.

Πιο σκοτεινή από ποτέ σκέφτομαι. Και συνεχίζω τη ρουτίνα της μέρας. Ανοίγω τα φώτα, χειμώνα-καλοκαίρι ανοιχτά, τον φορητό συναρμολογώ, ημερομηνία αλλάζω, η Ωδή της Χαράς ακούγεται, συνεχίζω. Το κουλουράκι στο γραφείο και το μπρίκι για το τσάι στο μικρό πετρογκάζ. Μέσα σε λίγη ώρα σβήνει κι αυτό. Να θυμηθώ να το αλλάξω αύριο λέω και συνεχίζω. Μα αύριο δεν υπάρχει. Αιφνιδίως διακόπτεται η συνέχεια. Αύριο δεν υπάρχει. Σφραγίζεται ο χρόνος από το τωρινό παρόν. Σε λίγες ώρες με ειδοποιούν πως οι βιβλιοθήκες των σχολείων κλείνουν και πως ο καθείς επιστρέφει στην πρότερή του θέση και πως εσείς, κυρία μου, είστε στη διάθεση της υπηρεσίας. Για την ακρίβεια όλοι οι συνάδελφοί σας στη διάθεση της υπηρεσίας τίθενται, ώρες να συμπληρώσουν, πρώτη και δεύτερη ανάθεση, τι κι αν είναι απόφοιτοι της αγγλικής, τι κι αν είναι της γαλλικής, ιστορία τώρα καλούνται να διδάξουν, λογοτεχνία επίσης, μαθήματα ενός κατώτερου θεού, ενός θεού αδικημένου, τι κι αν εσύ, κυρία μου, τα θεωρείς πρωτεύοντα και τα πονάς και τα λυγίζεις, στη δεύτερη ανάθεση περνάν, οι ώρες να συμπληρώνουν και οι σελίδες να φεύγουν, τα βιβλία ύλης να γράφονται κ.ο.κ., κι αν πέσουν σε άνθρωπο που τους έχει αγάπη έτσι κι αλλιώς, ευτύχησαν και έχει καλώς, μα αν πέσουν στους άλλους, δυστύχησαν και τα μαθήματα και τα παιδιά. Γιατί να μην το πούμε όμως πως στα χέρια ημών των φιλολόγων λογοτεχνία και ιστορία έχουν υποστεί την πάσαν αλλοίωσιν και σύνθλιψη και συρρίκνωση και αφανισμό; Γιατί να μην το πούμε πως τα πεδία τούτα ως δέντρα υπάρχουν και ευδοκιμούν, δέντρα που θέλουν αυθεντική αγάπη και μεράκι και περίσσευμα εκ του περισσεύματος της καρδίας, αλλιώς κούτσουρα απομένουν, κούτσουρα που τα σέρνουμε δώθε κείθε με την πρέπουσα απάθεια και αδιαφορία;

Κλείνουν οι βιβλιοθήκες, μου λέει ο συνάδελφος που μ' ανταμώνει, τ' άκουσα στην ΕΡΑ. "Ο σώζων εαυτώ σωθείτω" μου λέει ένας άλλος. Θλίψη και απογοήτευση και ένας πανικός ενέσκηψε στη χώρα.  Μέσα σε μια νύχτα τα φέραν όλα ανάκατα. Μέσα σε μια νύχτα υπηρεσιακώς οι αποφάσεις ενέσκηψαν ως όρνεα πάνω απ' τις ρουτίνες χρόνων. Γραφεία και διευθύνσεις κλείνουν, ο καθείς τρέχει το ωράριό του να συμπληρώσει, για μια ώρα διδασκαλίας καλείται να ταξιδέψει, το τι θα διδάξει περνά σε μοίρα δεύτερη, το σε ποιους επίσης. Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά σκέφτομαι και θυμώνω. Χρόνια ασυδοσίας που τα πληρώνουν κυρίως όσοι δε φταιν. Μπουρλότο σκέφτομαι, αυτοί εκεί κάτω χρήζουν φουρνέλου. Τα παιδιά σκέφτομαι. Τα δικά μου και των άλλων. Τι θα γίνει, σκέφτομαι. Τι θα γίνει.

Το αιφνίδιο δε μου αφήνει περιθώρια. Μαζέψτε τα προσωπικά σας αντικείμενα, το χώρο εκκενώστε και επιστρέψτε. Ο τόπος κλειδώνει. Τι προαισθανόταν άραγε η φτωχή μου βιβλιοθήκη σήμερα το πρωί, σαν με υποδέχτηκε έτσι σκοτεινή, τι προαισθανόταν η φωτιά που έσβηνε, τι ετοιμαζόντουσαν να μου πούνε και δεν άκουγα; Κοιτώ γύρω μου τα βιβλία, τη μοναξιά τους σκέφτομαι σα φύγουμε όλοι. Κοιτώ το μόνιμο σκοτάδι των σελίδων που δε θα ανοιχτούν. Τους καρπούς κοιτώ που έφερα πέρυσι το φθινόπωρο μετά από κείνο το ταξίδι στα Βαλκάνια. Κάθε σταθμός και καρπός. Κάθε καρπός και σταθμός στο ράφι των κλαδιών και των καρπών που ξεράθηκαν όμως υπάρχουν ακόμα. Κοιτώ τους τοίχους, αφίσες με πρόσωπα της γραφής, αγαπημένα πρόσωπα, που μου κρατούσαν συντροφιά, κοιτώ τη ρίζα από τον πλάτανο τη σταυρόσχημη που μου τη φέραν ένα πρωί από το μοναστήρι, τι να πρωτοπάρω, σκέφτομαι, τις επόμενες μέρες που θα με βρουν να τα μαζεύω. Βιβλία και περιοδικά που βρίσκαν εδώ χρόνο και τόπο στα χέρια να σταθούν, εικόνες μικρές και του χαρτιού, εκείνος ο Χριστός του Σινά από το σπίτι φερμένος, το λικέρ της κανέλας που το περίμενα και δεν το ήπια, τι δεν ήρθε δυο χρόνια τώρα, και θα το γυρίσω σπίτι σφραγισμένο, την Αχμάτοβα αρπάζω ενστικτωδώς, τα φώτα κλείνω και φεύγω.

Πώς εγκαταλείπεις έναν τόπο που τον έζησες δυο χρόνια, ρωτώ ένδον σαν μπλέκομαι μες στις στημένες παράγκες του πανηγυριού της πόλης, μες στους βρεγμένους δρόμους. Δεν τον εγκαταλείπεις ποτέ, απαντώ. Τον κουβαλάς απάνω σου. Τις μέρες τις δύσκολες και εκείνες τις όμορφες. Τα ζεστά πρωινά χαμόγελα των παιδιών που ζήσαμε σα συνομίληκοι, κι εκείνα τα μεσημεριανά τους. Καλημέρες που σου φωτίζαν το χρόνο, καλημέρες που τις επιζητούσες και τον καλό τους λόγο που τον περίμενες. Καλημέρες που έσπαγαν τη θλίψη όταν ενέσκηπτε βαριά μες απ' τους φεγγίτες και φωνές που τη διέκοπταν προσώρας, πρόσωπα που απορούσαν και δε μιλούσαν, μα που  βαθιά ένιωθαν, φιλίες που ήρθαν και δεν έφυγαν, φιλίες που κρατούν. Παιδιά που συμπονούσες, παιδιά δυσκολεμένα, παιδιά ενός κατώτερου σχολείου, παιδιά των graffities, παιδιά με τα ελάχιστα ελληνικά, παιδιά με τα ελάχιστα στις τσέπες. Παιδιά που συμπονούσαν. Φως έδιναν στη σκοτεινή βιβλιοθήκη, φως και σε μένα. Ζήσαμε κάπως σαν οικογένεια, διάλειμμα δεν υπήρχε που να μην ανοίξουν την πόρτα να περάσουν, ως άνθρωποι να υπάρξουμε με τα μικρά ονόματα και όχι με τους ρόλους. Επώνυμα δεν υπήρχαν. Μονάχα πρόσωπα που δεν περίμεναν αξιολόγηση ούτε και βαθμολογία. Παρά το άλλο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο αποδέκτη των λόγων τους. Αυτό. Διάλειμμα δεν υπήρχε που να μην έρθουν, ο τόπος να γεμίσει, να εκμυστηρευτούν, να πειράξουν, να φωνάξουν, να γεμίσει ο τόπος φωνές και  κάποτε γέλια, διασκορπισμένα τώρα σ' όλη την Ελλάδα, καθώς τα περισσότερα απ' αυτά φοιτητές σε άλλους τόπους ή εργαζόμενοι. Διάλειμμα δεν υπήρχε να μην επιζητήσουν αυτή την "άλλη" ανάγνωση μέσα από έναν τόπο, από μια μουσική, από μια μικρή κουβέντα, από ένα φευγαλέο πέρασμα μέσα σε βιβλία δύσβατα ή ανέγγιχτα πριν. Διάλειμμα δεν υπήρχε και χρόνος δεν υπήρχε που να μη σε αιφνιδιάσουν με την ευστοχία, την οξυδέρκεια, τις μικρές ιστορίες τους παραχωμένες στα θρανία της καθημερινότητας. Ιστορίες που δεν ανασύρονται -πού χρόνος;- εντός μιας σχολικής τάξης, παρά μονάχα και κυρίως εντός ενός διαλείμματος ή ενός άλλου τόπου, όπως ήταν η βιβλιοθήκη. Φορτωμένη λόγια και εικόνες επέστρεφα στο σπίτι, λόγια και εικόνες που τις μοιραζόμουν με τα δικά μου παιδιά, λόγια και εικόνες που με στήναν στη γωνία, λόγια και εικόνες που ελέγχαν όλη την κοινωνία, λόγια και εικόνες από τα αποδιοπομπαία παιδιά του ελλαδικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ένα ημερολόγιο γραφείου, ένα μικρό χρονικό, θα μαρτυρεί και θα διασώζει τα πρόσωπα και τα λόγια, καθώς δεν ήταν λίγες οι στιγμές που οι πετυχημένοι διάλογοι καταγράφονταν ως μνήμη και σχόλιο πάνω εκεί. Σχολεία σαν τα ΕΠΑΛ δε χάσαν απλώς τη βιβλιοθήκη τους. Χάσαν τη μοναδική τους ελπίδα.

Το ότι κλείνουν εν τέλει τις βιβλιοθήκες των σχολείων έχει οπωσδήποτε ένα κόστος προσωπικό για τον καθένα που επέλεξε αυτή την "εναλλακτική" συναναστροφή με τους μαθητές, προκειμένου να δώσει με έναν άλλο τρόπο ό,τι ενδεχομένως η σχολική τάξη το αποθάρρυνε. Το γεγονός εντούτοις είναι κυρίως εγκληματικό για τό σύνολο. Ασφαλώς δεν είναι το μοναδικό. Τα χείριστα έπονται.

Κοιτώ με τα μάτια της ψυχής τον τόπο ξανά. Σκέφτομαι τα χαρτιά και τα μελάνια, τα χειρόγραφα που φτάσαν στα χέρια, που τα διαβάζεις όρθια, ενώπιον τούτου του γραφείου, τις γραμμές που υπάρχουν και εκείνες που όχι, διαβάζεις τα γραμμένα και πιο πολύ τα άγραφα, διαβάζεις τα μουντζουρωμένα και εκείνα τα κατόπιν, διαβάζεις και κάτω απ' τις γραμμές και με την ψυχή ως την ψυχή φτάνεις, ακαριαία, ή να' ναι από Θεού, κάθεσαι μια ανάσα να πάρεις και θες να πεις τόσα, μα τίποτα δε λες, τα λόγια κόμπος έγιναν, τα λόγια σου δε βγαίνουν, ποτάμι που του' βαλαν φράγματα, παλιά και νέα, σηκώνεσαι να φύγεις και κει στην πόρτα στέκεσαι, μα τίποτα ξανά δε λες, μόνο το λόγο τον κουβαλάς και δεν τον έχεις ξεφορτώσει ακόμα, το λόγο σαν εκκλησιά παραποτάμια που τη σηκώσαν να τη σώσουν και την έσωσαν, μόνο το λόγο κουβαλάς και δεν τον έχεις ξαλαφρώσει δυο χρόνια τώρα, σαν εκκλησιά που δε βυθίστηκε κι ούτε σκεπάστηκε παρά εσώθη, πως θα μπορούσες έτσι μια ζωή να κάθεσαι και να κοιτάς τον τόπο απέναντι να γράφει να διαβάζει, να μη μιλάς, μόνο να σιωπάς, μια ζωή έτσι, να σκύβεις πάνω στα χαρτιά, να σκύβεις στις σελίδες, κι έπειτα τα μάτια να σηκώνεις να κοιτάς, ταξίδι αταξίδευτο σε ένα δώμα, το μόνον ταξείδιον πάνω στο κενό που αφήνουν τα βιβλία όταν σηκώνονται, μια ζωή έτσι πως θα μπορούσες να περάσεις.
Ο καθείς και τα όπλα του, λες μονάχα και φεύγεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου