Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Ο ολοκληρωτισμός των προσκυνημένων



Ποια απελευθέρωση θα εορτάσει ο τόπος φέτος ή το Τέλος του μικρού μας τόπου

Έτος Παπαδιαμάντη που κήρυξαν και οι αρμόδιοι φορείς. Δίπλα δίπλα οι δυο επίγειοι αστέρες, φως ο εις, φως και ο έτερος. Δίπλα-δίπλα, Παπαδιαμάντης-Ελύτης. Μνημονεύετε, λέει ο δεύτερος, η δύσκολη ώρα σαν εγγίσει, μνημονεύετε Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη. Μνημονεύετε.
Τους εόρτασαν φέτος αντάμα στα Πρέσπεια, στην ύπαιθρο χώρα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Ο Παπαδιαμάντης φονευθείς, μετά την πιο άθλια ίσως -προσωπική- εκδοχή του "Ονείρου στο κύμα" εκ του Τσιάνου. Κατ' εμέ. Κατ' αλλούς, μπορεί να ήταν και ενδιαφέρουσα η ανατροπή τούτη.
Προφανώς δεν ξέρανε ποιον τιμούσαν οι αρμόδιοι, ειδάλλως θα' ταν πιο φειδωλοί στις πομπώδεις εκδηλώσεις και τα γλισχρά λογύδριά τους. Σίγουρα δεν ξέρουν ποιον τιμούν, γι' αυτό συνεχίζουν εν αφελεία. Ακίνδυνος ο "Άγιος των Γραμμάτων" και λίγο φολκλόρ, άμα τον δεις με τα δικά τους ανίδεα και γυάλινα μάτια. Λίγο "Φόνισσα", λίγο "Όνειρο στο κύμα", λίγο "Νοσταλγός" και αυτό είναι όλο. Γι' αυτό και τον τιμούν και του σέρνουν, όπως είπε ο Παπατσώνης για τον Κλωντέλ, "το σκουλήκι της αιώνιας παρεξηγήσεως". Έτσι παρεξηγηνένο και ακίνδυνο τον έχουν και τον τιμούν. Και όσοι τον δουν αλλιώς, του αλλάζουν τα φώτα, από αντιπερισπασμό και λανθάνουσα εκδικητικότητα στους προηγούμενους. Τον αποδομούν και τον ξεγυμνώνουν, στο τέλος δεν αναγνωρίζεις για ποιον μιλούν. Και οι μεν και οι δε, ο καθείς απ' τη μεριά του, τον φονεύουν.
Τα είπε ο Λορεντζάτος νωρίτερα, στους εορτασμούς των πενηντά χρόνων από το θάνατό του, καθώς η τελευταία απαίτηση του συρμού ήταν και τότε οι λεγόμενες «εκδηλώσεις»:

"Καμιά φορά η αντίφαση ανάμεσα στις «εκδηλώσεις» αυτές και στα πράματα είναι τόσο μεγάλη που σε φοβίζει"

Λορεντζάτος Ζ, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Α’. Πενήντα χρόνια από το θάνατό του, Μελέτες Α, Δόμος 1994, 237

Φοβισμένοι συνεχίζουμε, μα πρέπει "τα είδωλα να συναγείρουμε", αν χρειαστεί, ακόμα και εναντίον του εαυτού μας. "Όσο η φωνή αντέχει" που γράφει ο Μικρός Ναυτίλος. Ακόμα κι αν δεν αντέχει, θα ψιθυρίσω εγώ.
Μνημονεύουμε Παπαδιαμάντη λοιπόν. Ένα από τα πρόσωπα, τα ασφαλώς κεκαλυμμένα και αποσιωπημένα. Ένα από τα πρόσωπα τα λησμονημένα. Ο Σκιαθίτης δε χαριζόταν κανενός. Με απίστευτη ευτολμία, στάθηκε ενώπιον της Ιεραρχίας και την απογύμνωσε στην "Επίσκεψη του Δεσπότη". Με απίστευτη ευτολμία στάθηκε ενώπιον της τότε κυβέρνησης και της κατάφερε χτυπήματα γερά, όχι όμως κάτω από τη μέση. Προφητικός, θα ρωτήσει κανείς; Προφητικός.

[...] ούτος ήτο ο Αλέξανδρος Χάραυλος, ο ίδιος όστις πηδαλιουχών ποτέ εν μακρώ ταξιδίω, κατά την Μαύρην Θάλασσαν, επί μεγάλου πλοίου, την νύκτα, ηρωτήθη υπό του πλοιάρχου, περιπατούντος κατά μήκος του καταστρώματος από την πρύμνην έως την πρώραν: "Τι έχεις, βρε Αλέξανδρε, κι αναστενάζεις;" κ' εκείνος απήντησε: "Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πώς θα τα πληρώσουμε, τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το Έθνος!"
Ολόγυρα στη λίμνη, Β, 386

Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας. Τις ημύνθη περί πάτρης; Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.
Οιωνός, Ε, 254

Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες δια ν' αποδειχθή ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν.
«Τέτοιοι είναι όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ’ αγόρασαν». Όλοι το ίδιο είναι! Όλοι τους, Χαλασοχώρηδες. «Όλοι σας, απήντησεν ετοίμως ο ποιμήν, να πούμε την αλήθεια, κουμπάρε, είστε πάρ’ τον ένανε, χτύπα τον άλλονε».

Χαλασοχώρηδες
[...] όποιος θέλει να σάση το χωριό, χαλνάει το κεφάλι του.

 Βαρδιάνος στα Σπόρκα, Β, 624

Προφανώς κανείς δε θέλει να το χαλάσει το κεφάλι του, για τούτο κι αυτό το χωριό δε σιάζει. Κι όσοι θέλησαν, το κεφάλι τους το χάσαν. Σχόλια περαιτέρω επί των παραπάνω δε θα υπάρξουν. Δε μας το επιτρέπει η αφοπλιστικότης του συγγραφέα.

Το τέλος του μικρού μας τόπου ενέσκηψε. Όποιος απεβίωσε, εγλύτωσε. Όποιος παραμένει, έχει ακόμα θάματα να περιμένει. Μακαρία η οδός Κωνσταντίνου Μπαλάφα, όστις έφυγε πάνω στην ώρα, προτού δει και γευτεί τα χείριστα και τα μελλούμενα.
  

Μακαρία η οδός όσων φύγαν νωρίτερα και γλυτώνουν τη θλίψη και τον διαρκή πόνο. Μακαρία η οδός όσων δε βλέπουν την κατάντια. Μακαρία η οδός όσων δε θα δουν τη μετάλλαξη του τόπου σε "Πρέβεζα", όσων δεν είδαν τον εαυτό τους πιόνι στην ντόπια σκακιέρα:

ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα'ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος που τους ανανεώνουν)

Κάθονται στις καρέκλες, μουντζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
"Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν" διαβεβαιώνουν.

Και μονάχα η τιμή τούς απομένει,
όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Όσοι όμως παραμένουν, ας αντισταθούν δια της παιδείας. Ας εγείρουν τους κεκοιμημένους, ας ανοίξουν τα κιτάπια κι ας μιλήσουν. 
Ας αντισταθεί κανείς δια της παιδείας. Ο Παύλος Μελάς, όπου πέρναγε, άφηνε χρήματα για χήρες και ορφανά. Άφηνε χρήματα για σχολειά. Αυτά που στις μέρες μας τα σφραγίζουν και που' σαι ακόμα. Αν έχει ένα νόημα η απελευθέρωση του τόπου από τους ζυγούς, αν έχει ένα νόημα η ελευθερία γενικώς, αποκτά μόνο όταν την ανυψώνουμε εμείς. Όχι, μέσα από την οικτρή παρέλαση των αρμάτων και των μαθητών, που αγνοούν, δίχως να ευθύνονται, τα όσα δεν τους δώσαμε, αλλά μέσα από τα αγκάθια του παρελθόντος, προκειμένου να βρει κανείς μονοπάτι για το μέλλον.

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 1904. Λημέρι παρά τον Αλιάκμονα, παρά την Ασπροκλησιά.

Εις τας 8 εξυπνώ. Από της εισόδου μας κοιμώμαι μόνον 3-4 ώρας το ημερονύκτιον [...]. Υποφέρομεν πολύ, πρώτον από το ψύχος και την βροχήν και δεύτερον από την ακινησίαν. Δεν τολμώμεν να κινηθώμεν, διότι τον παραμικρόν ήχον θα τον ακούσουν τα σκυλιά των εκεί πλησίον ποιμένων. [...] Σου γράφω διαρκούσης της βροχής και μαζευμένος όπως όπως κάτω από την κάπαν μου, δια τούτο και το γράψιμό μου δεν είναι ευανάγνωστον.

Λημέρι άνωθι Στρεμπένου, Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 1904

[...] Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν πολύ θα τ' αγαπώ και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ' αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη. 

Βελκαμένη, 2 Οκτωβρίου 1904
Νάτα μου,

[...] Δεν γνωρίζω πότε θα επιστρέψω. [...] Προς το παρόν παρηγορούμαι και ενθαρρύνομαι με τα γράμματά σου. Είμαι ευτυχής διότι είσαι υπερήφανη δι' εμέ, έστω και αν τούτο είναι παρ' αξίαν μου προς το παρόν. Εις το μέλλον θα προσπαθήσω να γίνω άξιος της υπερηφανείας σου αυτής.
Σου γράφω υπό ραγδαίαν παγωμένην βροχήν. Ως και η κάπα μου στάζει. Σε φιλώ άλλην μίαν φοράν και σου εύχομαι, αγάπη μου, ευτυχίαν και χαράν εις τον βίον σου. Την νύκτα εις τα λημέρια μας, όταν τυχόν φανή ένα άστρον, σου στέλλω χίλια φιλιά νοερώς. Είναι ο μόνος μεταξύ μας σύνδεσμος, το μόνον πράγμα που και οι δύο την αυτήν στιγμήν δυνάμεθα να βλέπωμεν.
Ο Παύλος σου.

Ναταλία Μελά, ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ, Δωδώνη 1992

Όχι μέσα από τις φατρίες, αλλά μέσα στο χυμένο αίμα αυτών που τον τόπο ασπάστηκαν, δίνοντας τη ζωή τους. Οι άλλοι περισσεύουν.

Μνημονεύστε λοιπόν ποιητές και τεθνεώτες. Μνημονεύστε και βρείτε παρηγοριά. Ο τόπος γέμισε ψιθύρους. Προσοχή λοιπόν.

"Το σπίτι γέμισε τριζόνια
χτυπούν σαν άρρυθμα ρολόγια
λαχανιασμένα. Και τα χρόνια

που ζούμε σαν αυτά χτυπούν
καθώς οι δίκαιοι σιωπούν
σα να μην είχαν τι να πουν.
[...]
Κι εγώ πονώ κι εσείς πονείτε
μα δε φωνάζουμε και μήτε
καν ψιθυρίζουμε, γιατί
η μηχανή είναι βιαστική
στη φρίκη και στην καταφρόνια
στο θάνατο και στη ζωή,

το σπίτι γέμισε τριζόνια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου