Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Άνθρωπος στα σκουπίδια



AΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

Απογευματινό δρομολόγιο σε μια πόλη της ελλαδικής επαρχίας που ετοιμάζεται για βροχή. Στη δική μου πόλη. Σύννεφα θρονιάστηκαν στον ουρανό, οι πρώτες στάλες χτυπάνε στα τζάμια του αυτοκινήτου. Σταματώ σε διασταύρωση, στο πλάι μου άνθρωπος περνά ρακένδυτος να σέρνει ένα διπλό παιδικό καρότσι. Παιδιά μέσα δεν είχε. Μόνο το έσερνε και πήγαινε. Σταματώ λίγα μέτρα πιο πέρα. Τον βλέπω πάλι μπροστά μου, σκυμμένο σε κάδο σκουπιδιών. Τον κοιτώ στο πλάι του και όπως χώνεται μισός σχεδόν μέσα του. Κάτι σφιγμένο στο πρόσωπο, τα μηνίγγια του νιώθεις να χτυπούν, κάτι το αδάμαστο μιας αξιοπρέπειας που πάσχει, μια περηφάνεια ενός νέου ανθρώπου που πρόωρα τον αναχαίτισαν οι καιροί, πιόνι στην ντόπια σκακιέρα, πιόνι που βγήκε εκτάκτως εκτός μάχης, κάτι μεταξύ απόγνωσης και οργής να ελλοχεύει στις κινήσεις μέσα, σε κείνο το σκύψιμο και στον άπρακτο δρόμο που ακολούθησε. Τον κοιτούσες κλεφτά, δεν ήθελες να σε πιάσει το βλέμμα του, τον κοιτούσες, σκεφτόσουν πως ίσως και να' σασταν συνομήλικοι, πως ίσως σπίτι τον περίμενε, μπορεί και παιδιά. Ίσως και μόνος του να' ταν. Αυτό το σφίξιμο στους μυώνες του προσώπου του που δε χαλάρωσε μέχρι που έστρεψε την πλάτη κι απ' τα μάτια σου τον έχασες, στέριωσε μέσα σου. 

Τον αντάμωσες ξανά, μερικά στενά πιο πέρα, εσύ τον ακολουθούσες ερήμην σου ή εκείνος για κάποιο λόγο βρισκόταν μπροστά σου; Κανείς δεν απαντά σε καθαρά μεταφυσικά ζητήματα. Ωστόσο, τον είδες να κάθεται στο πεζοδρόμιο, σε κάδο δίπλα και μπροστά του σύντροφος το διπλό καρότσι του. Γερμένο το κεφάλι προς τα γόνατα. Ίσως και να τα αγκάλιαζε. Πού είναι η μάνα σου, παιδί μου, θυμάσαι ξανά τον Μόντη, να της παραδώσω τούτο το κλάμα, πού είναι η μάνα σου να το αρχίσει από εκεί που δε θα μπορέσουμε εμείς. Η στιγμή κράτησε όσο μπορούσε να καθυστερήσει το πέρασμα ενός αυτοκινήτου. Η στιγμή έφυγε, για να στοιχειώσει μέσα σου.

Όλη αυτή η οργή, όλος αυτός ο πόνος, θα' ρθει μέρα και ώρα που θα ξεσπάσει, θα' ρθει ώρα που θα χυθεί, οι κάνουλες θ' ανοίξουν κι οι βρυσομάνες θα δακρύσουν κι ο τόπος όλος θ' αγιαστεί ξανά από τον άνθρωπο που τον έσυραν, όπως τον Έκτορα γύρω από την Τροία, μα έπειτα αυτός, απροσδόκητα εντελώς, θα ορθωθεί νεκρός έμπνοος, που λέει κι ο Γρηγόριος [Γρηγορίου Θεολόγου, Περί τον εαυτού βίον], ένας ζωντανός-νεκρός, ζωντανός ωστόσο ακόμα. Τα σφιγμένα πρόσωπα δε λησμονούν. Επίσης, τα σφιγμένα πρόσωπα πολύ δύσκολα πια αναπαύονται.

"Αν όχι εδώ, πού; Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιοι;" διαβάζω σε στενάκι της Κέρκυρας. Είναι το τελευταίο πράγμα που πήρα φεύγοντας από εκεί. Δεν υπάρχει το κάπου αλλού, δεν υπάρχει το όποτε ή το άλλοτε, δεν υπάρχει το κάποιος άλλος ή το κάποιοι άλλοι. Υπάρχει μονάχα το εδώ, υπάρχει μοναχά το τώρα, υπάρχουμε μονάχα εμείς. Είτε γράφοντας είτε μιλώντας είτε φωνάζοντας, όποτε σωπαίνοντας. Είτε πέφτουμε είτε σηκωνόμαστε είτε παραμένουμε πεσμένοι. Υπάρχουμε στο εδώ του μέλλοντος και στον τόπο του παρόντος, υπάρχουμε εμείς, έστω με τα δεκανίκια της γραφής. Υπάρχουμε, για να εγείρουμε τους εαυτούς μας πρώτα. Τους άλλους έπειτα. "Εξεγερθέντες του ύπνου" ακούς το ορθρινό κέλευσμα. Εξεγερθέντες οι πάντες οι κεκοιμημένοι και εφησυχασμένοι, οι πρώην βολεμένοι Νεοέλληνες, νεόπλουτοι ή απλώς αστοί, δανειόπληκτοι άπαντες και τώρα με πετσοκομμένη την τσέπη, εξεγερθέντες οι σερνάμενοι και όσοι αραχτοί ως αιωνόβια, ακούνητα δέντρα, στα "καφέ" της πλατείας, εξεγερθέντες οι τηλεκατευθυνόμενοι καταληψίες μαθητές ή οι κομματικομαριονέτες φοιτητές, εξεγερθέντες του ντόπιου ύπνου, και όσοι σημειώσεις κρατάτε από τις πρωινές συνταγές μιας πρώην κοιλιόδουλης Ελλάδας, εξεγερθέντες όλοι και πιαστείτε. Και σεις οι "αγανακτισμένοι", που τώρα βουβαθήκατε, επιτέλους ξυπνήστε.

Άνθρωπος στα σκουπίδια. Θυμάσαι τους "Φτωχούς" του Ρώσου, κείμενο τρυφερό, γεμάτο επιστολές, όλο μια επιστολή εν τέλει, ανθρώπων φτωχών και κατατρεγμένων, η Βάρινκα, ή υπαλλήλων εντός μιας υπαλληλικής αθλιότητας, ο Μακάρ Αλεξέεβιτς, και οι δυο τους όμως θύματα και εντός μιας εσωτερικής εξαθλίωσης και απόγνωσης. Ανταλλάσσουν επιστολές, αν και ζουν μόλις απέναντι, επιστολές λεπτομερείς μιας καθημερινότητας που απαθανατίζει, σχεδόν φωτογραφικά, τη Ρωσία της εποχής τους. Ρωτά κανείς γιατί. Απαντά κάπου ο Μακάρ "Καλούλα μου, πολλά θα' θελα να σας γράψω. Όλη την ώρα, όλες τις στιγμές θα' θελα να γράφω, να γράφω! [...]. Αχ, αγαπημένη μου, τι το θέλουμε το ύφος! Να, τούτη τη στιγμή, ούτε ξέρω τι γράφω, ολότελα δεν ξέρω, τίποτα δεν ξέρω, και ούτε τα ξαναδιαβάζω, ούτε ύφος κανένα κυτάζω, και όμως γράφω, φτάνει μόνο να γράφω, φτάνει μόνο να σας γράψω όσο μπορώ περισσότερα...Χαϊδεμένη μου, αγαπημένη μου, καλούλα μου σεις". Γράφει και κάπως ζει και κάπως έτσι ξεσπά πάνω στο χαρτί την αβίωτη πραγματικότητα. Πεπεισμένος πως "Τα καλά έργα δε μένουν απλήρωτα, και η αρετή πάντα στεφανώνεται με το στέφανο της Θείας δικαιοσύνης, αργά ή γρήγορα". Ωστόσο, η θεία τάξις κάπως ανατρέπεται. Ή μάλλον η ανέχεια λειτουργεί ως ο αστάθμητος παράγοντας του κακού που ενσκήπτει και αφοπλίζει τη θεία τάξη. Το απόσπασμα που ακολουθεί συντέμνει το χρόνο που μας χωρίζει από τον τόπο και το χρόνο του Ντοστογιέφσκη. Αποτελεί κατά πολλούς τρόπους μια επιτομή της σύγχρονης κοινωνίας. Οι ιστορίες επαναλαμβάνονται. Διαβάζουμε, για να βρεθούμε στη θέση να τεκμηριώσουμε την επανάληψη με τρόπο άσφαλτο:

"Ο οργανοπαίκτης τοποθετήθηκε κάτω από τα παράθυρα κάποιου σπιτιού. Μου κινάει άξαφνα την περιέργεια ένα παιδάκι, αγοράκι, όχι παραπάνω από δέκα χρονών. Θα ήταν ομορφούλι, μα στην όψη δείχνει τόσο άρρωστο, καχεκτικό, φορούσε ένα πουκαμισάκι και κάτι άλλο ακόμη, στεκόταν ξυπόλυτο, με ανοιχτό το στόμα και άκουγε το οργανέττο, -παιδί πράμα. Άπληστα κύταζε πώς χόρευαν οι κούκλες του Γερμανού οργανοπαίκτη, και του ίδιου τού είχαν κοκκαλώσει χέρια και πόδια, έτρεμε και μασούσε την ακρούλα του μανικιού του. Πήρε το μάτι μου, πως στα χέρια του κρατούσε κάποιο χαρτάκι. Πέρασε κάποιος κύριος και πέταξε του οργανοπαίκτη ένα μικρό νόμισμα. Το νομισματάκι έπεσε ακριβώς σ' εκείνο το κουτάκι με το χώρισμα, μέσα στο οποίο παρασταίνεται ένας φραντζέζος που χορεύει με τις κυρίες. Μόλις κουδούνισε το νόμισμα, τρεμοσείστηκε τ' αγοράκι μου, δειλά κοίταξε ένα γύρω, και, όπως φαίνεται, φαντάστηκε πως εγώ τόρριξα το νόμισμα.
Έτρεξε κοντά μου, τα χέρια του τρέμανε, η φωνίτσα του έτρεμε, μου έδωσε το χαρτάκι, λέγοντας: -σημείωση! Άνοιξα τη σημείωση -ε, τι να τα λέμε, γνωστά πράματα: -ευεργέτες μου, δηλαδή, μια μητέρα φαμελίτισσα πεθαίνει, τρία παιδιά πεινάνε, βοηθήστε με σεις τώρα, κ' εγώ πεια, σαν πεθάνω, για το λόγο που δεν ξεχάσατε τα παιδάκια μου, δε θα σας ξεχάσω κ' εγώ στον άλλο κόσμο, ευεργέτες μου. -Ε, τι το παράξενο σ' αυτό! δουλειά ολοφάνερη, αυτά έχει η ζωή, μα τι μπορούσα να τους κάνω εγώ; Τι νάκανα, δεν τούδωσα κ' εγώ τίποτα. Πόσο λυπήθηκα όμως!
Το καημένο το παιδάκι είχε μελανιάσει από το κρύο, μπορεί να πεινούσε κιόλας, και δεν έλεγε ψέματα, μα το ναι, δεν έλεγε ψέματα. Τις ξέρω εγώ αυτές τις δουλειές. Το κακό είναι όμως, που γιατί αυτές οι άσπλαχνες μητέρες να μη φυλάνε τα παιδιά τους και μισόγυμνα να τα στέλνουν να γυρίζουν στο κρύο με σημειώματα. Διόλου παράξενο, η κουτογυναίκα, να μην έχει θέληση. Μα μπορεί και στ' αλήθεια να μην έχει κανένα να φροντίσει γι' αυτήν, και να κάθεται κάπου κει με τα πόδια ζαρωμένα από κάτω της, μπορεί και στ' αλήθεια νάναι άρρωστη. Όπως να'ναι, γιατί να μη ζητήσει βοήθεια από κει που πρέπει. Ωστόσο, διόλου παράξενο να' ναι και καμιά κατεργάρα, αποσκοπού στέλνει το πεινασμένο, καχεκτικό παιδάκι να ξαπατάει τους διαβάτες, στην αρρώστια το σπρώχνει.
Και τι καλό θα διδαχτεί το καημένο το παιδάκι μ' αυτές τις σημειώσεις; Μονάχα που σκληραίνει η καρδιά του. Γυρίζει, τρέχει, ζητιανεύει. Οι διαβάτες περνάνει βιαστικοί, δεν αδειάζουν. Οι καρδιές τους είναι πέτρινες. Τα λόγια τους σκληρά. "Κάνε στη μπάντα! Ξεκουμπίσου! Κατεργάρη!". Να τι ακούει απ' όλους αυτούς, και η καρδούλα του παιδιού σκληραίνει, και του κάκου τρεμουλιάζει στο κρύο, το φτωχούλι, το χιλιοτρομαγμένο παιδάκι, μ' αφτέρουγο πουλάκι μοιάζοντας, που' πεσε από τη χαλασμένη φωλίτσα του. Κοκκαλιάζουν τα χέρια και τα πόδια του. Η αναπνοή του πιάνεται, ως που να καλοκοιτάξεις, αρχίζει πια να βήχει. Από κει δεν είναι μακριά και η αρρώστια, σαν ακάθαρτο ερπετό θα φτύσει μέσα στο στηθάκι του, κι ως που να καλοσκεφθείς, να κι' ο θάνατος στέκει πια απάνω από το κεφαλάκι του, το καρτεράει σε κάποια κει βρωμερούτσικη γωνιά, δίχως περιποίηση, δίχως βοήθεια -να η ζωή του όλη κι' όλη. Αυτή τη ζωή κάνει ο κοσμάκης!
Ωχ, Βάρινκα, σχίζεται η καρδιά σου ν' ακούς το "Ελεήστε Χριστιανοί" και να περνάς δίπλα και τίποτα να μη δίνεις, και να λες: "Ο Θεός να σ' ελέηση". Μερικά "ελεήστε με" μπορείς και να τα προσπεράσεις (Γιατί και τα "ελεήστε με" διαφόρων ειδών είναι, καλούλα μου). Το λιγόλογο, τραβηχτό, συνηθισμένο, αποστηθισμένο "ελέηστε με", είναι καθαρά ζητιάνικο. Σ΄αυτό δεν είναι και τόσο βαρύ να μη δώσεις. Αυτός που το λέει, είναι πολυκαιρίτικος, παλιός ζητιάνος, εξ επαγγέλματος ζητιάνος, αυτός είναι συνηθισμένος, λες με το νου σου, αυτός αντέχει και ξέρει πώς ν' αντέχει. Μα υπάρχει κ' "ελεήστε με" ασυνήθιστο, τραχύ, στυγνό, -σαν κι' αυτό που μούτυχε ν' ακούσω σήμερα, να πούμε, που σαν έπαιρνα τη σημείωση από τα χέρια του παιδιού, κάποιος που στεκόταν ακουμπισμένος στο μανδρότοιχο, που δε γύρευε απ' όλους ελεημοσύνη, μου λέει: "Δώσε μου μια πενταρίτσα, αφεντικό, για του Χριστού τη χάρη!" και με τέτοια κομματιαστή, βάναυση φωνή, που ανατρίχιασα όλος από κάποιο τρομακτικό αίσθημα, μα πενταρίτσα δεν τούδωσα: δεν είχα.
[...]
Σήμερα νιώθω μια τέτοια βαρυθυμιά, που από τα κατάβαθα της ψυχής μου άρχισα να συμπονάω τις ίδιες μου τις σκέψεις, και αν και ξέρω καλά, καλούλα μου, πως από τη συμπόνια καμιά προκοπή δε βγαίνει, όπως και να' ναι, δίνεις κάποια ικανοποίηση στον εαυτό σου. Και στ' αλήθεια, αγαπημένη μου, πολλές φορές ξευτελίζεις τον εαυτό σου δίχως καμιά αφορμή, δεν τον εκτιμάς ούτε για μια δυάρα, και χειρότερο από σκύβαλο τον λογαριάζεις. Κι αν θέλετε να το εκφράσουμε παραβολικά, αυτό μπορεί να συμβαίνει, για το λόγο που κ' εγώ είμαι φοβισμένος και κατατρεγμένος τα ίδια σαν κι αυτό το άμοιρο παιδάκι, να πούμε, που μου ζήτησε ελεημοσύνη.
[...] Μου τυχαίνει, αγαπημένη μου, σαν πηγαίνω το πρωί-πρωί βιαστικός στο γραφείο, να χαζέψω λιγάκι στην πόλη, για να ιδώ, πώς ξυπνάει αυτή, πώς σηκώνεται, καπνίζει, βράζει, βροντάει, -και φορές-φορές τέτοια συγκίνηση σε παίρνει μπροστά σε κάποιο θέαμα που παρουσιάζεται στα μάτια σου, που φαίνεται σα να σούδωκε κάποιος γερή μυτιά απάνω στην περίεργη μύτη σου, και ζαρώνοντας, ξαναπαίρνεις το δρόμο σου πιο σιγανός από στεκάμενο νερό, πιο χαμηλός από χορτάρι, κουνώντας μ' απελπισιά κατ' ανέμου το χέρι σου!
[...]
Γι' ας κυτάξουμε λοιπόν, σαν τι να γίνεται μέσα σ' αυτά τα σπίτια; Σε κάποια κει καπνισμένη γωνίτσα, σε κάποια νοτισμένη τρώγλη, που από ανάγκη λογαριάζεται για κατοικία, ξυπνάει κάποιος μαστοράκος. Όλη νύχτα έβλεπε στον ύπνο του, έτσι για παράδειγμα το λέμε, έβλεπε στον ύπνο του κάτι παπούτσια, που, δουλεύοντάς τας, παραπήρε το χέρι του και τα' κοψε, λες κ' ήταν καμιά ανάγκη να ιδή ο άνθρωπος ένα τέτοιο ελεεινό όνειρο! Μα, όπως να' ναι, αυτός είναι μάστορης, είναι τσαγκάρης, του είναι συγχωρεμένο να συλλογιέται πάντα το ίδιο πράμα. Κάπου κει κλαίνε τα παιδιά του και η γυναίκα του πεινάει. Και φορές-φορές δεν ξυπνάνε μόνο οι τσαγκάρηδες έτσι, αγαπημένη μου.
Αυτό δε θα' ταν τίποτα, και ούτε θ' άξιζε τον κόπο να γράψει κανείς τίποτα γι' αυτό, μα να τα παράξενα που βλέπει κανείς, καλούλα μου: μέσα κει, μέσα στο ίδιο εκείνο σπίτι, ένα πάτωμα πιο πάνω ή πιο κάτω, μέσα σε χρυσοστολισμένους οντάδες, διόλου παράξενο, κ' ένα πλουσιώτατο πρόσωπο, τα ίδια εκείνα παπούτσια να' βλεπε στον ύπνο του, δηλαδή, αλλιώτικα παπούτσια, σε διαφορετική φόρμα, μα πάντα παπούτσια, γιατί σύμφωνα με το νόημα που θέλω να δώσω εγώ σ' αυτό, καλούλα μου, όλοι εμείς, αγαπημένη μου, βγαίνει να είμαστε, λίγο-πολύ, τσαγκάρηδες.
Και αυτό ακόμη δε θα' ταν τίποτα, μα το κακό είναι που κανένας δε βρίσκεται δίπλα σ'αυτό το πλουσιώτατο πρόσωπο, δε βρίσκεται άνθρωπος που να του σιγοσφυρίξει στ' αυτί: "Δεν παύεις, δηλαδή, να συλλογιέσαι τέτοια πράματα, να συλλογιέσαι μόνο τον εαυτό σου, μόνο για τον εαυτό σου να ζεις. Εσύ, δηλαδή, τσαγκάρης δεν είσαι, τα παιδιά σου είναι καλά στην υγειά τους, η γυναίκα σου φαϊ δε ζητάει, ρίξε μια ματιά τριγύρω σου, κοίταξε μπας και βρεις για τις έγνοιες σου κανένα πιο ευγενικό αντικείμενο από τα παπούτσια σου!" Να τι ήθελα να σας πω αλληγορικά, Βάρινκα. Μπορεί να' ναι και πάρα πολύ ελεύθερη η γνώμη μου, αγαπημένη μου, μα η γνώμη αυτή, φορές-φορές υπάρχει, φορές-φορές μας έρχεται, κ' έτσι άθελα αναπηδάει από την καρδιά σε πύρινο παράπονο".

"Οι Φτωχοί" του Ντοστογιέφσκη τυπώθηκαν το 1845. Διαβάζω το τέλος των επιστολών τούτων, μια υποταγή των φτωχών στην ειμαρμένη τους. Αλλιώς, όπου ο φτωχός κι η μοίρα του. Η επιστολική πραγματικότητά τους ακυρώνεται, η παραμυθία της γραφής -μα κυρίως της ύπαρξης- οπισθοχωρεί και υποτάσσεται στην Ανάγκη της στιγμής. Γράφει η Βάρινκα:
"Τέλειωσαν όλα! Η τύχη μου κρίθηκε. Τι σόι είναι, δεν ξέρω, μα εγώ θα υποταχτώ στο θέλημα του Θεού. Αύριο φεύγουμε. Σας αποχαιρετώ για τελευταία φορά, ανεκτίμητέ μου  φίλε, ευεργέτη μου, πολυάκριβέ μου! Μη στενοχωριέστε για μένα, ζήστε ευτυχισμένα, μη με ξεχνάτε και ευλογημένος νάσαστε από το Θεό! Συχνά θα σας μνημονεύω στους λογισμούς μου, στις προσευχές μου. Να που τέλειωσε κι αυτό! Λίγες χαρές έχω ν' αποκομίσω στη νέα μου ζωή από τις παλιές αναμνήσεις. Γι' αυτό, τόσο πιο πολύτιμη θα μου είναι η ανάμνηση για σας. Τόσο πιο ακριβός θα είσαστε στην καρδιά μου. Είσαστε ο μόνος μου φίλος. Σεις μόνο με αγαπούσατε εδώ. Όλα τάβλεπα εγώ, το ήξερα καλά πόσο με αγαπούσατε! Έφτανε ένα μου και μόνο χαμόγελο για να σας κάνει ευτυχισμένο, μια και μόνη αραδίτσα επιστολής μου. Τώρα πρέπει να ξεσυνηθίσετε από μένα! Πώς θα μείνετε μόνος σας εδώ; Σε ποιανού τα χέρια θα μείνετε, καλέ μου, ανεκτίμητε, μοναδικέ μου φίλε!"

Όση η φτώχεια τους τόση η αδυναμία τους να επέμβουν και να ορίσουν τη ζωή τους. Η ένδεια όριζε το παρόν, σφράγιζε και το μέλλον. Τους κοιτώ με δεμένα τα χέρια. Δεμένη η μοίρα μου, δεμένη κι η δική τους. Τους κοιτώ μ' αδύναμα χέρια. Κομμένα τα χέρια μου, κομμένα τα δικά τους. Τους κοιτώ μέσα από ένα σμήνος πλήκτρων, πουλιά τα πλήκτρα, εκείνα που με φέρνουνε κοντά τους, πουλιά και μαζί τους υψώνομαι, εκεί όπου -μονάχα εκεί- υπάρχει κανείς ελεύθερος. Σαν το πουλί είμαι, γράφει ο Γρηγόριος, σαν το πουλί κι εύκολα πετώ, πτηνόν γαρ ειμι ραδίως μετάρσιον. Και μεταρσιώνομαι, και πετώ κι εκεί τους συναντώ.

Άνθρωπος στα σκουπίδια, μα πριν λίγους μήνες, άνθρωπος πρώτος εθεάθη στα φανάρια σε σημείο κομβικό και προς την πρώτη έξοδο για την πόλη από την Εγνατία Οδό. Στο κλεινόν άστυ συναντάς κυρίως Πακιστανούς τη δουλειά τούτη με επιμονή να διεξέρχονται. Ένας κουβάς και λίγη σαπουνάδα για λίγα κέρματα που θα πέσουν στο χέρι. Άνθρωπος εθεάθη, όχι δε φαίνεται Πακιστανός, όμως, με υποδειγματική επιμέλεια τρίβει και σαπουνίζει τα παρμπριζ των αυτοκινήτων που στρίβουν αριστερά για Πτολεμαϊδα. Τις περασμένες ώρες στο πόστο του δεν τον συναντάς και τον αναρωτιέσαι. Μόνο ο κουβάς στέκει με το ξημέρωμα να τον περιμένει.

Τι κάνουμε, αναρωτιέμαι. Τίποτα δεν κάνουμε. Το θάνατο καταγράφουμε, πρώτα των ψυχών κι ύστερα των σωμάτων. Όπως κείνος ο βραβευμένος φωτογράφος, που απαθανάτισε το θάνατο σε μια "μοναδική" στιγμή λίγο πριν την έλευσή του, για να αυτοκτονήσει δυο μήνες μετά τη βράβευσή του, μέσα στο νέφος μιας βαριάς κατάθλιψης και με την εικόνα του μικρού παιδιού να περιφέρεται αδικαίωτο στην ψυχή και το μυαλό του. Χρόνια έχω τη φωτογραφία του στα ερμάρια μου. Πάντα μπροστά τη βρίσκω στη μνήμη μου.

[Ο Kevin Carter κέρδισε το βραβείο Pulitzer για τη φωτογραφία που τράβηξε το 1993 στο Σουδάν και η οποία δημοσιεύτηκε στους New York Times στις 26 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς.Το βραβείο έμαθε ότι το κέρδισε στις 12 Απριλίου του 1994.Το παρέλαβε στις 14 Μαΐου και μετά δύο μήνες, στις 27 Ιουλίου, αυτοκτόνησε. Όταν ο Κevin έβγαλε την φωτογραφία δεν δούλευε για λογαριασμό κανενός περιοδικού και με τις φωτογραφίες του ήθελε να δείξει την πείνα που υπήρχε. Η φωτογραφία απεικονίζει ένα υποσιτισμένο κοριτσάκι που σέρνεται για να φτάσει σε κέντρο διανομής τροφής ενώ παρακολουθείται από ένα όρνεο το οποίο περιμένει το θάνατο της για να μπορέσει να ζήσει αυτό. Δέκα λεπτά περίμενε το όρνιο, δέκα λεπτά περίμενε ο Kevin μετά κάθισε κάτω από ένα δέντρο και έκλαιγε, γιατί απαγορευόταν να βοηθήσει το παιδάκι να ζήσει. Όλο το περιστατικό κράτησε μισή ώρα μέχρι που έφυγε με το ελικόπτερο της επισιτιστικής βοήθειας. Ήταν ένα τυχαίο επεισόδιο, μισής ώρας στη ζωή του. Τόσο χρειάσθηκε για να πάρει το βραβείο, να μείνει στην αιωνιότητα και να πεθάνει απο αυτό δυο μήνες μετά. Σήμερα είναι διαφορετικά; ]

Στο εξής κάθε φορά που θα τρως, θα σκέφτεσαι κείνους που δεν έχουν φάει όλη μέρα και που θα αγνοούν πότε θα ξαναφάνε
Κάθε φορά που θα ταϊζεις τα παιδιά σου, θα σκέφτεσαι κείνους που δε θα καταφέρουν να ταϊσουν τα δικά τους παιδιά, κείνους που θα προστρέξουν σε συσσίτια εκκλησιών και μοναστηριών, προκειμένου ένα πιάτο ή ένα ρούχο να εξασφαλίσουν για να τα μεγαλώσουν
Κάθε φορά που θα ζεσταίνεσαι, θα νιώθεις τύψεις για όλους αυτούς που θα διασχίσουν το χειμώνα  μες στη θλίψη που φέρνει η παγωνιά όταν ενσκήπτει ή μες στο ρίγος της μοναξιάς όταν αιφνίδια σε τυλίγει, για να σε φέρει κοντά, πολύ κοντά στο θάνατο
Κάθε φορά που θα πηγαίνεις στη δουλειά, θα νιώθεις ένα μάγκωμα στην ψυχή για όλους αυτούς που εφεδρικώς τους ξαπόστειλαν στα σπίτια τους
Στο εξής δε θα κοιμάσαι ήσυχος

Τα λόγια τα νιώθεις ότι κόβονται, σκοντάφτουν τα λόγια μες στη δυσοίωνη συγκυρία και στιγμή, ασφυκτιούν τα λόγια, αδυνατούν να υπάρξουν, στερεύουν οι πηγές, πώς να πάρεις φόρα να μιλήσεις ξανά, ποιες είναι οι λέξεις που θα σταθούν στην ανημπόρια, ποια τα φωνήεντα που θα καλέσουν σε εξέγερση, ποια τα σύμφωνα που θα γίνουν πέτρες να στεριώσουν τα γεφύρια, πώς να σηκωθεί κανείς ξανά.
Ανατρέχω στον Γρηγόριο πάλιν και πολλάκις σήμερα. Κι αν φράξει κανείς τις πηγές, τι κάνουμε; Κι αν τον ήλιο κρύψει, πώς θα ιδούμε το φως του;

Πηγής τι κέρδος εστίν εμπεφραγμένης;
Τι δ’ ηλιακής ακτίνος, ην κρύπτει νέφος;
"Κάθε λόγος είναι διπλός,
λέξεις και νόημα. οι λέξεις όπως ένα εξωτερικό
φόρεμα. ο νους από μέσα όπως ντυμένο σώμα.
Και σ’ άλλους και τα δύο τέλεια, σ’ άλλους το ένα.
ή λειψά πάλι είτε ως μάθηση είτε από τη φύση.
Για το εξωτερικό εγώ δε θα μιλήσω πολύ
για το πώς θα είναι. για το μέσα θα κάνω πολύ λόγο.
Γιατί η σωτηρία μας βρίσκεται στο νόημα,
αλλά βέβαια όταν μιληθεί και δηλωθεί.
Τι ωφελεί μια πηγή που την έχουν φράξει;
ή το φως του ήλιου που το σκεπάζει σύννεφο;
Κάτι τέτοιο είναι η σκέψη που σωπαίνει,
σαν το ωραίο τριαντάφυλλο που το τυλίγει ο κάλυκας
ο όχι ωραίος. φανερώνει όμως την ομορφιά,
όταν σκάζοντας από τις αύρες παρουσιάσει το γέννημα.
Ενώ αν η ομορφιά έμενε πάντα σκεπασμένη,
δε θα είχε καμιά χάρη η ακριβή άνοιξη.

Τίποτα παραπάνω δεν ζητούμε όσο να μιλούμε έτσι,
όπως όσοι νομίζονται αδόκιμοι στο λόγο.
αλλιώς, να δείχνεις τις λάμψεις εκείνων.
Απ’ τη δική σου λάμψη ποθώ να λάβω ακόμη και μικρό μέρος.
Αν δεν αξίζουν τίποτα οι γραμμένοι λόγοι
πώς ξεγελιόμουν τόσον καιρό;"

Τον φωνάζω ξανά, για να θυμίσει εκ νέου την πηγή των βασάνων της χώρας. Τα είπε κι ο Παπαδιαμάντης αργότερα: "Οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος πλάσαν τα ερείπια". Όχι ότι είμαστε εμείς αμέτοχοι. Είχαμε τον τρόπο δια της ψήφου. Της φερθήκαμε ασυλλόγιστα. Επιπόλαια την πήραμε στα χέρια μας και αψήφιστα. Κι αν αγανακτούμε τώρα, τα θέλαμε και τα πάθαμε. Κι αν αγανακτούμε τώρα είναι κάπως αργά. Χρόνια, έχει χρόνια, που άνθρωποι όπως ο Γιανναράς ή ο Ράμφος φωνάζαν, ο καθείς από το πόστο του, και τόσοι άλλοι, για την επερχόμενη κατάντεια του τόπου. Τους αγνόησαν επιδεικτικά. Μαζί και μεις, θρονιασμένοι στην καλοπέραση της δανειοστεριωμένης ζωής μας, στο βόλεμα και την αραχτή, συχνάκις δε και αρπαχτή, της καθημερινότητάς μας. Μαζί και μεις, μικροί-μεγάλοι, βουλιάζαμε μέρα τη μέρα τον τόπο στην εξαθλίωση και την αχρειότητα που μόλις αρχίσαμε να γευόμαστε. Οι απαντήσεις βρίσκονται εύκολα στους προγενέστερούς μας:

"Εμείς όλους τους θρονιάζουμε εύκολα,
φτάνει να θέλουν, του λαού οδηγούς,
χωρίς να εξετάζομε περασμένα και τωρινά,
ούτε έργα ούτε λόγους ούτε συναναστροφή,
ούτε τον ήχο ν’ ακούσομε του νομίσματος,
ούτε να έχουν δοκιμαστεί από το πύρωμα του χρόνου,
αλλά ξαφνικά φανερώθηκαν άξιοι για το θρόνο.
Γιατί, αν γνωρίζομε ότι όποιον εκλέξαμε
τις πιο πολλές φορές η εξουσία τον κάνει χειρότερο,
ποιος φρόνιμος θα πρότεινε αυτόν που δεν τον γνωρίζει;
Κι αν είναι τόσο δύσκολο έργο τη δική μου μόνο
ψυχή να κυβερνώ στις τρικυμίες του βίου,
πώς θα δώσεις στη διάθεση του καθενός τους αυχένας τόσου λαού,
εκτός κι αν βιάζεσαι να βουλιάξεις το πλοίο;"
Γρηγορίου Θεολόγου, Εις εαυτόν και περί επισκόπων

Μόνη παραμυθία ο Θεός για όποιον πιστεύει. Για όποιον δεν πιστεύει, προλαβαίνει ακόμα να πιστέψει. Για όποιον επιμένει να ζει δίχως θεϊκή σκέπη, η τέχνη  μπορεί κάπως να συντρέξει και να παρηγορήσει  τους ανθρώπους. Γιατί η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο, που είπε και ο Ντοστογιέφσκη. Η ομορφιά της ψυχής, η ομορφιά που κρύβεται σε μια γωνιά, η ομορφιά που καταφεύγει πάνω σ' ένα γραφείο, η ομορφιά πάνω σ' ένα πρόσωπο, η ομορφιά μέσα σε ένα άγγιγμα, η ομορφιά. Όπου και να την κρύψεις την ομορφιά αυτή, λάμπει. Για τούτο, αυτή -μονάχα αυτή- μπορεί τον επίγειο κόσμο να σώσει. Η ομορφιά του να έχουμε ακόμα ο ένας τον άλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου