Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Στα ίδια λόγια θα γυρνάς. Τα ίδια λόγια για να πεις



Μόλις είχα γυρίσει από Κύπρο. Κόκκινη κλωστή δεμένη. Την πρώτη φορά που βρέθηκα στη νήσο. Κόκκινη κλωστή. Ιούνης. Μετά από κείνο το συνέδριο για τον ποιητή Κώστα Μόντη και τρεις σχεδόν μήνες μετά το θάνατό του. Μάρτης του 2004 όταν τελικά έφυγε από τη βεράντα. Τι να θυμηθώ απ' όλα. Κόκκινη κλωστή.

Δε βαρυέσαι, θα συνηθίση κ’ η βεράντα την απουσία μας,
θα προσαρμοστή,
θα κλείση τ’ άνοιγμα

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Θυμάσαι την ελληνική σημαία σε μια γωνιά των κεκλεισμένων θυρών του αββαείου του Bella Pais, σημαία υπόδουλη στη μοναξιά του τόπου, περιμένοντας μάταια χέρια να την αγγίξουν, μάτια να τη δουν και να την ξεδιπλώσουν. Την ορφάνια θυμάσαι του τόπου. Τόπος πεντάρφανος, ποιος σε αυτόν να επιστρέψει.

Θυμάσαι την Αξιοθέα, τόπο που τον περπάτησες δις, και μια ανάσα από την πράσινη γραμμή. Πήγαινες ερχόσουν στις γειτονιές, στις εκκλησιές της, τ' απάνω-κάτω έφερνες, κλεφτά μες απ' τις μισάνοιχτες τις πόρτες κοιτούσες, μες απ' τις γρίλλιες ή τ' ανοιχτά παράθυρα. Ερχόταν θέρος δριμύ και ένας άνεμος καυτός εφορμούσε κάθε μεσημέρι, τότε που ξέπνοη περίμενες το εσπέρας να δροσίσει. Γρίλλιες κλειστές και εντός μια Κάρμεν κινηματογραφική θυμάσαι, τον φορητό να ζωντανεύει με το δράμα της, το λίβα να σπρώχνει ως το απόγευμα. Βιβλία κλειστά. Τις ώρες λογάριαζες με τις προσευχές χριστιανών και μουσουλμάνων, στους ανοιχτούς ουρανούς να κονταροχτυπιούνται. Τις ώρες λογάριαζες, πότε με το Ιλ-Αλλάχ του μουεζίνη να τα διαβαίνει τα όρια, πότε με τις καμπάνες της Χρυσαλινιώτισσας. Απ' το' να παράθυρο ο μιναρές κι ο Πενταδάκτυλος. Απ' τ' άλλο το καμπαναριό και η μισή Λευκωσία.

Θυμάσαι τότε που το μεσημέρι αντάμωνε επιτέλους το απόγευμα, τότε που η κάψα υποχωρούσε προσώρας, για να επανέλθει την αυριανή, μα τότε και κάτω απ' το παράθυρό σου ξιφομαχίες άκουγες και μες απ' τις γρίλλιες έβλεπες, κρατώντας την ανάσα σου, μην τύχει και σε πάρουν μυρουδιά, μην τύχει και σε νιώσουν, όχι, δεν ήταν αληθινές, ήταν μονάχα τα βασιλόπουλα από τα πέρατα της οικουμένης που κάλεσε ο πατέρας της Αρετής να κονταροχτυπηθούν για χάρη της. Κάθε απόγευμα έως αργά το βράδυ οι πρόβες γίνονταν απέναντι του δωματίου που σε φιλοξενούσε, στο θεατράκι της Αξιοθέας, δίπλα στα κατεχόμενα, κάθε βράδυ ζωντάνευαν εμπρός σου τα πάθη του Ερωτόκριτου που κρίθηκε από τον έρωτά του.

Σύμφωνα με την "Επανάληψη" του Kierkegaard, που δεν την έζησε ο ίδιος, παρά μοναχά την επίστεψε, o Ερωτόκριτος, καθώς και ο Ιώβ, απέλαυσε εκ νέου τον απολεσθέντα παράδεισό του. Ξέκλεβες τις στιγμές του χρόνου, τα βιβλία έκλεινες και περνούσες απέναντι. Οχτώ χρόνια τα κουβαλάς αυτά τα βιβλία απάνω σου. Οχτώ χρόνια. Σε μια γωνιά καθόσουν στα ξύλινα ειδώλια κι η νύχτα έπεφτε κι από τη μια η Αρετή κι από την άλλη η νόνα της και παρεκεί ο Ρωτόκριτος να μιλούν μες στο σκοτάδι, ν' ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, σ' ένα σκηνικό αληθινό, καθώς σε σπίτι αρχοντικό γίνονταν οι πρόβες και μέσα στην αυλή του. Σ' αυτή την αυλή, που ήταν και η σκηνή του, έγινε η παράσταση αφότου είχα φύγει. Μα είχα ζήσει τις πρόβες. Περπατούσε η Αρετή και τρίζαν τα πατώματα στο διάβα της. Τα βασιλόπουλα χτυπιόντουσαν μες στην ποδιά της. Όμως το μεσημέρι αργά και προς το απόγευμα δυο απ΄αυτά το ρόλο τους ενδύονταν κάπως νωρίτερα και προτού τους φτάσουν οι άλλοι, και κάτω απ' τα παραθύρια του δικού σου δωματίου δίνανε τη μάχη τους με λόγια-μισόλογα που δεν τα άκουγες ολόκληρα, ποιος ήταν ο Καραμανίτης και ποιο το Βασιλόπουλο της Μυτιλήνης, όμως άφωνη σε αφήναν μες στη μαγεία της στιγμής, γιατί αυτά είναι πράματα που συμβαίνουν μια φορά στη ζωή του ανθρώπου κι άλλη καμία κι αν έχεις τύχη βρήκες το λιμάνι σου.

Θυμάμαι τον Ρωτόκριτο. Μια θεατρική διασκευή του στην τηλεόραση. Την άλλη μέρα γυρνώντας απ' το Γυμνάσιο, στάθηκα στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Όλη νύχτα οι μορφές τους με είχαν συνεπάρει. "Μήπως ξέρετε ένα κείμενο που το λένε Ερωτόκριτο;" Με αμηχανία ρωτούσα και κάπως ντρεπόμουν. Το διάπλατο χαμόγελο του βιβλιοπώλη το θυμάμαι ακόμα και τώρα με ανακούφιση. "Μα φυσικά" απαντά και μου το παραγγέλνει. "Σε μια εβδομάδα να έρθεις να το πάρεις". Μια εβδομάδα μάζευα τα κουλούρια που δεν πήρα στο σχολείο, τις οικονομίες ξεσήκωσα από όπου τις βρήκα, σε μια βδομάδα κράταγα το κείμενο που με βρήκε κατάστηθα. Το διάβαζα στα κρυφά τα βράδια, με ένα φακό που έκρυβα μες στα σεντόνια, να μη με δει η μάνα, που ερχόταν να κλείσει το φως, γρήγορα να κοιμηθούμε για την άλλη μέρα. Πολλά τα διάβασα τις νύχτες εκεί και μες στα σεντόνια. Ώσπου έτσουζαν τα μάτια μου κι έβαζα το βιβλίο στο προσκεφάλι. Τι όνειρα έκανα δε θυμάμαι. Μα και δεν έχει σημασία. Από τότε τον κουβαλώ τον Ερωτόκριτο μαζί μου. Ήταν από κείνα τα βιβλία-φυλαχτά, που ήταν αδύνατο να απομακρυνθώ χωρίς αυτά. Μεγαλώνοντας αφήνει κανείς παράμερα τα όσα πρωτύτερα τον σημαδεύουν. Για να τα ξαναπιάσει, όταν έρθει η ώρα.

Ξαναγυρνώ στην Κύπρο και το νήμα πιάνω από εκεί όπου το είχα αφήσει.

Θυμάσαι την εσωτερική αυλή που είχε το σπίτι που σε φιλοξενούσε. Σπίτι αρχοντικό που ανήκει στο πανεπιστήμιο Κύπρου. Ένας φοίνικας κι ένα πηγάδι στη μέση του. Νεραντζιές και λεμονιές τριγύρω. Μαρμάρινη η σκάλα που οδηγούσε στο μικρό σου δωμάτιο και πολυπερπατημένη. Γλιστρούσε επικίνδυνα αν δεν είχες το νου σου κι έπρεπε να πιάνεσαι να μη χαζεύεις. Με τα πολλά  την έμαθες, σε έμαθε, κίνδυνος δεν υπήρχε, ανεβοκατέβαινες με μάτια κλειστά. Τα είχες όμως ανοιχτά για την ομορφιά και μόνο του τόπου. Αυλή που άφηνε τον ήλιο να κατέβει, μες στα δώματα να μπει, μα και τα λουλούδια ν' αναστήσει. Αυλή εσωτερική που την έφερνες γύρα, όπως έχουν τα σπίτια στην Ανατολή. Όπως έχουν στη Συρία. Μα τώρα ήσουν στη Λευκωσία. Δε χόρταινες.

Ήταν και τότε μέρες του Νοέμβρη. Λίγες μέρες μετά τη 17η. Τη δεύτερη φορά δεν είχες τον Ερωτόκριτο, για να θυμάσαι, ούτε και τη λησμονημένη σημαία στο αββαείο. Είχες όμως τον κάρδαμο. Μια ανάσα απ' την πράσινη γραμμή κι έπινες τον καφέ του. Καφέ που μοιράστηκαν μαζί σου οι Άραβες φίλοι. Κάποιοι άλλοι φίλοι που έφτασαν ως το Ιράν σου' φεραν τους επόμενους μήνες καφέ με κάρδαμο που τους ζήτησες. Τον έχεις από τότε ακόμα. Να τον πιεις δε θες. Μόνο τη μυρωδιά του αφήνεις πότε πότε να σε πάει πίσω, σε κείνο το μεσημέρι του Νοεμβρίου που χτυπούσε ο ήλιος της νήσου απάνω σου και μοσχοβολούσε ο τόπος βασιλικό και κάρδαμο χυμένο, τότε που στην πατρίδα χιόνιζε και το ψύχος δριμύ. Χιόνιζε κι εσύ έλειπες και δεν το συγχωρούσες στον εαυτό σου, πώς άφησες τα χιόνια να σου φύγουν. Χιόνια άλιωτα ως το Μάρτη της χρονιάς εκείνης. Έκτοτε χιόνια άλιωτα δεν έστερξε να ξαναζήσουμε.

Μόνο τη μυρωδιά έχεις να σε πάει πίσω, μια μυρωδιά που την αποζητάς ακόμα, μες σε βιβλία άκοπα και χαρτικά πολλά, έπειτα το βαζάκι ξανακλείνεις, το χρόνο στοιβάζεις που μες απ' τα χέρια σου γλίστρησε κι όσο κι αν θυμάσαι κάτι βαθύ, αυτό το βαθύ το συμμαζεύεις και μέσα το βάζεις πάλι ως τη στιγμή να το ξανανοίξεις, μπορεί να πονέσεις ξανά, μόνο και μόνο για να βρεθείς για μια ακόμα φορά εκεί. Για μια ακόμα φορά να παρακαλέσεις τη μνήμη να εισβάλει και να επιστρέψει, από κοντά και ο Αλεξανδρινός να γνέφει το "Επέστρεφε", για μια ακόμα φορά τη φωνή  που εισήλθε άσαρκη στον τόπο εκείνο ν' ακούσεις ξανά. Πώς να επαναφέρεις την παρθενιά της στιγμής.

Θυμάσαι τη στιγμή που επιστρέφεις. Την πρώτη φορά. Τον φίλο που ήρθε στο σπίτι και σε βοηθούσε τότε με τον υπολογιστή. Τι είναι αυτό που ακούς, να σε ρωτά. Το λιβάδι που δακρύζει το άκουγες σχεδόν δίχως παύση για καιρό. Να το πάρω να το γράψω σου είπε. Αφού το θέλεις πάρ' το, μα εσύ τέτοια δεν ακούς. Ίσως και να μην άκουγε. Μετά από τρεις μέρες όμως έγινε ο ίδιος ένα λιβάδι που έως σήμερα μέσα από τη μνήμη του δακρύζει. Δεν αγόρασα το CD για χρόνους. Το είχε πάρει άλλωστε φεύγοντας μαζί του. Κάποια στιγμή το αγόρασα ξανά. Δεν το ακούω όπως τότε. Παρά μονάχα όταν αντέχω τη θλίψη του. Η μελωδία με το ακκορντεόν είναι η μόνη που δε φέρνει βαθιά θλίψη. Παρά μόνο μελαγχολία. Έχει να κάνει και αυτό με τη δοκιμασία του πόνου. Από δριμύς και οξύς που είναι αρχικά, υποχωρεί, δεν καταρρέει, μονάχα οπισθοχωρεί, αφήνοντας μια υποφερτή μελαγχολία, που κάνει το χρόνο βιώσιμο μόνο.

Ανακαλώ το ποίημα "Αμνησία" του Μιχάλη Γκανά και το εγκιβωτίζω:

Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα
σβήνει την προηγούμενη και πάει.
Άλλοτε σβήνει την επόμενη,
καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα.

Βροχές θυμάμαι και πουλιά
και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου,
τα φοβερά καθέκαστα της επομένης,
και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά,
με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω,
για να προλάβω τις παραγγελίες.

Χιόνια θυμάμαι και βουνά
και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.

Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου,
πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι.
Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,
δεν ξεχωρίζω ζωντανούς και πεθαμένους.
Γριές και γέροι και παιδιά,
μεσήλικες θλιμμένοι.

Μάτια θυμάμαι και φωνές,
πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ από το Γυάλινα Γιάννενα

Τούτες τις μέρες τα θυμήθηκα όλα αυτά απ' την αρχή. Εισέβαλαν για λόγους πολλούς και για τον επιπλέον πως ο τόπος μας τούτος δεν έπαψε να' ναι αυτό το λιβάδι που ολοχρονίς δακρύζει. Ένα λιβάδι με τον αιωνόβιο πόνο σπαρμένο στα χώματά του.

Θυμήθηκα και ανέσυρα και τα παρακάτω από τα πρώτα κατάστιχα των "Αθιβολών" και ένιωσα εκ νέου πως στα ίδια λόγια θα γυρνάς, τα ίδια λόγια για να πεις.

ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΥΤΩΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Πολιτευτές πραματευτάδες
Διαλαλητές της δικιάς σας πραμάτειας
Όλα στο σφυρί. Όλα.
Λέξεις και πράξεις
Συνήθειες και ιδέες
Της δικιάς μας μωρίας το επιστέγασμα.

Τούτο το θέατρο δεν παύει ποτέ.

Μικροί τυμπανιστές του παραδείσου που μολεύετε.
Μικροί θηριοδαμαστές της άστοχής μας σκέψης.

Πολιτευτές πραματευτάδες
Όλα στο σφυρί. Όλα.
Και ιδέες και πράξεις
Και όλα αυτά που για κείνα χαθήκαμε.
Όλα γινήκαν λόγοι κι οι λέξεις φτηνήναν.

Όλα δικά σας.
Προπάντων τα βέλτιστα.
Των κρατίστων τα βέλτιστα.
Των πονηροτέρων τα βέλτιστα.
Των αηθεστέρων τα βέλτιστα.
Και όλοι εμείς κάπου εκεί ψελλίζουμε
Ευχαριστώντας τη μεγάλη σας σοφία.

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ

Ήρθε η ώρα να πανηγυρίσουμε
Και να εορτάσουμε
Όπως κάθε χρόνο άλλωστε.
Οι φιέστες δεν έχουν τέλος.

Τέλος δεν έχει η χαρά
Γιατί όλα βαίνουν ευμενώς
Και το χρηματιστήριο
Κι η εξωτερική πολιτική
Και όλα.

Όλοι είναι ευχαριστημένοι μαζί μας
Η Ανατολή και προπαντός η Δύση
Γιατί πράττουμε πάντα αυτά που τους συμφέρουν.
Και είμαστε λίαν πειθαρχικοί
Στων αλλονών τις κρίσεις
Και ευγνώμονες -πάντα- για τη σφοδρή τους Καλοσύνη.

Και έτσι λοιπόν πανηγυρίζουμε
Πανήγυριν μεγάλην.
Της συνείδησης το σκότος και της ανυπαρξίας.

"ΑΘΙΒΟΛΕΣ", Το Ροδακιό 2002


21 Οκτωβρίου-17 Νοεμβρίου 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου