Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Η "περιχώρησις" των ποιητών



Στο πατάρι των περιοδικών αναγνώσεων με την ψυχή μονάχα

Διάβαζα τούτες τις μέρες ανακατωμένα. Πράγματα που έρχονταν (ο Σολωμός), πράγματα που μόλις είχαν περάσει (Γρηγόριος ο Θεολόγος), πράγματα στη μνήμη καρφωμένα (ο Σκιαθίτης). Συναντήθηκαν όλα μαζί με αφορμή τον πρώτον, που τον ξανάπιασα στα χέρια μου, μια και σε υποχρεώνει σε διαρκή επανάληψη. Πόσο μοιάζουν, σκέφτηκα. Πόσο συγγενείς οι ψυχές τους. Άλλος ο τόπος, ο χρόνος άλλος, άλλες οι συνθήκες ζωής, μες στην πραγματική ζωή δε χωράνε, κι όμως πόσο μες στα κείμενά τους χωράνε.

Τούτο μου θυμίζει την περιχώρησιν [στα λατινικά circumincessio], λέξη που αφορά στην τριαδικότητα του Θεού και που σημαίνει την αμοιβαία διείσδυση των τριών προσώπων του ενός μέσα στο άλλο. Κάπως έτσι διεισδύουν και οι ποιητές, αμοιβαία, ο ένας μέσα στο πρόσωπο του άλλου, ο ένας μες στην ψυχή του άλλου, κάπως έτσι χωρούν πέρα από το χρόνο ή τον τόπο. Κάπως έτσι ανταμώνουν, μέσα από λέξεις κοινές, σε χρόνο κοινό, μα ανύποπτο (τι μεγαλείο και άγνωστο πώς), μα πιο πολύ μέσα από χαραμάδες ή ρωγμές που χαράκιασαν με την ίδια ένταση και έμφαση το Άγιο Βήμα της ψυχής τους, που γράφει ο Σολωμός.

Νιώθω την ανάγκη να παραθέσω μαζί τα αποκόμματα τούτα, που μοιάζουν με σπίτια κολλητά το ένα στο άλλο, που μοιάζουν με σπίτια που σχεδόν ανασαίνουν το ένα μέσα στο άλλο. Που η ζωή του ενός είναι κατά κάποιο τρόπο και του άλλου ζωή. Είτε είναι τα στενά του Σολωμού, είτε οι δρόμοι της θλίψης του Γρηγόριου, είτε η εγκρατής φουσκοθαλασσιά του Σκιαθίτη.


Πτηνόν γαρ ειμι ραδίως μετάρσιον.
Γιατί σαν το πουλί είμαι κι εύκολα πετώ.

Γρηγόριος ο Θεολόγος


Μου φαίνεται πως πάω και ταξιδεύω
Στην ερμιά του πελάγου εις τ’ όνειρό μου.
Με το κύμα, με τς ανέμους παλεύω
Μοναχή, και δεν είσαι εις το πλευρό μου.
Δε βλέπω με το μάτι όσο γυρεύω
Πάρεξ τον ουρανό στον κίνδυνό μου.
Τονέ τηράω, βόηθα, του λέω, δεν έχω
Πανί, τιμόνι, και το πέλαο τρέχω.

Διονύσιος Σολωμός, Ο Λάμπρος [1824-1826]


Τις δρυς τοσαύτην πνευμάτων φέρει βίαν;
Τις ναυς τοσούτοις κύμασι συνερράγη;
Πόνω τέτρυμμαι, πραγμάτων τ’ επιδρομαίς.

Γρηγόριος ο Θεολόγος, [329-390 μ.Χ.]


Μάνα μου, εγώ' μαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι,
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει
Το δόλιο όπου κι αν στραφή κι απ’ όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθή, κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ' αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ' αφρισμένη
παλαίβω με τα κύματα, χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μαννούλα μου, ν' αράξω
μες στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μαννούλα μου, ήθελα να πάγω, να φύγω, να μισέψω,
του ριζικού μου από μακριά τη θύρα ν' αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ είναι πολλά, σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο,
είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη,
π' αρνήθηκε την Παναγιά κι οπόλεος δεν θαύρει.

Κι εκείνη μ' αποκρίθηκε, κι εκείνη απελογήθη
"Ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες
όντας σε έπλασ' ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες".

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το σκοτεινό τρυγόνι [1874]

ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ:

Μάλαμας και Παπακωνσταντίνου Θανάσης είναι αυτοί που παραμυθούν σήμερα, είτε τραγουδούν είτε γράφουν, με λόγο που έχει κοντά του το παραμύθι, μα και τους θρύλους ή τις παραλογές -κάτι σα δημοτικό τραγούδι που επιστρέφει με άλλο ένδυμα, με λόγο που ανεβαίνει από τα έγκατα της ηπείρου χώρας. Λόγο βαρύ και γι' αυτό βαθιά αληθινό. Δίχως ψιμύθια και άλλα περιττά. Λόγο βαθύτατα ποιητικό. Που έχει κάτι από τη δίψα της Ανατολής. Άλλωστε, όλοι οι προηγούμενοι ποιητές, ακόμα και ο Σολωμός που ξενιτεύτηκε κάπως νωρίς στη Δύση, για να επιστρέψει έπειτα και στα νυχτέρια των γυναικών των Ελεύθερων Πολιορκημένων να γονυκλινήσει, όλοι τους, έχουν εντός τους την Ανατολή και με τον τρόπο τους ο καθείς τη διψούν.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου