Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο



Δεν ξέρω γιατί τούτες τις μέρες ξαναγύρισα στον Άγγλο ασθενή. Είναι που θυμήθηκα αυτή την υπέροχη σκηνή στο παρεκκλήσι αλλά και την πριν. Είναι που κουβαλώ απάνω μου τη μουσική του, μου φέρνει κοντά κάτι από τη γοητεία της ερήμου χώρας και της σιωπής μιας χωνιασμένης πληρότητας. Ήταν από αυτές τις μουσικές που πήγαινε κι ερχόταν τις μέρες που οι πόρτες της σχολικής βιβλιοθήκης ήταν ανοιχτές και όχι σφραγισμένες. Από τότε έχω να την ακούσω όλη. Ωστόσο τη θυμήθηκα κι αμέσως-αμέσως λόγοι του Ρώσου εισήλθαν αιφνίδια στο στερέωμα: "Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο". Και η ελπίδα, σκέφτομαι. Και η ελπίδα. Δεν ξέρω γιατί, λόγοι επίσης αιφνίδια εισήλθαν από το μυθιστόρημα του Θοδωρή Καλλιφατίδη "Φίλοι και εραστές" και μάλιστα η ύστερη φράση του, "Η πραγματική εξορία είναι να ζεις δίχως αγάπη", που το διάβασα εν τέλει πέρυσι και εντός εκείνου του τόπου. Οι συνειρμοί ώρες-ώρες μας αφήνουν ενεούς.

Τη 25 προς 26 του αυτού μηνός μνήμη Στυλιανού και Αλυπίου του Οσίου, του άλλου όμως. Εντούτοις τον εορτάζω με την ίδια ευλάβεια, μέρα εορτής και του μικρού μου γιου. Βρέθηκα στην εκπνοή σχεδόν της μέρας και μετά την αποδείπνου ώρα στο δρόμο που οδηγεί προς τα χωριά του Μουρικίου, όχι όμως στη στροφή προς Νάματα και Βλάστη, εκεί και λίγο πριν έστριψα αριστερά προς το μοναστήρι του Αγίου Κοσμά μεταξύ Αρδάσσης και Κρυόβρυσης -δρόμος γεμάτος θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια- στις υπώρειες του Άσκιου. Αγρυπνία ετελείτο προς τιμήν των Αγίων, καθώς και του Νίκωνος του μετανοείτε, υπό το ισχνό μα φλογοβόλο φως τεσσάρων μελισσοκηρίων που σκιές σκορπούσε στα πρόσωπα μα και στα πράγματα, δυο να φέγγουν την άβατο Αγία Τράπεζα, ένα στην πρόθεση να καρτερεί και άλλο ένα τα αναγνώσματα και τους ψαλμούς να θαμποφέγγει.

Πρόλαβα τις καταβασίες των Χριστουγέννων, που εισήλθαν στη μελαγχολία των προεόρτιων ημερών, μα και αυτών που θα επακολουθήσουν. Ανήμερα των Εισοδίων το προοίμιό τους και είναι η μέρα που στολίζεται το σπίτι για το χατήρι των παιδιών εκ θεμελίων. Ακόμα και το έλατο της αυλής περιμένει τη σειρά του. Το άλλο έλατο στέκεται στο παραθύρι να συχνομιλά με τη νύχτα, τα περάσματά μας τα σκοτεινά να συντροφεύει, μα και τη μέρα αλλιώς να τη φωτίζει. Παλιά στολίζαμε καράβι χειροποίητο ιστιοφόρο απ' τον καιρό που φοιτητές διασχίζαμε την παραλία της συμβασιλεύουσας πόλης. Τότε το είχες αγοράσει από έναν πλανόδιο τεχνίτη, αυτό και τα βιβλία σου κουβάλησες στα δυτικά της ενδοχώρας έπειτα. Τώρα κουρνιάζει στη σοφίτα, ταλαιπωρημένο απ' του καιρού το πέρασμα, του κύκλου τα γυρίσματα και του τροχού τ' απάνω και τα κάτω, τα παιχνίδια των παιδιών, κουρασμένο καράβι μιας δεκαετούς συνύπαρξης, τι στόλιζε το σαλόνι την κάθε μέρα και μόνο τα Χριστούγεννα φορτωνόταν τα φωτάκια κι έμοιαζε ως να έπλεε μυστικά σε πελάγη που αυτό μονάχα γνώριζε. Απ' τον καιρό της τελευταίας μετακόμισης καρτερεί στη σοφίτα, περιμένοντας ίσως τη στιγμή που θ' ανεβούμε και με τη στοργή που το πρωτοπήραμε στα χέρια μας και το απαγκιάσαμε στο φοιτητικό δωμάτιο, με την ίδια πάλι να το αγκαλιάσουμε, μαζί του να κατέλθουμε, στον καινό τόπο να εισέλθει ξανά.

Ανέβαινα προς το μοναστήρι και μες στα χωράφια της εορδαϊκής γης ένα φως παρέσυρε το βλέμμα μου και με ξάφνιασε προσώρας. Ένας χριστιανός είχε στολίσει την αυλή του με υπερβάλλοντα ζήλο εν όψει της Δεσποτικής εορτής. Ξαφνιάστηκα, αν και γιατί, αφού κι εμείς είχαμε προτρέξει. Ωστόσο, εντός του σκότους και της ερημιάς της διαδρομής, έμοιαζε ως φως εστίας που φέγγει μακρόθεν να οδηγεί τους θαλασσοπνιγμένους, τα ναυαγίων ναυάγια, τους μη έχοντας ελπίδαν, του Παπαδιαμάντη. Έτσι το είδα κι ας μην ήταν.

Χριστός γεννάται ακούς, δοξάσατε και κείνα τα απολυτίκια των Αγίων της ημέρας, μα φέτος στέκεσαι στην υπομονή του Αλυπίου. Το' χει το όνομα σκέφτεσαι και προσπαθείς να συμμαζέψεις την ψυχή εις τα εντός. Ακούς και τα κοντάκια, μα σε παρέσυρε η υπομονή του, εκεί όπου ο Ιώβ μνημονεύεται, που το Θεό του αποστράφηκε, μα έπειτα τον ξαναβρήκε, οδηγημένος από τη βαθιά αγάπη που υπέφωσκε εντός του, ώριμος πια, μέσα από την υγιή αγωνία της ψυχής του ή την πύρινη πορεία, που γράφει η Καρέλλη.

Ὑπομονῆς στῦλος γέγονας, ζηλώσας τοὺς Προπάτορας Ὅσιε,
τὸν Ἰὼβ ἐν τοῖς πάθεσι, τὸν Ἰωσὴφ ἐν τοῖς πειρασμοῖς,
καὶ τὴν τῶν Ἀσωμάτων πολιτείαν,
ὑπάρχων ἐν σώματι, Ἀλύπιε Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε,
πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμων
 
Η κάρα του Οσίου βρίσκεται στο Όρος, μαθαίνεις, στη Μονή του Κουτλουμουσίου. Εκεί υπήρχε μοναστήρι του παλιά. Όποιος πάει, μπορεί να τον αναζητήσει. Όσο για εμάς, επιστρέφουμε στα δικά μας.
 
Παιδιά πάνε κι έρχονται, μαζί και τα δικά σου, περνούν πίσω από την Αγία Τράπεζα,  το σταυρό τους κάνουν, κοιτούν κάπως με απορία, μπορεί και με μικρούλη δέος, το τι συμβαίνει ενώπιόν τους, βγαίνουν έξω μες στο σκοτάδι μιας νύχτας σιωπηλής, τη σιωπή της σπάνε με τις φωνές τους σα μικρά σπουργίτια που τιτιβίζουν ακατάπαυστα, μέσα μπαίνουν ξανά, σε ημικύκλιο στέκονται μπρος στο Ευαγγέλιο, κεράκια κρατούν στα χέρια τους, φωτίζει ο τόπος, κεράκια κρατούν, ένα όμως και όχι δύο, όπως συνήθιζες άπαξ να συλλέγεις κι έπειτα να τα πλέκεις, ποια δύναμη ήταν αυτή που σ' έκανε να τα βλέπεις πλεγμένα, κεριά από μοναστήρια κι εκκλησιές που προσκυνούσες.

Ακούς τον Απόστολο, Β προς Κορινθίους και σταματάς, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ' οὐ στενοχωρούμενοι, αρχίζεις έσωθεν να καταρρέεις, σκέφτεσαι πως ο Χριστός ζητά αγώνα, μα τούτο αγώνας δεν είναι, παρά μαρτύριο, όμως και η πίστη που είναι πάθος, λέει ο Kierkegaard, και η πίστη μια ατελεύτητη αγωνία που εκπνέει στην έξοδο του καθενός, στην αγωνία ενός Δον Κιχώτη που έγραφε πριν ο Unamuno, και η πίστη τα ίδια, μαρτύριο και αυτή, όπως και το άλλο, και η ανάβαση ήδη έχει αρχίσει, έως το "Λάβετε" να αγγίζει πια τον άβατο τόπο του ζενίθ, πράμα σπάνιο για τη ζωή της ψυχής, που σου' ρχεται να κρυφτείς, κατεύθυνον, Κύριε, σκέφτεσαι, τα διαβήματα και κάνε ό,τι θέλεις πια, σου υποτάσσομαι άνευ όρων και άνευ των χοϊκών ορίων, μονάχα, Κύριε, λιγότερη θλίψη, σε παρακαλώ, λιγότερη στο μέλλον να μας επιφυλάξεις, γιατί ως στρουθίον και τίποτα παραπάνω και αυτή η ψυχή άλλη θλίψη δεν αντέχει λες κι ακούς το Δι' ευχών, κόσμος σκυφτός μα κάπως μαλακωμένος αντίδωρο παίρνει, γεμίζει τις παλάμες με επουράνια παραμυθία, ένα χειρόγραφο Άσμα Ασμάτων σου έρχεται στα χέρια, έχει καιρό που παρακάλεσες γι' αυτό και ήταν η μέρα του για να το λάβεις, Αλυπίου του Αγίου και Στυλιανού, να σε στηρίζει ακούς, το' χει η μέρα, σκέφτεσαι, να' χω να κάνω με το Άσμα, το συλλέγω κι αυτό μαζί με του Σεφέρη και του Γκανά, μου λείπει η φωνή του όμως, σκέφτομαι. Είναι καιρός να το ακούσω πια, τι κάθε κείμενο μοναδικό έχει μέσα του φωνή σαρκωμένη που πρέπει μια τουλάχιστον φορά να χωρέσει εντός του χοϊκού χρόνου. Μα αυτό είναι πια δουλειά περίπου του Θεού. Λίγη χαρά να μας επιφυλάξει. Σε μια παρένθεση να μας χωρέσει. Η ψυχή τρέμει να ρισκάρει, η ψυχή φοβάται, γιατί ξέρει πια πως την οποιαδήποτε αποστροφή, κάποτε και αποπομπή, δεν αντέχει να την ξαναζήσει. Η ψυχή φοβάται, όσο κι αν αγαπά. Η ψυχή έχει ανάγκη το "Ελθέ" της. Το κάλεσμα εκείνο του Χριστού πάνω απ' τα κύματα. Η δική της κακουχία έγινε και του σώματος, το συνάχι πια δε λέει να φύγει από πάνω σου, κι έτσι μπορεί και ένα παραλήρημα όλα τα παραπάνω, εμπύρετο και άλλοτε χωρίς.

26 του μηνός μες στα χαράματα μιας συναχωμένης αϋπνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου