Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Καλέ μου Αργύρη

Πού να σε βρω να σου μιλήσω, πού τη φωνή σου ν ακούσω ξανά, πού την ψυχή σου, αγαπημένη ψυχή. Μονολογώ στο δίκτυο για χάρη σου, καλέ μου Αργύρη. Το ποίημα για τη Χρύσα δεν έπρεπε να το γράψεις, σου είπα τότε, μας θέρισες. Γιατί την πλήγωσες τόσο πολύ; Γελούσες. Όλγα, να μ' έχεις σαν τον πατέρα σου, είπες την τελευταία φορά. Νοέμβρης ήταν, ο φετινός. Θυμάμαι τη φωνή σου, σαν έπαιρνες, "Κυρά μου, τι κάνεις;" Μονάχα εσύ μ'έλεγες έτσι. Την έγνοιά σου για ό,τι γράφω, για όταν δε γράφω. Να τελειώσεις με ό,τι κάνεις. Να τελειώσεις, μου έλεγες. Σε άκουγα ποιήματα να διαβάζεις στο τηλέφωνο, ποιήματα και πεζά, τον Ιώβ που δεν τέλειωσε, μάθαινα πολλά. Πάνω απ' όλα, το ποιητικό ήθος. Αυτή τη δυσεύρετη λεβεντιά.  Αυτός ο τόπος, μου' λεγες συνέχεια, θέλει βύθισμα. Κάποιος να τον βυθίσει και έπειτα να τον ανασύρει, μπας και ξεπλυθεί. Νιώθω ντροπή, σε ακούω να λες. Και δεν ελπίζω πια. Ήταν τα τελευταία που θυμάμαι να μου λες. Είμαι πολύ απογοητεύμενος. Ήμουν και είμαι το ίδιο. Δεν μπορούσα να σε ανασύρω για τους ίδιους λόγους που με έριχναν και σε έριχναν σε θλίψη βαθιά. Σε αγαπήσαμε στο σπίτι όλοι. Μακριά σε είχαμε, κοντά σε νιώθαμε. Δεδομένο. Μες στην ασφάλεια των βιβλίων σου. Τη σιωπή της φωνής και της ψυχής σου. Δυνατή ψυχή κι αγαπημένη. Μες στις ελιές σου τις αιωνόβιες. Το χώμα που το όργωνες με τα μελάνια σου και τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Κάτσε να χαμηλώσω τη φωτιά, έλεγες, κι ερχόσουν, τι μαγειρεύεις, σε ρωτούσα, κι ήσουν και στην κουζίνα άρχοντας. Αν και κατ' ουσίαν εξαιρετικά ολιγαρκής. Κόκορα κρασάτο, έβαλα αυτό κι αυτό. Θα πιω κόκκινο. Δηλαδή το πίνω ήδη. Κάτσε, σου έλεγα, θα βάλω κι εγώ, θα πίνουμε μαζί. Ήξερες να χαίρεσαι τη μοναξιά σου, μακριά του κόσμου και του συρφετού. Ήξερες να ζεις με τον εαυτό σου, να τον τιμάς, ως σώμα και ως ψυχή.  Ήσουν συντροφιά από μακριά. Φίλος ακριβός, πολύτιμος. Νιώθω σα να ορφάνεψα. Νιώθω να φεύγουν άνθρωποι που η έγνοιά τους με κρατά από μακριά. Νιώθω μονάχη. Γράφω λες και το γράμμα τουτο θα σε βρει. Μα δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Σε κλαίω. Αν και γλίστρησες μες στη χαρά των Χριστουγέννων. Γιόρταζε το σπίτι κι εσύ χανόσουν μες στο φως. Ποιήματά σου μες στα ημερολόγια της κόρης που ρωτούσες χωριστά γι' αυτήν "το Χριστινάκι;" κι έπειτα "το Μαράκι;". Να μου τους φιλήσεις όλους, έλεγες, τη μάνα σου, τον πατέρα σου, τους ευγενικούς, μια φορά έφτασε για να σε αγαπήσουν και κείνοι, να μου τους φιλήσεις όλους και κλείναμε. Γιόρταζε το σπίτι μα το μοιρολόγι του Σκιαθίτη άκουγα και ξανάκουγα και δεν ήξερα γιατί, μόνο ξανά και ξανά κι εσύ ήσουν ήδη φευγάτος. Γιόρταζε το σπίτι και μια βαθιά μελαγχολία με έριξε κάτω. Μια βαθιά μελαγχολία ερχόταν, ρεύμα και ρίγος, ως τα ξημερώματα. Γιόρταζε το σπίτι κι εσύ χανόσουν μακριά μας. Ποιος σε κάλεσε και μέσα στη γέννησή Του; Ποιος; Γιατί σαν κάλεσμα νιώθω την αιφνίδια φυγή σου και όχι αλλιώς. Κάλεσμα από τα ουράνια και για την εκλεκτή ψυχή σου. Σε θυμάμαι, όταν ήρθες στον τόπο, εκείνο το βράδυ της Σκοτεινής Κυρίας, να διαβάζεις, στο τέλος ένα σιντι είχα βάλει, γύρισες, μου είπες, τι είναι, αν και ήξερες, η μπαλάντα του κυρ Μέντιου σού λέω, μ' αρέσει αυτό, κι εμένα, απαντώ, κανείς άλλος δεν άκουγε, κανείς δεν καταλάβαινε, η κυρά η ποίηση όριζε τότε το χρόνο και τον τόπο, αυτή η σκοτεινή κυρία, η ψυχή είχε πάρει αέρα, αυλιζόταν στο φως, που λέει ο Ιώβ που αγαπούσες. Εσύ όμως άκουγες. Μα κανείς άλλος έκτοτε δεν ακούει στην ποίηση, κανείς άλλος δεν τολμά, ομφαλοσκόποι δείχνουν κι ας μην είναι κι έτσι διασχίζουν τους τόπους της. Κλεισμένοι στον εαυτό τους, κλειστοί ως όστρακα. Μισάνοιξαν μονάχα κι έπειτα αμπάρωσαν. Απ' έξω μας κλείδωσαν χρόνια τώρα. Αναρωτιέμαι, Αργύρη, και ρωτώ, γιατί οι άνθρωποι χτυπούν την πόρτα των ανθρώπων, αν όχι για να μπουν; Εσύ όμως άκουγες. Ως τώρα άκουγες, ως τα τώρα ήσουν εκεί. Άντεχες την αλήθεια και δε φοβόσουν να την υπερασπιστείς. Δε φοβόσουν να την ομολογήσεις. Τη μικρή ή τη μεγάλη. Ταπεινά να την εκθέσεις και ό,τι έχεις εντός σου να το πεις. Κι αν ήταν να συγχωρεθείς, θα συγχωριόσουν. Κι αν σ αγαπούσανε στ αλήθεια, θα σ' ένιωθαν. Κι εμείς επί θανάτου είμασταν μ' αψήφησαν τον πόνο μας ή δεν τον λογάριασαν σωστά. Κι εμείς επί θανάτου είμασταν, μας τίναξαν όμως, και μια και δυο, όπως τινάζεις απ' το πέτο σου ένα σκουπίδι. Εσύ όμως άκουγες. Σπάνια περίπτωση ποιητή και ανθρώπου αγαπητικού. Ως ποιητής ήσουν άνθρωπος και ως άνθρωπος στάθηκες ποιητής. Χρόνια τώρα κανείς δεν καταλαβαίνει, Αργύρη. Ή μάλλον καταλαβαίνει και περιχαρακώνει μονάχα τον εαυτό του. Χρόνια τώρα όλοι αμύνονται και ελάχιστοι άοπλοι κινάμε. Αφοπλισμένοι εκ των προτέρων, ίσως και εκ πεποιθήσεως, και γι' αυτό στο πρώτο χτύπημα σωριαζόμαστε. Κι έτσι φτάσαμε κι ο άνεμος που φυσά να μας πληγώνει. Αφελείς όχι. Τότε τι; Χρόνια τώρα μονάχος ο καθείς, κλεισμένος μέσα στα βουνά του. Ήρθες και τα βουνά άνοιξαν για χάρη σου. Βλάστη και Κλεισούρα, Εμπόριο το πρώτο βράδυ με κρασί γερό. Ζαλίστηκες, ζαλιστήκαμε όλοι, μας συνεπήρες με τη ζεστασιά σου. Μη με προσέχεις τόσο, δεν έχω ανάγκη, μου έλεγες. Σε νοιαζόμουν όμως και σε πρόσεχα. Ώσπου να φύγεις. Μας σπάραξες. Κι ας έφυγες, όπως το' θελες. Χρόνια τώρα, Αργύρη, από τότε, μα τίποτα δεν άλλαξε. Ίδια τα βουνά και απαράλλαχτα, ίδιος ο καημός τους. Από παντού περισσέψαμε, Αργύρη, και δε χωράμε. Όλοι χωρούν και προχωρούν, εμείς δε χωράμε, Αργύρη, εμείς σερνόμαστε. Όλοι χωρούν, Αργύρη, εμείς περισσεύουμε. Προχωρά ο καθείς και δίχως μας. "Ελάτε να παίξουμε", έγραφες, κι απ' αυτό σε γνώρισα και σε ξεχώρισα, τη γραφή σου την αγάπησα, ελάτε να παίξουμε, και κινήσαμε, κι όλα τα παιχνίδια που μας έμαθες τα παίξαμε, το κρυφτό και το κυνηγητό και την τυφλόμυγα, μα άλλο παιχνίδι δεν αντέχω. Ίσως και μόνη μου να έπαιζα, Αργύρη, και να πλανήθηκα πως είχα και συμπαίκτες. Κατέβα να μιλήσουμε θα σου λέω στο εξής, μα δεν ξέρω πού να σταθώ να σου το πω. Αν είχα τη γη σου μπροστά, μπορεί και να παρηγοριόμουν, μα τώρα έχω μονάχα τη μνήμη σου μέσα μου, κι αυτό δεν είναι απτό, δε φτάνει. Θα σε θυμάμαι εδώ, στο μοναστήρι της Κλεισούρας, εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, μπρος στη γερόντισσα Ανυσία, είναι ποιητής, σας συστήνω, και σου χάρισε βιβλία, να γράφετε το καλό, κ.Αργύρη, και εσύ, δεν πιστεύω μου έλεγες και μου ξανάλεγες άλλες φορές, τότε όμως την άκουγες με σεβασμό. Ένιωθες τους ανθρώπους, τους τιμούσες και τους εκτιμούσες με το ένστικτο της ψυχής. Θα σε θυμάμαι εδώ, εκείνο το μεσημέρι στη Βλάστη, το χάρηκες με την καρδιά σου, και μεις νιώσαμε ότι μετείχαμε σε κάτι ξεχωριστό, ότι μας πλούτιζες με την παρουσία σου, ότι μας αγκάλιαζε όλους, ότι αγγίζαμε την ομορφιά της ζωής και της φιλίας μες σε καιρούς δύστροπους και εξαιρετικά μοναχικούς. Θα σε θυμάμαι στο σπίτι, λίγο πριν φύγεις από τα μέρη μας. Ένιωθα κάτι να ξεριζώνεται, όταν σε πήρε ο Σταύρος και φύγατε. Θα σε θυμάμαι εκείνο το χριστουγεννιάτικο πρωινό στην Πλάκα, πάντα Χριστούγεννα συναντιόμασταν, στο "Τρίστρατο", ρακόμελα να πίνεις, μαζί σου και μεις, σοκολάτες τα παιδιά, τα φιλούσες, τα χαιρόσουν. Είχες ανοιχτή την ψυχή και κέρδιζες στη ζωή. Κι ας μη φαινόταν πάντα. Θυμάμαι το δρόμο να διασχίζουμε, αυτοκίνητα πολλά, η Ρώσικη μπροστά, μας κράταγες με τη Χριστίνα απ' το χέρι. Έγνοια προστατευτική, ανθρώπου τρυφερού. Ξεριζώθηκα ξανά. Γύρισα, σε κοίταξα, μες στο δρόμο να περπατάς, είναι ποιητής, προσέξτε τον, δεν είναι από πέτρα. Χάθηκες μες στο πλήθος. Θα σε θυμάμαι στον Γαβριηλίδη, που άλλαξε στέκι, μα πώς θ' αφήσετε τούτο τον τόπο, τους είπα και θα πάτε αλλού. Τούτος ο τόπος είναι ο Αργύρης Χιόνης. Έφυγα τότε θλιμμένη βαθιά. Ήταν οι τελευταίες μέρες πριν κλείσουν στη Μαυρομιχάλη.  Έφυγα, δίχως να σε συναντήσω. Είχαμε χαθεί. Μα στην Αθήνα ήσουν πάντα χαμένος κι εγώ το ίδιο, στα βουνά μας μέσα ήταν καλύτερα, κι ας μη βλεπόμασταν. Βλέπω την τελευταία σου αφιέρωση, ίδια σχεδόν όπως οι πρώτες, γράμματα που παίζουν πάνω στο χαρτί: "[...], με την αγάπη μου, πάντα, Αργύρης". Αυτές τις μέρες τα είχα ξανανοίξει, σκεφτόμουν, τι τον έπιασε και γράφει τόσο για το θάνατο, τι τον έπιασε, "εκδοχές του τέλους" και "αυτοσχέδιες προσευχές". Δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω. Είχα σταθεί στο ποίημα της Χρύσας. Εκείνο με είχε ταράξει. Ο θάνατός σου για τον οποίο μιλούσες, με είχε ταράξει. Το θάνατό σου δεν άντεχα, Αργύρη, ούτε στο χαρτί δεν ήθελα να τον βλέπω. Σ αγαπήσαμε Αργύρη κι αν μονολογώ για χάρη σου, είναι γιατί δεν ξέρω πού να σε συναντήσω πια. Είναι γιατί μού λείπει ήδη η φωνή σου, είναι γιατί δεν θα σε ξαναδώ, είναι γιατί αυτό το γράμμα δεν θα το λάβεις. Είναι γιατί δεν ξέρω πού αλλού να το στείλω. Είναι γιατί δεν θέλω να ξαναγράψω πια. Είναι γιατί της Αλυπίας η Χώρα ήταν και πια δεν είναι. 

φωτογραφία: Ο ποιητής Αργύρης Χιόνης καλεσμένος της Απαγγελτικής Ομάδας Καϊλαρίων τον Σεπτέμβριο του 2007 στο Αναγνωστήριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πτολεμαϊδας
η φωτογραφία ανήκει στο αρχείο της Απαγγελτικής Ομάδας Καϊλαρίων

1 σχόλιο:

  1. Της Αλυπίας η Χώρα ήταν και θα είναι! γιατί εσύ Όλγα είδες, γνώρισες, έζησες, αγάπησες, το δώρο που σου έστειλε ο Θεός...
    '... Ένιωθα κάτι να ξεριζώνεται, όταν σε πήρε ο Σταύρος και φύγατε.', '...Ξεριζώθηκα ξανά. Γύρισα, σε κοίταξα, μες στο δρόμο να περπατάς, είναι ποιητής, προσέξτε τον, δεν είναι από πέτρα. Χάθηκες μες στο πλήθος.', '...Έφυγα τότε θλιμμένη βαθιά. Ήταν οι τελευταίες μέρες πριν κλείσουν στη Μαυρομιχάλη. Έφυγα, δίχως να σε συναντήσω. Είχαμε χαθεί. Μα στην Αθήνα ήσουν πάντα χαμένος κι εγώ το ίδιο, στα βουνά μας μέσα ήταν καλύτερα, κι ας μη βλεπόμασταν'.
    Έτσι και τώρα θα συνεχίσεις να τον νοιώθεις κοντά σου κι ας μην τον βλέπεις, θα του μιλάς... μα πάνω από όλα θα προσδοκάς και θα ελπίζεις στην αιώνια συνάντηση εκεί που τίποτα δε χωρίζει τους ανθρώπους μα μόνο τους ενώνει, γιατί αυτοί πρόλαβαν κι αγαπήθηκαν από τούτη τη ζωή αληθινά!
    Αργύρη, η Όλγα μας έκανε να σε αγαπήσουμε κι εμείς, εύχομαι να βρεις τον παράδεισο, εύχομαι να έχουμε καλήν αντάμωση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή