Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Παραμυθία των τριών ή του ονόματος



Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Και είπεν ο Θεός, κοιτώντας τους επίγειους "Αναρωτιέμαι αν άκουσαν ποτέ. Αιώνες τώρα τους μιλώ, μα κείνοι στη γη τους καλά ασφαλισμένοι κι ούτε που μου μιλούν  κι ούτε που με κοιτάζουν, μονάχα πού και πού ρίχνουν το λόγο προς τα πάνω κι έπειτα πάλι γρήγορα με αποστρέφονται. Κι αφού τίποτα με τα λόγια μου δεν κατάλαβαν, ίσως η σιωπή μου τους κάνει να καταλάβουν."  Είπε κι έπιασε ένα κελί και κλείστηκε. Και τότε έπεσε σκοτάδι. Και αν φως γινόταν στον κόσμο, αυτός σκοτάδι είχε γύρω του. Οι μέρες περνούσαν και οι θνητοί ένιωθαν σιγά-σιγά πως ο Θεός από τον κόσμο λείπει. Και τότε στράφηκαν ξανά προς τα ουράνια, γιατί η γη είχε γίνει πια το δικό τους κελί κι άρχισαν στο Θεό απ' την αρχή να του μιλούν και να τον καλούν και γέμισε ο τόπος από τη θλίψη και τη μοναξιά τους. Ο Θεός τούς έβλεπε από μακριά και τους ένιωθε, γιατί τον πόνο αυτό νωρίτερα τον είχε δοκιμάσει και τους πονούσε. Πενθούσαν. Μα πενθούσαν μαζί. Όμως οι επίγειοι δεν το γνώριζαν. Και είπεν τότε ο Θεός "Θα τους μιλήσω τώρα με παραβολές. Ίσως και καταλάβουν". Και τους εμίλησε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου