Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Το ποτάμι

"Τι σημαίνει γιατρεύομαι τελικά;" και εν τέλει γιατρεύεται ποτέ αμετάκλητα  κανείς; Στο μυθιστόρημα του πιανίστα και συγγραφέα Ketil Bjornstad, όπως άλλωστε και στην πραγματική ζωή, το ερώτημα αιωρείται αναπάντητο. Γι' αυτό ίσως και να επιχειρείται υποδορίως και άλλοτε εμφανώς η υπεράσπιση της θλίψης ως του αρμού εκείνου του απαραίτητου που βαθαίνει τα πράγματα της ζωής, ροκανίζοντας εντούτοις την ψυχή του ανθρώπου. "Στη βαθιά θλίψη", λέει ένας από τους ήρωες, "μπορείς να βρεις διαύγεια. [...] Η θλίψη γεννάει έναν ασκητισμό, τη δύναμη της θέλησης". Η θλίψη συναρμόζεται με τη μοναξιά και τρέφεται άλλωστε από αυτήν. Ουδείς οδεύει εντός της με συντροφιά παρά περπατά ολωσδιόλου μονάχος. Ωστόσο συνιστούν εξαγνισμό, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη: "Τι νομίζεις ότι εξαγνίζει τον άνθρωπο; Οι αντιξοότητες. Τα αλλεπάλληλα εμπόδια. Η θέληση και η βαρύτητα. Το αντίθετο της μαλθακότητας".

Η θλίψη υπάρχει ως αρρώστια, μια αρρώστια όμως σχεδόν κοινή, τουλάχιστον για τους καθαρόαιμους "τεχνίτες": "Όλοι την έχουμε αυτήν την αρρώστια μέσα μας, Άξελ. Να το θυμάσαι αυτό. Αλλιώς δεν θα ήμασταν καλλιτέχνες". Γιατί "Οι καλλιτέχνες πρέπει να έχουν κάποια εμπειρία του πόνου, αν μη τι άλλο, ώστε να μπορέσουν να μεταδώσουν κάτι μεγαλειώδες στους άλλους". Αυτό το μεγαλειώδες είναι ίσως απλά και μόνο το δικό τους σκήνωμα του άλγους. Ένα σκήνωμα που θα παρηγορήσει ενδεχομένως όσους με το ίδιο άλγος το ασπαστούν. Αυτό το μεγαλειώδες κυοφορεί το βάθος εκείνο που θα ξεχωρίσει την αήρα απ' το στάρι, τους μασίφ "τεχνίτες" από τους αβρόχοις ποσί: "Τα πάντα είναι θέμα βάθους. Κάποιοι άνθρωποι έχουν βάθος, άλλοι δεν έχουν. Είναι φοβερό πόσο πολλοί μουσικοί μελετούν χρόνια ολόκληρα δίχως να μπορέσουν ποτέ να περάσουν κάτω από την επιφάνειας της μουσικής. Κι ούτε το καταλαβαίνουν. Δεν έχουν βάθος".

Γύρω από την ύπαρξη της θλίψης περιδινείται εντούτοις ο ήρωας, ο συγγραφέας εντός του, καθώς ουδείς την αποδέχεται ελαφρά τη καρδία. "Δεν γεννιέται τέχνη μέσα από την ευτυχία;", ρωτά το βασικό πρόσωπο της πλοκής. "Περιέργως, μόνο κατ' εξαίρεση", του απαντά ο ενύπνιος συνομιλητής του. Ακόμα όμως και η ευτυχία για την οποία μιλά, δεν έχει να κάνει με εκείνο "το είδος ευτυχίας που δεν έχει ούτε σκοπό ούτε νόημα ούτε πάθος, σχεδόν ούτε μουσική". Η ευτυχία θα΄λεγε κανείς ότι είναι καρπός θλίψης και εκείνη -ή έστω προσπάθειας: "Μα η ευτυχία βρίσκεται και στη σκέψη, στη θέληση, στην παράδοση. Στη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει νόημα στη ζωή" και "από τη στιγμή που έχεις πάρει μια δική σου απόφαση και προσπαθείς για το καλύτερο, η ζωή αποκτά νόημα". Ο ήρωας ωστόσο, όπως ίσως και ο καθείς, εύκολα δεν αφοπλίζεται, ούτε και παραμυθείται: "Δεν ξέρω κατά πόσον μπορώ να είμαι ευγνώμων στον πόνο...".

Στην αντίπερα όχθη της τέχνης βρίσκεται η ίδια η ζωή, που άλλοτε τη ζει κανείς και άλλοτε την προσπερνάει εθελουσίως ή και ερήμην του: "Μα μόνο μες στη μουσική, μόνο μέσα στα ασφαλή όρια της Αίθουσας Τελετών του Πανεπιστημίου, μπροστά στον Ήλιο του Μουνκ, μόνο εκεί τολμούσαμε να ζήσουμε τη ζωή. Εκεί, στον έξω κόσμο, αφήναμε απλώς τη ζωή να συμβαίνει".

Όλα διαδραματίζονται εντός, στην ενδοχώρα των ψυχών, εκεί όπου καταλύονται και εγείρονται τα πάντα. Οι ήρωες ξεκλειδώνουν, ο ένας πίσω από τον άλλο, ο πόνος είναι ο κλειδοκράτορας και στη διάσχισή του ανοίγουν ο καθείς με τη σειρά του, προκειμένου να χωρέσουν ο ένας τον άλλον και κατ' ουσίαν από το διαμπερές πένθος να παρηγορηθούν. Έχει κανείς τη βεβαιότητα ότι δεν διαβάζει, παρά συμμετέχει σε μια συναυλία, που δίνεται μονάχα για τον ίδιο, περίπου με τους όρους μιας μουσικής δωματίου ή ενός μονόπρακτου. Από τη μια η Τρίτη συμφωνία του Μάλερ, η ωδή προς την αγάπη, τα Νυκτερινά του Σοπέν, η opus 110, η προτελευταία σονάτα του Μπετόβεν, τα κατισχύοντα μουσικά θέματα του κειμένου, και από την άλλη ένας ποταμός που διασχίζει η βοή του τις σελίδες ως υγρασία επιπλέον εν σκότει που κολλά στους κορμούς του δάσους με τις σκλήθρες, εκεί όπου καταφεύγουν ενίοτε οι ψυχές. Η μια να κρύβεται από την άλλη. Η μια την άλλη λάθρα να αναζητεί.  Ένας ποταμός που δεν καταβάλλει καμιά προσπάθεια να αποκρύψει το χείλος του καταρράκτη του ή την ένταση που προκαλεί με τη λανθάνουσα παρουσία του:
"Ένα πρωί που αυτές οι σκέψεις μού τριβελίζουν το μυαλό, αποφασίζω να κατέβω μέχρι το ποτάμι. Στέκομαι στην όχθη του, ακίνητος. Το χιόνι έχει αρχίσει να λιώνει. Είναι πολύ νωρίς ακόμα για τον χειμώνα. Και τότε ακούω τον ρυθμό. Τον ρυθμό του νερού καθώς κυλά ανάμεσα στις πέτρες. [...] Προσπαθώ να τον κρατήσω στη μνήμη μου, τον ρυθμό και τον ήχο του νερού. Κανείς δεν μπορεί ν' αποδώσει τον νερό που κυλάει καλύτερα από τον Ραβέλ. Αλλά αυτό που ακούω είναι άλλο πράγμα: εγώ ακούω το ποτάμι. Τον ποταμό Λυσάκερ. Κάτι προσπαθεί να μου πει. Και μες στη νεανική μου αλαζονεία, τρέχω πίσω στο σπίτι των Σκουγκ, μπαίνω μέσα και πάω και κάθομαι κατευθείαν στο πιάνο. Παίζω ελεύθερα για πρώτη φορά".

Όλα υπάρχουν γύρω του, γύρω από τη στατική ή ρέουσα παρουσία του: "Η δική μου ιστορία είναι τόσο μικρή, τόσο σύντομη. Περιστρέφεται γύρω από μια μικρή κοιλάδα στα προάστια του Όσλο, γύρω από τη μητέρα μου, την Κατρίνε και την Άνια και μερικούς ακόμα ανθρώπους. Αυτά κάθομαι και συλλογίζομαι ακούγοντας το ποτάμι που κυλά στο βάθος της κοιλάδας, ακριβώς κάτω από το σπίτι. Πολύ νερό μετά από τόση βροχή. Ο ήχος του ποταμού Λυσάκερ είναι ταυτόχρονα κατευναστικός και διεγερτικός. Μαριάνε Σκουγκ, σκέφτομαι. Θεέ μου, τι θα γίνει με μας;".

Ήχος κατευναστικός και διεγερτικός. Όπως του ποταμού. Όπως άλλωστε και του πιάνου. Όλα και όλοι περιστρέφονται γύρω από ένα ποτάμι και γύρω από ένα πιάνο, γύρω από την αιώνια παρουσία του πρώτου, γύρω από τη φθαρτή του δεύτερου: "Ξέρεις τι σου έχω πει για το πιάνο: ότι είναι ατελές, θνητό. Ότι ζει πολύ λιγότερο από το βιολί, το οποίο έχει βρει την τέλεια φόρμα και μπορεί να ζήσει εκατοντάδες χρόνια. [...] τα πιάνα με ουρά, τα όρθια πιάνα, όλων των ειδών τα κλειδοκύμβαλα, ζουν λιγότερο από άλλα όργανα, όπως ακριβώς και μερικά πλάσματα ζουν λιγότερο από άλλα. Γι' αυτό και τα λυπόμαστε. Μπορεί να πεθάνουν νωρίς. Αλλά τι σημασία έχει ο θάνατος, όταν έχεις ζήσει μια εξαίσια ζωή;".

Ο ήχος του ποταμού, ο ήχος του πιάνου, η Τρίτη συμφωνία του Μάλερ που δεν παύει να ακούγεται σε κάθε σελίδα, ακόμα και όταν δίνεται η εντύπωση ότι έχουμε περάσει στο επόμενο μουσικό θέμα:
Τρίτη Συμφωνία του Μάλερ σε βγάζει από τον εαυτό σου, σε ξαναγυρίζει στις πηγές των πραγμάτων. Ο ήλιος μπαίνει τώρα μέσα από το μεγάλο παράθυρο. Τα δέντρα λαμποκοπούν πράσινα στη λιακάδα, η μουσική ανεβοκατεβαίνει: σ' αυτήν τη συμφωνία ο ορίζοντας διαρκώς αλλάζει ύψος -δεν ξέρω πώς αλλιώς να περιγράψω όλες αυτές τις αντιθέσεις, αντιθέσεις που κυριαρχούν και στη ζωή μου αυτή τη στιγμή. Κι όμως, πιστεύω ακόμα στη ζωή, στη δύναμη να καθορίζω ο ίδιος το πεπρωμένο μου, να προχωρώ μπροστά παρ' όλο τον πόνο που έχω ζήσει. [...] Τα πνευστά υψώνονται σαν κίονες κάτω από τις οριζόντιες αχτίδες του φωτός, τη θλίψη που ελλοχεύει, την πείρα, τη ζωή και τις εμπειρίες που ο Μάλερ πλήρωσε ακριβά. Κι όταν όλη αυτή η χαρά, η σοβαρότητα, η εξιλέωση κι η λαχτάρα για ζωή βρίσκονται στο ζενίθ τους, στο τέλος του τελευταίου μέρους, κάθομαι ξαφνικά στο πάτωμα και ξεσπώ σε κλάματα, από απόγνωση για ό,τι έχω χάσει κι από φόβο για ό,τι ξημερώνει"

Το ερώτημα επιστρέφει: "Αξίζει η τέχνη πραγματικά τόσα πολλά; Αντί να κάτσω ν' ακούσω την Τρίτη Συμφωνία του Μάλερ, θα μπορούσα να σηκωθώ και να βγω μια βόλτα στην εξοχή. Το ίδιο πράγμα δεν θα ήταν;" Ίσως και να ήταν, καθώς "στην πραγματικότητα, δεν ψάχνουμε παρά να ζήσουμε κάτι που έχει νόημα" και το νόημα εμφωλεύει παντού, αρκεί να εστιάσει κανείς σε αυτό και να το ανιχνεύσει με διορατικότητα ή ευαισθησία. Η ελπίδα υπάρχει ως ρωγμή, που επιτρέπει στην ψυχή να αναπνεύσει μονάχα υπό το κράτος της: "Για τίποτα δεν είναι πολύ αργά, αν είσαι ζωντανός". Η θέση επιστρέφει και μάλιστα δις εντός του κειμένου μέσα από τον Εκκλησιαστή: "Τοις πάσι χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν".

Η θλίψη καραδοκεί. Το ίδιο όμως και η χαρά. Και ευτυχώς: "Πόσο πιο μεγάλη είναι η νύχτα από τη μέρα, σκέφτομαι. Λες και δεν υπάρχουν σύνορα γι' αυτά που σκέφτομαι, ονειρεύομαι κι ελπίζω. Ούτε σύνορα για τη χαρά. Κι ούτε και για τον πόνο".

Στο τέταρτο μέρος της Τρίτης συμφωνίας του Μάλερ, το Τι μου διηγείται ο Άνθρωπος, μια μέτζο σοπράνο τραγουδάει το φημισμένο κομμάτι από το Τάδε Έφη Ζαρατούστρα του Νίτσε. Αυτός είναι και ο αρμός ενδεχομένως ή η πρώτη ύλη του καινούριου μυθιστορήματος του Bjornstad, που επανέρχεται επίσης δις, για να επιβεβαιώσει πως ο πόνος είναι αιωνόβιος και η χαρά φυλλοβόλος. Εντούτοις αξίζει την ευκαιρία της. Δηλαδή την αιωνιότητά της:

"Τι μας λένε τα βαθιά μεσάνυχτα. Κοιμόμουν. Ξύπνησα από ένα όνειρο βαθύ. Ο κόσμος είναι βαθύς, βαθύτερος απ' ό,τι νομίζει η σκέψη. Άνθρωπε! Βαθύς είναι κι ο πόνος! Κι η λαχτάρα, βαθύτερη από της καρδιάς τον πόνο! Ο πόνος λέει: θα καταστραφείς! Μα κάθε λαχτάρα αξίζει την αιωνιότητα. Αξίζει μια βαθιά, πολύ βαθιά αιωνιότητα".

"Το ποτάμι" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε εξαιρετική μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη.

2 σχόλια:

  1. Δείχνει ενδιαφέρον Όλγα, όπως και η παρουσίαση...

    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπέρα και από τα δυτικά στην Καυσοκαλύβα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή