Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Αναγνώσεις πλάι στη συκιά


ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Έφερνα γύρους μες στον ουρανό και φώναζα

Με κίνδυνο ν' αγγίξω μια ευτυχία

Σήκωσα πέτρα και σημάδεψα μακριά

Μιλημένη από τον ήλιο η Μοίρα

Έκανε πως δεν έβλεπε

Και το πουλί του κοριτσιού πήρ' ένα ψίχουλο θαλάσσης
      και αναλήφτη.

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΥΩΧΕΙΡ

Έτσι κι αλλιώς   χαμένος για χαμένος    εδώ στην άκρη που
μ' απώθησαν του κόσμου ετούτου οι συμφορές   θέλησα να επιχειρήσω
άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά

Κι όπως   με το κεφάλι χαμηλά και ανάποδα τα πόδια στον αέρα
πάλευα να βγω απ' το βάρος μου   κείνος ο πόθος που με πήγαινε
ψηλά   μέσα μου τόσο δυνατά γυρίστηκε   που εβρέθηκα λοξά και
πάλι να σαλεύω   σ' έναν κήπο ρεούμενο από βότσαλα λευκά και
διαύγεια κυανού της μέντας

[...]
Ήλιε μου ήλιε μου καταδικέ μου   πάρ' τα μου πάρ' τα μου όλα   κι
άσε μου   άσε μου την περηφάνια   Να μη δείξω δάκρυ   Να σ' αγγίξω
μόνο και ας καώ   φώναξα κι άπλωσα το χέρι

Χάθηκε ο κήπος   τον κατάπιε η Άνοιξη με τα σκληρά της δόντια
σαν αμύγδαλο

Και ορθός πάλι απόμεινα   μ' ένα καμένο χέρι   εδώ στην άκρη που
μ' απώθησαν οι συμφορές   να πολεμώ το Δεν και το Αδύνατον του
κόσμου ετούτου.

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ

Να' χε η νοσταλγία σώμα να το σπρώξω απ' το παράθυρο έξω!   Να
τσακίσω εκείνο που δε γίνεται!    Κορίτσι που από το γυμνό σου
στήθος   σαν από σχεδία κάποτε μ' έσωσε ο Θεός

Και ψηλά πάνω απ' τα τείχη με την ημισέληνο με πήγε   μην κι από
δική μου

Ακριτομυθία φανερωθείς   και οι Τύχες σε βάλουν στο σημάδι   Όπως
κι έγινε   Γιατί τέτοια θέλει κι αγαπά η ζωή που εμείς αλλού
πιστεύουμε πως είναι

Κι από τ' άλλο μέρος της αγάπης   από τ' άλλο μέρος του θανάτου
υπνοβατούμε ώσπου   αβάσταχτα περισφιγμένο   κείνο που μας
έγινε σάρκα της σαρκός   σαν το φώσφορο μέσα μας πάρει φωτιά και
ανάψει και ξυπνήσουμε

Ίσια   ναι   πάει ο χρόνος   αλλ' ο έρωτας κάθετα   και ή κόβονται
στα δύο   ή που δεν απαντήθηκαν ποτέ.   Αλλ' αυτό που μένει σαν
Άμμος από δυνατόν αέρα στα δωμάτια   και η αράχνη   κι έξω στο
κατώφλι

Ο λύκος με το στρογγυλό το μάτι που ολολύζει   πιθανά φαίνονται
όλα   και προπάντων τα βουνά της Κρήτης που μικρός τα' χα στο
χιόνι και τα ξαναβρήκα δροσερά   μα τι σημαίνει

Που κι ελεύθερος να μείνεις που και νικητής   πάλι ο ήλιος γέρνει
κι είναι ολόγυρά σου

Σιγαλιά γεμάτη ακτές καταστραμμένες   όπου ακόμη κατεβαίνουνε
τα σύννεφα να φάνε χόρτο   λίγο πριν για πάντα σκοτεινιάσει

Σαν να πήραν τέλος οι άνθρωποι   και να μην έχει μείνει άλλο τίποτα
καίριο να ειπωθεί.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου