Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η σιωπή των ουρανών




Αποκόμματα μια διατριβής ή και μιας σιωπής

"Ο ποιητής κάποτε λιγοψυχεί. Δεν οργίζεται, δε δυσανασχετεί, δεν επιπλήττει. Λυγίζει μονάχα. Δεν είναι λίγες οι στιγμές του Δαυίδ. Πρώτος άλλωστε ο ίδιος ο σαρκοφόρος Θεός στον κήπο των Ελαιών. να υπογραμμίζει την ισχύ της σάρκας. Και την αδυναμία της. Ολιγοψυχεί και καταρρέει, μα και πάλι προσεύχεται" [...].

Αποκόμματα των κεκλεισμένων ξανά. Εισέβαλαν πάλι σήμερα. Μα μήπως κυοφορούνταν. Στην πέτρα της υπομονής του Σεφερικού λόγου, του πριν και του μετά και του ολόκληρου ποιήματος, στην μετ' εγκρατείας αγωνία που προκύπτει κάθε φορά και ανά άτακτα διαστήματα, όταν η ύλη ενσκήπτει ή αναμένεται, στο άδηλο -πλην διαυγέστατο- μέλλον, στη δια βίου παραμονή στο Όρος των Ελαιών, που δε λησμονάς το πώς μπήκες και δεν αγνοείς το πώς και γιατί δε φεύγεις.  Η ψυχή αξιώνεται κάποτε τους καρπούς μιας εναγώνιας σιωπής. Ο Θεός εκεί. Ο μοναδικός αποδέκτης προσευχών ως θυμίαμα κυριολεκτικά, ως ο μοναδικός κρίκος με την αντίπερα όχθη. Ο Θεός εκεί. Να παραστέκει βουβός ή σιωπηλός στο μονόπρακτο. Ο Θεός εκεί. Να μην ακούει, λεν οι ποιητές. Να του καταλογίζουν την αλόγιστη σιωπή. Μια σιωπή τόσο, μα τόσο πληθωρική. Ο Θεός εκεί.

Και κάποτε η σιωπή ραγίζει ως το συγκεκριμένο adagio, να σπάει την κατ' εξακολούθησιν ακρόαση της καραϊνδρικής ελεγείας, που σε συντρόφευσε για όλους τους μήνες ακατάπαυστα μέχρι ανησυχίας και έως τη Μεγάλη Βδομάδα που ανέβαινε, όπως κάθε χρόνο άλλωστε, για να κορυφωθεί εκ νέου και ακριβώς στη μέση της, τότε που αποφάσισε η ψυχή, ωσάν ενστικτωδώς, να αντικαταστήσει την εξορία με το πένθος του Albinoni. Στο γεγονός προέκυψε ρέουσα συγκίνηση έως κατανύξεως και ωσάν επαναπατρισμός μετά από υπερπόντια προσφυγιά. Στο μεταξύ το δράμα κορυφωνόταν και μαζί με αυτό και ο εγκλεισμός. Απότοκός του η εισροή βιβλικών και μη ποιητών που έφτασαν κατεπειγόντως, όταν ζητήθηκε με παντοίους τρόπους η συνδρομή τους. Ο καθένας είχε να πει το δικό του λόγο και πολύ περισσότερο να εκτοξεύσει το δικό του παράπονο κυρίως, μα και την οργή ή την επίπληξη, τη στάση και την ανταρσία προς τα επουράνια. Εισήλθαν ως συνοδοιπόροι κυριολεκτικά, όταν φοβόταν κανείς ότι μπορεί και να συνιστούσε περίπτωση μοναχική. Εισήλθαν ως απερίφραστη παρηγορία και βακτηρία που στηρίζεται πάνω της, προκειμένου να συνεχίσει να οδοιπορεί ή και να σκαρφαλώνει. Ενίοτε δε και να σέρνεται. Απίστευτο όμως το πώς τα βράχια γύρω μας εθέριεψαν.

«Θεόν βοώ»

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τους συνομηλίκους μου
στο δειλινό παιχνίδι.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

«Εγώ πήγα και στάθηκα μπροστά στο Θεό σαν μπροστά σ’ έναν άνθρωπο που δε μιλάει διόλου και που δεν προφέρει λέξη»

PAUL CLAUDEL

«Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.

Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό […]
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου […]
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;»

«Πότε θα φτάσει εντός μου το φως
που ζητώ για να ιδώ
και ν’ ακούσω, να αισθανθώ
να γευτώ τη γαλήνη;
Δε θα με βαστάξει ποτέ
η ειρήνη του κόσμου σου;».

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

«Μια ολάκερη ζωή Σε καρτερώ. Άλλο τίποτα δεν ξέρω να κάνω. Άλλη ζωή δεν ξέρω να ζήσω, μονάχα να Σε καρτερώ. Μα Εσύ πορεύεσαι πίσ’ από μένα, μες στο ψυχομέτρι των ανθρώπων. […] Κι εγώ παγώνω κάθε μέρα, εδώ στην άκρη του κόσμου, να Σε καρτερώ».

Στην αγκάλη Σου θα πεθάνω.
Με βιτσίζεις σαν τον άμμο στην έρημο, κι εγώ περπατώ, περπατώ, περπατώ.
Σκίστηκαν τα πόδια μου, Κύριε, μάτωσαν τα χέρια μου να Σε κράζουν, αρρώστησε η ψυχή μου να Σε ποθεί.
Ξεπνεμένος στην απεραντοσύνη Σου περπατώ.

Χρόνια πάλι θα περάσουν
για να Σε βρω στο σκοτάδι της αστραπής,
να μπλέξουν τα μαλλιά μου γύρω Σου.
Μόνο το σκοτάδι Σου με γεμίζει,
μόνο στο σκοτάδι Σου ζω.
Από πριν γεννηθώ, είμαι ταγμένη σε Σένα»

«Θε μου, πού τόσα χρόνια τριγυρνάς;».

«Σ’ έκραξα σ’ όλους τους ανέμους και δε μου μίλησες.
Κουβαριάστηκα για Σένα σα βώλος σκοτεινός σε μιαν άκρη της γης.
Είσαι και Συ σαν τους ανθρώπους και δε μ’ακούς»

ΟΛΓΑ ΒΟΤΣΗ

«Τις δρυς τοσαύτην πνευμάτων φέρει βίαν;
Τις ναυς τοσούτοις κύμασι συνερράγη;
Πόνω τέτρυμμαι, πραγμάτων τ’ επιδρομαίς».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Κύριε, σώσε με τώρα. […]

Η φωνή μου βγαίνει μεσ’ από το βάλτο […].
Δεν ξέρω ποιος με καλεί.
Ξέρω όμως πως ένας ματωμένος δρόμος
με βγάζει στον ουρανό».

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ

«Μόνο, Κύριε, λιγάκι απ’ ταπονέρια έστω να’ πεφτε
στα υπνωμένα μάτια μου,
καθώς των μαθητών τα πόδια νίβεις με τα χέρια σου,
ή απ’ την ποδιά που ζώστηκες να τα σκουπίσεις-
βρεγμένη και χλωρή ακόμη απ’ τη ζέστα σου…»

Π.Β.ΠΑΣΧΟΣ

«Πόσο είσαι μυστικός, Θεέ μου, στη σιωπή των ουρανών σου!».

«Γκρεμιζόμουν και σπαταλιόμουν, σκορπιζόμουν και εξατμιζόμουν, κι εσύ σώπαινες».

«Τώρα, Κύριε, αυτά έχουν πια περάσει. Ο καιρός μαλάκωσε το τραύμα. Θέλω όμως να μου πεις εσύ, η μόνη αλήθεια, θέλω να βάλω το αυτί της καρδιάς μου κοντά στο στόμα σου, και να μου πεις γιατί τα δάκρυα μαλακώνουν τον πόνο; Μήπως εσύ, ο πανταχού παρών, είσαι απών στην ανθρώπινη δυστυχία; Μήπως εσύ μένεις στον εαυτό σου, ενόσω εμείς ριχνόμαστε ασταμάτητα σε δοκιμασίες;».

ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

«Η προσευχή-μου ξεκινάει ατμός βασανισμένος
μα χάνεται πριν φτάσει στο θεό.
(Ωσπού θα πάει αυτός ο χωρισμός;)».

«Η προσευχή-μου χάνεται
κι η Παναγιά φυτεύει κρίνα.
Αν ήθελα, έλεγε, μου έδινε ένα. Αν ήθελα.
Παναγία-μου
το σπίτι-μου δεν έφυγε γιατί έλειψαν τα κρίνα.
Σκύψε λίγο, θέλω να σου πω:
-Τα δέντρα περπατάν τις νύχτες αγριεμένα
Πεθαίνω κάθε βράδυ πίσω από τις γρίλιες,
και με ξαναγεννά η κάθε αυγή.
Οι αέρες του Θεού δεν φύσηξαν ποτέ σ’ αυτή τη γη.
Αυτό.
Αν θες μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό».

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ

«Όλα εμπαίζουν την αιωνιότητα.
Και συ Κλεισμένε στο αίνιγμά σου
Κύριε ωχρέ του κήπου εσταυρωμένη έκσταση»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

«Κύριε κι αφέντη μου!
Ω εσύ, διδάσκαλέ μου!
Γιατί μένεις
Μακριά; Κι όταν
Σε ζήτησα μεταξύ των αρχαίων,
Ηρώων και
Θεών, γιατί ήσουν
Απών; Και τώρα είναι γεμάτη
Πένθος η ψυχή μου»

HOLDERLIN

«ίνα τι, κύριε, αφέστηκας μακρόθεν,
υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψει;»

«Ο θεός ο θεός μου, πρόσχες μοι. ίνα τι εγκατέλιπές με;».

«ο θεός μου, κεκράξομαι ημέρας, και ουκ εισακούση, και νυκτός,

«Έως πότε, κύριε, επιλήση μου εις τέλος;
έως πότε αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ’ εμού;
έως τίνος θήσομαι βουλάς εν ψυχή μου,
οδύνας εν καρδία μου ημέρας;
έως πότε υψωθήσεται ο εχθρός μου επ’ εμέ;

ΔΑΥΙΔ

«Ερωτάς πώς τα ημέτερα. Και λίαν πικρώς. Βασίλειον ουκ έχω. Καισάριον ουκ έχω, τον πνευματικόν αδελφόν και τον σωματικόν. “Ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με”, μετά του Δαβίδ φθέγγομαι. Τα του σώματος πονηρώς έχει, το γήρας υπέρ κεφαλής, φροντίδων επιπλοκαί, πραγμάτων επιδρομαί, τα των φίλων άπιστα, τα της Εκκλησίας αποίμαντα. Έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλους εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει. Τι χρη παθείν; Μία μοι των κακών λύσις, ο θάνατος. Και τα εκείθεν μου φοβερά, τοις εντεύθεν τεκμαιρομένω»

«Τολμώ φράσαι τι. Χριστέ, μη πίεζέ με»

«Τώρα όμως εμένα με ζεματάει
πολλή τρικυμία δεινών.
Τι χειρότερο θα φέρεις, Χριστέ μου;
Θα με κάψεις κι άλλο στη φωτιά;».

«Λίγο ακόμα και φεύγομε πια
από την τραχύτητα της ζωής.
Ποια θα είναι τα εκεί; Καλά για μένα
ακόμα κι αν είναι πολύ άσχημα»

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Με πόση “αφαίρεση”, Θεέ μου, Σε πιστεύουμε!

«Ανοίξαμε το παράθυρο να μπη ο Θεός,
ανοίξαμε το παράθυρο και περιμένουμε».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

2 σχόλια:

  1. Η σιωπή του Θεού είναι ένα μυστήριο. Το μυστήριο είναι αδύνατο να κατανοηθεί με μόνο του νου, με μόνο λόγια. Δύναται να βιωθεί στη σιγή, τη σιωπή, την ησυχία, πολύ καλύτερα και ωραιότερα....

    Κατά τον Μοναχό Μωυσή τον αγιορίτη

    Και για την αντιγραφή

    Θανάσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανοίγω το "Αθωνικό απόδειπνο" τυχαία. Και αντιγράφω:

    "Κουράστηκα από τις λεπτομέρειες, τις πολυλογίες, τις επαναλήψεις, τις μετριότητες.
    Αφουγκράζομαι την ησυχία που έρχεται"

    Βροχερές και μάλλον κατακλυσμιαίες καληνύχτες από τα δυτικά

    ΑπάντησηΔιαγραφή