Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Μνήμες θανάτου


ΕΚ ΣΕΡΡΩΝ

Χρόνια τώρα τους περίμενα
Κοντεύουν τα πενήντα
Χορτάριασα ξεχορτάριασα ξένος
Μ' ένα ποτήρι τσίπουρο
και πέρασα απέναντι
Συγγενικό το τσίπουρο
μα το μπουκάλι λάθος
Δεν τ' άντεξα το φάρμακο
και βρέθηκα στο χώμα
Ύστερα ήρθαν οι δικοί μου
Έσπρωξαν τα φύλλα και με βρήκαν
Γεώργιος Λαυρεντιάδης εκ Σερρών
Πενήντα χρόνια τώρα
Εκ Σερρών.

Άγιος Δημήτριος. Κοζάνη

Βαδίζουμε σε δρόμους και χρόνους που δεν ελέγχουμε. Μια τύχη μ' έστειλε στον τόπο που η γιαγιά, μες απ' τα καπνοχώραφα στους πρόποδες του Μπέλες, δεν άντεχε ούτε να ακούσει. Ήταν ο τόπος που της στέρησε τον πατέρα. Τον θυμάται η μάνα μου που πήγε να τους χαιρετήσει λίγο προτού αναχωρήσει για το ταξίδι στην Κοζάνη. Δεν τον ξανάδαν. Η γιαγιά μια και μοναδική φορά είπε να μ' επισκεφτεί και έκτοτε ούτε ξαναγύρισε, μονάχα έφυγε μια μέρα του Οκτώβρη, μόλις που είχε χαρεί την πρώτη μου κόρη κι από τότε μονάχα στον ύπνο, μονάχα στον ύπνο μέσα μου επιστρέφει, για να μου πει "Καλά, εσύ, πάντα θα πονάς, για να γράφεις;".

Εκ του Πόντου και τη ντοπιολαλιά της έφερνε στην πρωτεύουσα, όταν περνούσε τους χειμώνες μαζί μας σα μεγάλωσε πολύ και μετά το θάνατο του παππού. Τις άκουγα να μιλούν στην κουζίνα. Μάνα και κόρη. Κι εγώ, μικρό παιδί, λάθρα αφουγκραζόμουν. Άλλα τα καταλάβαινα και άλλα όχι. Έμαθα όμως στο περίπου να ξεδιαλύνω το νόημα. Δίχως να τα μιλώ. Μα σαν πρωτόρθα στον τόπο, σκιρτούσα σαν άκουγα τη διάλεκτο των δικών μου και ήταν μια παρηγοριά οι Τετάρτες που στην αγορά κατέβαινα. Και ξένη κάπως δεν ένιωθα. Γιατί δεν ήταν μόνο οι χειμώνες. Παρά και οι μήνες στο χωριό, όπου σχεδόν μετανάστευσα -δούλευαν βάρδιες οι γονείς- και κάπου εκεί χάθηκαν τα πρώτα μου βήματα, που στάθηκαν δίπλα στη Δοϊράνη και όχι στο πατρικό μου. Έκτοτε μου ήταν πολύ φυσικό να επιστρέψω, αν όχι στα Κεντρικά της Μακεδονίας, τουλάχιστον στα Δυτικά της.

Θυμάμαι το σεισμό στη Θεσσαλονίκη το '78 που ρήμαξε τη συμβασιλεύσα, μα κι έφερε τ' απάνω κάτω στα περίχωρά της. Τον έζησα σαν κύμα παλιρροιακό που αναστάτωσε δια βίου τη μικρή ζωή μου. Θυμάμαι να κοιμόμαστε στην αυλή της εκκλησίας του Σταυρού του Σ.Σ.Μουριών, όλοι φοβόντουσαν πια στα σπίτια, και έπειτα στις αυλές τους, έως ότου ησυχάσει η γη και ξαναμπούμε κάτω από τη στέγη. Νυχτέρια με ανθρώπους και ήχους και φωνές που καρφώθηκαν στη μνήμη με τρόπο ανεξίτηλο, καθώς διένυα ήδη μια ηλικία, όπου το σφουγγάρι δουλεύει με τρόπο καταλυτικό επίσης. Θυμάμαι τη νύχτα που ξυπνούσα και έτρεμα στην κάθε σκιά και κουκουλωνόμουν, ούτε ο αέρας να με φτάνει, και σχεδόν δεν ανέπνεα. Κουκουλώνομαι εντούτοις ακόμα. Και σε στιγμές οριακές πάλι στο σπίτι εκείνο επιστρέφω. Στον ύπνο εννοείται. Και ο φόβος για τους σεισμούς ίσως και να έχει μείνει από τότε. Όπως και πολλά άλλα. Και δύσκολα. Όπως οι γονείς μακριά. Και όμορφα επίσης. Όπως η γιαγιά. Συντροφιά μοναδική στα νυχτέρια του ενδοσχολικού εγκλεισμού. Τη θυμάμαι απέναντί μου. Μ' ένα ψαλτήρι στα χέρια. Σιγομουρμούριζε τις συλλαβές μία-μία. Αδύνατον να καταλάβαινε τα πάντα, αν και ένιωθε περήφανη που είχε πατέρα ψάλτη. Όμως διάβαζε με ζήλο. Και μου' λεγε μια προσευχή. Αυτήν που την ήξερε απέξω -κάπως σαν το "Κύριε, μη με ελεήσεις" των συναξαριών και την έλεγε στο προσκεφάλι προτού κοιμηθεί: "Τήν πάσαν ἐλπίδαν μου εἰς Σέ νατίθημι, Μήτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξον με, ὑπό τήν Σκέπην Σου". Δεν ξέρω αν με αυτήν έφυγε και ποτέ δεν μάθαμε, όμως στον "ύπνο" της χαμογελούσε και στα σαράντα της γνώριζα πια πως το θάνατο ακολουθούσε μια ζωή. Μια καινούργια μικρή ζωή. Τη θυμάμαι να διασχίζει το διάδρομο του σπιτιού και να σκύβει έντρομη σχεδόν το κεφάλι σε μια παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, όπου εικονιζόταν παραστατικότατα η Κόλαση. Ο ζήλος του δικού μου πατέρα διέφερε κατά πολύ της γιαγιάς που ήταν ή είχε γίνει με το πέρασμα του πανδαμάτορα ψυχή αγαθή.

Ο πατέρας της χάθηκε αιφνίδια με τον τρόπο που σκιαγραφήθηκε στο ποίημα. Πέρασαν χρόνια ώσπου να πάμε στον παππού, αν και μας χώριζε μόλις μισή ώρα απόσταση. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί τα ακριβά πράγματα θέλουν το χρόνο τους. Από μνήμα σε μνήμα τον ψάχναμε και για ώρα. Μα ο παππούς δε φαινόταν. Και ψάχναμε ψύλλους στ' άχυρα μετά από τόσα χρόνια. Μα κάτι μέσα μου μ' έσπρωχνε να τον βρω, όπως και τον βρήκα, ενστικτωδώς θαρρείς, σα να με καλούσε κοντά του. Με δυσκολία διακρίνονταν τα λαξευμένα γράμματα, όμως ήταν αυτός. Και είχαν έρθει επιτέλους οι δικοί του. Που με κάποιο υπόσκαφο τρόπο τούς τράβηξε η ζωή κοντά του. Για να μην είναι μόνος πια. Τον νιώθω απέναντι, μονάχο μέσα στο χώμα του, και γύρω τα φουγάρα του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Αν είναι να βρεθώ στο χώμα, κάπου εκεί υπάρχει και αυτός. Κρίκος συνδετικός που με ενώνει με το νότο. Εκεί όπου οι δικοί μου. Και τώρα οι εδώ δικοί μου. Πατρίδες πολλές.

Φέτος ξανά μετά από πολλά ενδιάμεσα χρόνια σιωπής τάφου. Μα σα να περίσσεψαν τα αγριόχορτα απάνω σου, παππού. Σα να περίσσεψε η λήθη. Και πάλι μπλεχτήκαμε στα μνήματα για να τον βρούμε. Τον εντόπισα ξανά. "Με θέλει ο παππούς" σκέφτομαι δυνατά. Χορτάριασε εκ νέου. Μας καλεί να επιστρέψουμε, να τον περιποιηθούμε. Τον περιποιούμαι γράφοντας. Το ρόδο που άνθισε μες απ΄τα αγριόχορτα οδηγεί το ένα ποίημα στο άλλο, που ελάχιστη κατ' ουσίαν απόσταση τα χωρίζει. Κάπου εδώ, στις πρώτες ορθρινές ώρες, βάζω τελεία στη μνήμη.



ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ

Σαν το ενταφιασμένο σώμα
το νεκρό
και πάνω του μίσχοι λουλουδιών
και βασιλικών ρίζες
να πασχίζουν
ματαίως
να το επαναφέρουν στη ζωή
Όμως
εκείνο εκεί
κεκοιμημένο
εν ζωή κι ας είναι
και μόνο τη χοϊκή δροσιά των βασιλικών
να δέχεται
και ν' αναθαρρεί
πως δεν είναι ολότελα θαμμένο
Πως κάποιο άρωμα ζωής
το φτάνει
κι ας μην μπορεί εντελώς να το κρατήσει.

ΟΛΓΑ ΝΤΕΛΛΑ, Της αλυπίας είναι η χώρα, Ιδαλγός 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου