Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Κάτι το βαλκάνιο υψώνεται απόψε


 

Beirut. Αγαπημένοι από χρόνια. Ή πώς το καρτερικό και ατελέσφορο περιμένω γίνεται, άξαφνα ή και κάποτε, το βαλκάνιο και ορμητικό αδράττω, δράττω, δράσσω, δράχω, δράζω, δράκτω, δράχνω και αδράχνω και επομένως υπάρχω και δηλαδή ανασαίνω. Τόσες παραλλαγές αξιώθηκε το ρήμα, για να πει το ίδιο πράγμα. Ω, γλώσσα, γλυκιά, μαγευτική, πού με πας; Ταξίδι στην Ιταλία μέσω Βαλκανίων και πίσω πάλι. Beirut, από την άλλη άκρη του ωκεανού, πιο Βαλκάνιοι από τους Βαλκάνιους -ας πούμε- επειδή ακριβώς τα ζούνε από μακριά, δηλαδή τα κουβαλούν απάνω τους, ως νοσταλγοί και ξενιτεμένοι, όπως περίπου ο Οδυσσέας, που καπνό μονάχα να' βλεπε κι ας πέθαινε,

αὐτὰρ Ὀδυσσεύς,
ἱέμενος καὶ καπνὸν ἀποθρᾐσκοντα νοῆσαι
ἧς γαίης, θανέειν ἱμείρεται.

και όπως ο Τηλέμαχος που με τα μάτια της ψυχής του μονάχα μπορούσε πλέον να τον βλέπει,

ὀσσόμενος πατέρ ἐσθλὸν ἐνὶ φρεσίν
 

Και το πλέον αγαπημένο. Ταξίδι και αυτό. Ταξίδι με λιακάδα. Ή και όχι. Ταξίδι όμως. Ταξίδι πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου