Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

"Πρέπει τις λέξεις να βρει που να γαντζώνουν στο τσιμέντο"


«Πρέπει», λέει ο ποιητής Χρίστος Λάσκαρης, τις «λέξεις να βρει /που να γαντζώνουν στο τσιμέντο».[1] Στο τσιμέντο της ψυχής. Και κάποτε τις βρίσκει και κάποτε δεν τις ξεφορτώνει ποτέ, παρά ασήκωτες απάνω του τις κουβαλά.
   Ξεφορτώνουμε λέξεις, την ψυχή μας ξεφορτώνουμε, όποιος κάτι ευτελέστερο θαρρεί πως κάνει, όποιος τις λέξεις ίσως εκμεταλλεύεται για το θεαθήναι ή για τροφή της δικής του ματαιοδοξίας, οι λέξεις κούφιες θα σταθούν, οι λέξεις θα τον εκδικηθούν. Έτσι οι λέξεις, έτσι και τα ποιήματα: κραυγές μεσίστιες στη μέση του πελάγους. Τίποτα λιγότερο.
   Γι’ αυτό και όποιος μαζί τους περιπλέκεται και γύρω τους περιδινείται, πρέπει σοβαρά να λάβει υπόψη πως αυτό που γάντζωνε πάντα στο τσιμέντο, δεν ήταν ποτέ η καθωσπρέπει και επιδεικτική κουλτούρα της γραφής, η σαν σκάλα, προκειμένου να στηθούν στα βάθρα τους ποιητές και πνευματικοί δήθεν άνθρωποι, παρά η κουλτούρα μονάχα της ψυχής και η δική της καλλιέργεια, που γεννά έργα αιωνόβια -δηλαδή έργα αυθεντικής αγωνίας- που γι’ αυτό ακριβώς το λόγο καταφέρνουν και αφορούν στους πολλούς και στις ψυχές τους.
   Πα να πει πως δεν έχουμε ενδεχομένως ανάγκη από περισσότερους στίχους, από περισσότερους άρτιους ή εξαιρετικούς στίχους, όσο έχουμε επιτακτική ανάγκη την αληθινή και επιούσια αγωνία του κάθε ποιητή, του κάθε ανθρώπου δηλαδή, γιατί ποιητής δεν είναι κάποιος όταν γράφει πράματα ωραία και συγκινητικά, ποιητής είναι κάποιος ίσως μονάχα με τη ζωή του.
   Σήμερα διασχίζουμε μια καμπή της ιστορίας εξαιρετικά οδυνηρή είτε τη ζούμε στο πετσί μας είτε αγνοούμε το μέγεθός της κάποιοι ακόμη. Σήμερα ζούμε έναν εφιάλτη που έχει την όψη ενός εγκλήματος, ενός εγκλήματος συλλογικού εκ προμελέτης, εξ αδιαφορίας, εκ του άπληστου και ασύστολου πλούτου των λίγων -που εδώ ίσως και να ήταν και οι πολλοί- σε βάρος των πολλών. Σήμερα ζούμε το έγκλημα της κατάχρησης εξουσίας. Τη φίμωση με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους της δημοκρατίας. Θα μπορούσε δυστυχώς με το πέρασμα των χρόνων να λάβει και διαστάσεις γενοκτονίας, και ας ακούγεται υπερβολή, που ακυρώνεται όμως, αν σκεφτεί κανείς μονάχα το μέλλον, που δεν έχουμε να κληροδοτήσουμε πια σε κανέναν. Ένα μέλλον το οποίο δε μας ανήκει. «Μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας /ούτε δική σας»,[2] όπως είπε ο Σεφέρης παλιά, για να το πούμε ξανά τώρα.
   Δεν έχουμε λοιπόν ανάγκη από υπέροχα ενδεχομένως κατασκευασμένα σε εργαστήρια στίχων ποιήματα, όσο εκλιπαρούμε τους ποιητές ν’ αφήσουν τα σινάφια και τις κλίκες μέσα στις οποίες περιχαράκωσαν το εγωτικό τους έργο και τη ναρκισσιστική αυτοπροβολή τους και να γονυκλινήσουν ενώπιον των αναγκεμένων και κυριολεκτικά ανυπεράσπιστων ανθρώπων και να καταθέσουν τη φωνή και τη σιωπή αυτών των ανθρώπων, που χάνουν κάθε μέρα τα πάντα, προκειμένου να επιβιώσουν και προπάντων την αξιοπρέπειά τους. Ας αφουγκραστούν λοιπόν οι όποιοι εναπομείναντες ποιητές την αγωνία που πάει κι έρχεται στους δρόμους μας, που τρυπώνει παντού και ας μιλήσουν γι’ αυτήν. Μα ποτέ βέβαια δε θα μπορούσαν να μιλήσουν, αν η αγωνία αυτή δεν ήταν βέβαια και δική τους. Ποτέ δε μπορείς να μιλήσεις για πόνο δανεικό.
   Ο Γιώργος Δελιόπουλος μαζί με τους μαθητές του, αφουγκράστηκαν την αγωνία αυτή, στο βαθμό που ο καθένας του μπορούσε, και την καταθέτουν απόψε εδώ, για να επιβεβαιωθεί πως η ποίηση έχει να κάνει με την καθημερινότητα και πως είναι μεταρσίωση, το απόσταγμα και το απόθεμα της καθημερινής κουβέντας, όπως υποστήριζε πάντα ο ποιητής Μίμης Σουλιώτης.
   Πέραν τούτου και υπεράνω όλων η ίδια η πραγματικότητα, που είναι αυτή το παραμύθι, όπως είπε ο ποιητής Αργύρης Χιόνης ή που πρέπει -για λόγους επιτακτικής ανάγκης, σχεδόν επιβίωσης- να γίνει παραμύθι. Ακολουθήστε με τώρα σε κάποιες διαφορετικές εικόνες:
Μια γυναίκα κάπου κάτω από την οροσειρά της Πίνδου αφήνει πίσω της το πατρικό του άντρα της μες στα βουνά. Οι οικογένειες που μέναν μαζί κατεβαίνουν για λόγους οικονομικούς στον κάμπο. Φεύγοντας, η νύφη γυρνά και κοιτά πίσω της κι αφήνει τη φωτογραφία της πεθεράς της μες στο άδειο σπίτι: να προσέχει τον τόπο τώρα που θα φύγουν όλοι. Η ίδια διέπραξε μια πράξη ποίησης δίχως να το ξέρει.
   Ένας άντρας κάπου στη Δυτική Μακεδονία, για δυο ολόκληρα χρόνια κάθε παγωμένο πρωινό του χειμώνα πηγαίνει κι ανάβει τη σόμπα της μονάχης γιαγιάς του. Δίχως βαρυγκώμια, δίχως ιδιοτέλεια. Διαπράττει μια πράξη ποίησης -δίχως να το ξέρει.
   Μια γυναίκα κάπου στο κέντρο της Αθήνας, ζει μονάχη με το γέροντα πατέρα της, κι έρχονται Χριστούγεννα, και του στολίζει το δέντρο που στέκεται στη βεράντα του δωματίου του, να το βλέπει κάθε που ξυπνά, κάθε που στέκεται, κάθε που βραδιάζει. Να το χαίρεται σα μικρό παιδί και κείνη να τον προσέχει σα να’ ναι μικρό παιδί -και πιο πολύ. Διαπράττει επίσης μια πράξη ποίησης, δίχως να το υπολογίζει.
   Ένας άλλος άντρας κάπου στο Αιγαίο λυγίζει απάνω απ’ τον κατάκοιτο πατέρα του, τον βαστά και τούτος, σα να βαστά μικρό παιδί μες στην αγκάλη, τον σηκώνει, ώσπου να φύγει η αναπνοή του και να σηκωθεί η ψυχή του μες στα ουράνια.
   Τούτοι -οι παραπάνω- ίσως και να μην ήταν ποιητές. Διέπραξαν όμως πράξεις ποίησης υψηλές. Γιατί η ίδια η ζωή είναι η καθαρόαιμη ποίηση, καθώς η μια είναι η γραπτή και η άλλη, η της ζωής η ποίηση, άγραφη απλώς. Θα μπορούσα να καταθέσω άπειρα υπέροχα -καθημερινά σχεδόν- «ποιήματα» της άγραφης. δε θα μπορούσα όμως να ανασύρω και άπειρα υπέροχα ποιήματα της γραπτής. Ίσως και ευτυχώς.
   Διαβάζοντας τα ποιήματα που έγραψαν τα παιδιά του 1ου Γυμνασίου, μπήκα στον πειρασμό να αποσύρω στίχους σκόρπιους, σχεδόν από το κάθε ένα από αυτά, δημιουργώντας έτσι -αμοντάριστα σχεδόν- ένα νέο ποίημα ως ψηφιδωτό ή ως αλυσίδα ή και ως φύλλα -ίδια και διαφορετικά ενός δέντρου. Ένα ποίημα αλλιώς, που ίσως και να είναι και το υπόγειο ρεύμα που τα διασχίζει. Σας το παραδίδω, ευχαριστώντας τα παιδιά από καρδιάς για τη μοναδική εμπειρία ανάγνωσης:

Πάρε ένα πρόσωπο
και βάλε φωνή

«Όσ’ αγαπώ έχουν χαθεί»
ψέλλισες με μισή ψυχή

Θα φύγω από δω πέρα
με τα φτερά σαν το πουλί

Αυτός ο τόπος πια δε με χωρεί

Θα ψάξω αλλού να βρω χαρά                                          
πέρα σε μέρη μακρινά                                           
με την ελπίδα συντροφιά

Μήπως μπορέσω και σε λησμονήσω

Για να ξεχάσω ό, τι με πονά

Ζητάω πολλά;

Κι είπε, θα βρει μιαν άλλη γη
να ορίζει μόνος τη ζωή

Όμως, φίλε μου,
αυτή είναι η καθημερινότητα
κι η δυστυχής πραγματικότητα

Οι ίδιοι είμαστε παντού

Αναζητούμε μια φωνή
σε κάποια δύσκολη στιγμή

Διψάμε για το αύριο

Διψάμε για τον ήλιο

Διψάμε για χιόνι

Διψάμε για τραγούδια

Διψάμε για το γάργαρο νερό

Διψάμε για το χρώμα

Διψάμε και για όνειρα

Διψάμε για αγάπη
χωρίς καμιά απάτη
και δίχως δισταγμούς

Στον άδειο κήπο
του σπιτιού μου προσδοκώ
να βρω αγάπη

Το κακό παντού,
η αγάπη πουθενά.
Πώς θα σωθούμε;

ΖΗΤΕΙΤΑΙ κάθε είδους αγάπη,
μητρική, αδερφική, φιλική, πλατωνική.
Όλες μάς είναι πολύτιμες

Θρύψαλα ήμουν
κι εσύ με συγκόλλησες
με χαμόγελα

Διψάμε για ελπίδα

Όμως αυτή αργεί
και μας αφήνει να διψάμε,
να διψάμε για χαρά…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πίστη
Όποιος έχει αρκετή, ας την κομματιάσει
σε μικρά κομμάτια για όλους
Όλοι την έχουμε ανάγκη

ΖΗΤΕΙΤΑΙ έστω και λίγη αλήθεια
Αν τη βρεις, ακολούθησέ την
Δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει

Μονάχο άνθος
αναζητώ κρυφά την
αλήθεια να βρω

ΖΗΤΕΙΤΑΙ φως,
για να στραφούν
όλα  τα βλέμματα
και τα λουλούδια εκεί

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ξίφος,
για να κόψει στα δύο
την αδιαφορία που χάραξε
την εποχή μας

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ χέρια,
για να σμιλέψουν
τον κόσμο απ’ την αρχή

Γι’ αυτό κι εγώ λοιπόν
σας γράφω ένα ποίημα.

Πριν χρόνια ο μεγαλύτερος ίσως δραματουργός μετά το Λόρκα, Αλεξάνδρο Κασσόνα, στο έργο του «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια», έγραφε: «Έτσι που πάει ο κόσμος όλοι όσοι δεν είμαστε ηλίθιοι, έχουμε ανάγκη να είμαστε λίγο τρελοί».[3] Ή λίγο ποιητές, θα πρόσθετε κανείς. Ή πολύ ποιητές. Αν όχι στη γραφή, στην ίδια τη ζωή. Και να πεθαίνουμε όρθιοι, σαν τα δέντρα, όταν, αφού έχουν πεθάνει μέσα τους, στέκονται έπειτα και μολοντούτο όρθια.

19 Ιουνίου 2013

[τοποθέτηση στην εκδήλωση του 1ου Γυμνασίου Πτολεμαϊδας «Πάρε μια λέξη», όπου οι μαθητές παρουσίασαν τα δικά τους κείμενα μαζί με τον δάσκαλό τους Γιώργο Δελιόπουλο]


[1] Λάσκαρης Χ., Ο φωταγωγός, ό.π., 48
[2] Σεφέρης Γ., Η’, Μυθιστόρημα, Ποιήματα, Ίκαρος, 1992, 52
[3] Κασόνα Αλεξάνδρο, Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια, Δωδώνη, 1977, 65

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου