Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Όσοι και όσο μπορούμε, διαβάζουμε ακόμη


Η θάλασσα είναι θάλασσα. Η ζέστη μαλακώνει, ψυχές και σώματα. Τα βουνά σε χτίζουν περισσότερο. Τα βουνά που αφήνει κανείς πίσω του. Σύννεφα, σου είπαν, έρχονταν από τις Πρέσπες. Σύννεφα συναγμένα για τις βροχές του καλοκαιριού που δε σταμάτησαν. Το παραλήρημα των βιβλίων που κουβαλά κανείς απάνω του. Στίχοι και αράδες αντάμα. Γρίλιες και άνεμος μέσα απ' αυτές. Ζωή εναντίον της τέχνης και τούμπαλιν. Ένας κόσμος παλιός, ωσάν τσιφλίκι που ήταν, καταρρέει. Θα υπάρξει άλλος και ποιος; Επιστρέφεις στο αρχικό ερώτημα, στριμώχνοντας κάπου την καθημερινότητα ή απωθώντας την για όσο πάρει.

Θυμάσαι το Θεοτόκη από την Κέρκυρα και τον "Απελλή" του (εκδόσεις Άγρα, 1991). Νουβέλα αριστουργηματική εκλήθη, δημοσιευμένη στο "Νουμά" το 1904. Ο ζωγράφος Απελλής από τη Μίλητο και η Καμπάσπη, η ερωμένη του Μεγαλέξαντρου, που του την "παραχώρησε" ο τελευταίος, μόλις ο Απελλής, ζωγραφίζοντάς την μετά από εντολή του, την ερωτεύτηκε ακαριαία, βαθμιαία -ποιος μπορεί με σιγουριά να πει. Μόνο τη φράση του Θεοτόκη μπορεί κανείς να παραθέσει, "Καμπάσπη, σ' αγάπησα", και ο καθείς βγάζει τα συμπεράσματά του. 

Εντούτοις ο Απελλής τη θυσιάζει με τη σειρά του στην τέχνη. Καθώς θέλημα και μέλημά του ήταν να απεικονίσει "τον ανώτατο πόνο του αιώνιου ψυχομαχημού" του Προμηθέα, δηλαδή του ανθρώπου, "που δεν ελπίζει ούτε θάνατο". Το τραγικό τούτο: να μην ελπίζεις ούτε του θανάτου την ανάπαψη. Τη θυσιάζει λοιπόν, "σκοτώνοντας" τον αδελφό της, προκειμένου με το μαρτύριό του να του δώσει την εικόνα του πόνου που του χρειαζόταν. Μαζί του χάνεται όμως και η Καμπάσπη. "Τώρα η αγάπη ενικούσε στην καρδιά του την τέχνη, μα ο Προμηθέας ήταν έτοιμος". Κράτησε λοιπόν τον Προμηθέα του. Κέρδισε και την αιωνιότητα.


 Το γεγονός και η προτροπή θυμίζει βέβαια μια άλλη ανάγνωση του θέρους, στην οποία ο Γκαίτε θα προτιμούσε να μην είχε γράψει την εξαιρετική "Ελεγεία" του, αλλά να είχε την Ουλρίκε. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει ο Μάρτιν Βάλζερ, ο σχεδόν βιογράφος του, στο μυθιστόρημα "Ο άντρας που ήξερε ν' αγαπάει". "Δώσε να βρέξει, Κύριε, κι ας είναι φωτιά. Πάνω μου". Με τούτη τη φράση ακυρώνεται, τουλάχιστον μυθιστορηματικά, η διαβρωτική ισχύς της τέχνης έναντι της ζωής. Τα αποσπάσματα  λειτουργούν και ως άσκηση αντιγραφής:

Κάποιος θεός σε προίκισε με το χάρισμα να λες πόσο πονάς. Τι θλιβερό προνόμιο! Μακάρι να μπορούσαμε να αυτοπυροβοληθούμε. Το μαρτύριο είναι να πρέπει να πεις πόσο πονάς.

Ο πόνος είναι βρώμικος. Μας βρωμίζει. Όταν γίνεται ανέλπιδος, δεν υπάρχει άλλη κάθαρση από το θάνατο. Καταφεύγεις στη συγγραφή...

...γνωρίζοντας ότι μόνο με τη συγγραφή μπορούσε να απαντήσει σε τούτον τον καταιγισμό συναισθημάτων.

Το ποίημα ήταν "επείγον". "Επείγον" της ψυχής. 

Παραδομένος σ' ένα συναίσθημα που δεν γνώριζε ακόμη λέξεις, αλλά τον οδηγούσε αλάθευτα στην εύρεση των λέξεων. Ό,τι δεν ανταποκρινόταν σε τούτο το συναίσθημα δεν καταγράφηκε στο χαρτί. Αυτή ήταν η ομορφιά της γραφής, και ιδίως της ποίησης: η πλήρης βεβαιότητα της επιτυχίας. Ανεξάρτητα από το πώς θα κρινόταν εν συνεχεία το αποτέλεσμα, το μέγιστο ευτύχημα ήταν ότι η εκάστοτε καταγραφή ανταποκρινόταν απόλυτα στο συναίσθημα που τον είχε οδηγήσει στη συγγραφή. Τούτη η αταλάντευτη ψυχική διαδρομή: σαν να υπήρχε κιόλας το κείμενο, προτού το συνθέσει, κι εκείνος να χρειαζόταν μονάχα να το ανακαλύψει. Και όταν το ανακάλυπτε, αυτό το αίσθημα της τελειότητας. Καμιά λέξη δεν μπορούσε να αντικατασταθεί ή να μετατοπιστεί. Καλά, η εμπειρία δίδασκε ότι αύριο ή σε μια βδομάδα ενδέχεται να το βλέπεις ή να το αισθάνεσαι διαφορετικά, αλλά σήμερα, σήμερα ταυτίζεσαι με το τέλειο ποίημα που βρίσκεται μπροστά σου. Η τελειότητα του κειμένου ενισχύεται από αυτό που καλείται να εκφράσει. Το κατευθυντήριο συναίσθημα ήταν αρχικά πόνος, αβάσιμη οδύνη, αποτρόπαιη πίεση, οικτρή εγκατάλειψη, συνταρακτική αδυναμία επιβίωσης. Ότι τούτη η εξευτελιστική συντριβή εξέβαλε σ' ένα συναίσθημα που κατόρθωσε να σε οδηγήσει λέξη προς λέξη ως το τέλος, αυτό συνιστά το θαύμα της συγγραφής.

Για πρώτη φορά δεν βοηθά η ολοκλήρωση της συγγραφής. Μόνον η συγγραφή βοηθάει.

Χάρη σε τούτο το ποίημα κάθε πόνος ομορφαίνει. Και ο εξωραϊσμός του πόνου είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε κάποιον πόνο.

...τώρα, Ελεγεία, πού είσαι, τι κάνεις, τίποτε, τίποτε, τίποτε, εκείνοι ξαπλώνουν ο ένας δίπλα στον άλλον δίχως καμιά ελεγεία, η ζωή δεν χρειάζεται καμιά ελεγεία, η ζωή περιφρονεί την Ελεγεία... 

Όλα τα δεινά του κόσμου γεννιούνται από έλλειψη αγάπης. [...] Ο τόνος ηχεί υπερβολικός, επειδή η ανθρωπότητα έχει εκπαιδευτεί στην καταπίεση, στη φίμωση και στην αποσιώπηση. Στη γονυκλισία.
Η εκρηκτικότητα του λόγου του οφείλεται στο γεγονός ότι μια ζωή ολάκερη, πάντα κάτι έλειπε από όλη τη ζωή του. Η αγάπη. Τώρα βρίσκεται εδώ. Άρα υπάρχει. Δεν είναι μονάχα λογοπαίγνιο. Πρόκειται για τη μέγιστη δυνατή βεβαιότητα. Για το πλέον υπαρκτό πράγμα. Κάτι που σε γεμίζει εντελώς. Η μεγαλύτερη ασφάλεια. Το πόρισμα: Μπορεί να στερηθεί οτιδήποτε άλλο στον κόσμο αλλά όχι εκείνη. Ορίζεται από την αγάπη του για εκείνη. Ταυτίζεται με την αγάπη του για εκείνη.

Η ζωή. Οι δυο τους ήταν η ζωή. Έτσι του ήταν αδύνατο να υπερασπιστεί τα γραπτά του.

Μάρτιν Βάλζερ. Κρατώ σφιχτά το όνομα του συγγραφέα. Ως και το εντελώς και καθ' όλα ανθρώπινο πρόσωπο του Γκαίτε που μας εμπιστεύεται μέσα από τη γραφή. Η ανάγνωση τούτη: σα να σου λείπουν μέλη του σώματος που τα βρήκε και τα συγκόλλησε. Σα να εισχώρησε στα εντελώς βαθιά της ψυχής εκείνου, για να μιλήσει για τον ίδιο. Γιατί δίχως αμφιβολία πρόκειται για τον ίδιο το Βάλζερ μέσω Γκαίτε. Πάντα όμως ή σχεδόν πάντα έτσι δε γίνεται; Δανείζεται κανείς προσωπεία προκειμένου. Πρόκειται λοιπόν για τον ίδιο. Γιατί μονάχα όποιος έφτασε στα υπόγεια του πόνου, μπορεί έπειτα να τον ψηλαφήσει και να τον περιγράψει τόσο καλά. Ίσως και ένας άριστος ψυχογράφος. Γιατί όχι;

Το αφήγημα ξεκινά ως μυθιστόρημα, για να διαψευστεί στην πορεία και γρήγορα μάλιστα. Υπάρχει ως μυθιστόρημα στο βαθμό που χτίζεται η εξιστόρηση αυτού που παγιώνεται βαθμιαία ως ανάμνηση. Από τη στιγμή της ανάμνησης και έπειτα, από την ώρα που όλα λαμβάνουν χώρα στην ενδοχώρα του Γκαίτε, δε δύναται να μιλήσει κανείς για μυθιστόρημα παρά για παραλήρημα μονάχα. Το παραλήρημα ενός Γκαίτε. Ο Βάλζερ υπάρχει ως ο ωτακουστής ή ο σεισμογράφος του παραληρήματος αυτού. Δηλαδή του άφευκτου σεισμού που εξελίσσεται στην ενδοχώρα.

Νιώθεις μια ευγνωμοσύνη για τον άγνωστό σου ως τα τώρα συγγραφέα. Ευγνωμοσύνη για το πρόσωπο και την ψυχή του προσώπου που σου παρέδωσε. Και όπως συμβαίνει με όλα τα σπουδαία "κείμενα", για το παράθυρο και τις θύρες που σου άνοιξε. Να δεις τον κόσμο δίχως ματογυάλια.  Είναι λίγα αυτά; 

"Μια ελαφρότητα που δεν είχε νιώσει ποτέ του. Ονομαζόταν αστοργία. Ναι. Δεν την είχε γνωρίσει ποτέ. Δεν την είχε βιώσει ποτέ. Αλλά δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει αλλιώς τούτο το συναίσθημα. Ήταν ελεύθερος. Δεν χωρούσε αμφιβολία, ήταν άστοργος. Αστοργία, αισθητή, πρωτοφανής ευρυχωρία, μπορεί και κενό, αναισθησία που υπερκάλυψε όλες τις αισθήσεις, λυτρώθηκε, ελευθερώθηκε, αυτή είναι η απόλυτη ελευθερία: να είσαι απαλλαγμένος από αγάπη, χαρά, ζωή, πόνο. Κανείς δεν θα μπορέσει πια να τον βασανίσει. Ούτε ο ίδιος του ο εαυτός. Το πλάσμα λυτρώθηκε. Ο Μωυσής, εξουθενωμένος από την ανάβαση στο όρος της Διαθήκης, παράκουσε την πρώτιστη εντολή, τραγική παράλειψη εσαεί. Εκείνος, σκαρφαλώνοντας στο δικό του Σινά, επίσης εξαντλημένος, αλλά διόλου βαρήκοος, με πρωτοφανώς οξυμένη ακοή, άκουσε την εντολή και την κατάλαβε: Ουκ αγαπήσεις"

Η εκκίνηση της αφήγησης συμβαίνει στις 11 Ιουλίου 1823. Αρκούσε μια ημερομηνία για να κερδίσει πόντους η ανάγνωση. Τα παρακάτω σκόρπια και αποφθεγματικά, με ποιητική δυναμική, του Βάλζερ:

Εκεί η ζωή μου είναι περισσότερο θέατρο παρά ζωή

Τώρα το βλέμμα της. Δεν υπάρχει τρόπος να αμυνθείς. Δεν θα ήξερες εναντίον ποιου πράγματος να αμυνθείς. Είσαι αιχμαλωτισμένος. Αιχμάλωτος αυτού του βλέμματος.

Πώς να ζήσει με τούτο το βλέμμα;

Τι άλλο είναι ο φθόνος παρά μια μορφή θαυμασμού καταδικασμένοη σε αποτυχία.

Αν εκείνη δεν έρθει, αυτός θα καθίσει εδώ και δεν θα ξανασαλέψει. Ένας άνθρωπος που πέτρωσε εν αναμονή.

...αλλά τούτο το σταθερό βλέμμα το διαθέτετε κι εσείς. Ποτέ σας δεν βλεφαρίζετε. Και όπως θρυλείτε από τα αρχαία χρόνια, έτσι μπορεί να διακρίνει κάποιος τους θεούς από τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι βλεφαρίζουν, οι θεοί όχι.

....την προσείλκυαν τα λουλούδια σαν μια χαμένη πατρίδα...

...ώστε να γεννάται ευθύς η ελπίδα, τούτο το άνθος, που το ανέθρεψα με αγάπη από τον μυστικό σπόρο και που διάγει ακόμη την παιδική του ηλικία...

Όποιος δεν συναρπάζεται από τούτο το τραγούδι, μπορεί να ζητήσει θαρρετά να τον κλείσουν στο μουσείο, στο τμήμα με τα λείψανα των πυραμίδων.

Σαν ένα ηλιοτρόπιο έστρεψε τώρα όχι μόνο το κεφάλι, αλλά ολόκληρο τον κορμό της, ναι, απλώς την ύπαρξή της προς τον πρωτοεμφανιζόμενο ήλιο.

Ο οίκτος γειτονεύει με την αηδία.

Το κάτι, που δεν είναι τίποτε και ούτε πρόκειται να γίνει, αυτό που όσο περισσότερο παραμένει ένα τίποτε, γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό, μέχρις ότου γίνει το σημαντικότερο, το πιο σημαντικό από οτιδήποτε άλλο, το ένα και μοναδικό, σε κατακλύζει, σε ορίζει, σε ευφραίνει, σε εκτινάσσει στα ύψη, μόνο και μόνο για να καταστεί η πτώση σου οδυνηρότερη.

...ένιωθε ότι υπάρχουν σκέψεις που μπορούν να σε πνίξουν...

Το γεγονός ότι έχουμε γεράσει δεν μας θανατώνει. Σημείωσέ το. Άσχημο είναι να μη σου επιτρέπεται να αγαπάς. Σου επιτρέπεται βέβαια να αγαπάς, αλλά οφείλεις να εξοικειωθείς με την ιδέα ότι ποτέ πια δεν θα αγαπηθείς.

Αν ο πλάστης μας ενδιαφερόταν να κάνει υποφερτή τη γη, τη ζωή των ανθρώπων πάνω στη γη, τότε από τις εντολές που έδωσε ο Κύριος μέσω του Μωυσή στους ανθρώπους, λείπει η σημαντικότερη: Ουκ αγαπήσεις. [...] Αν ο Μωυσής είχε φέρει από το όρος Σινά τούτη την εντολή, η ανθρωπότητα δεν θα είχε στερηθεί τίποτε άλλο εκτός από την τραγωδία. Πηγή κάθε τραγωδίας αποτελούσε ανέκαθεν η αγάπη. Και πόσο εύκολα θα τα βγάζαμε πέρα δίχως την αγάπη! Για την αναπαραγωγή δεν στάθηκε ποτέ απαραίτητη. Για ποιο λόγο λοιπόν υπάρχει η αγάπη; Για να αισθανόμαστε ότι δεν ζούμε πλέον στον παράδεισο. Για να μην λείψει ο πόνος από καμιά ανθρώπινη ζήση. Από κανέναν.

Αγρύπνια: αυτό είναι το μαρτύριο. Αγρύπνια σημαίνει ότι σκέφτεται εκείνην.

Αν εκείνη δεν είναι όπως τη φαντάζεται, τότε εκείνος ζει σε μια αυταπάτη, την οποία αδυνατεί να διαλύσει. Το ονομάζει αγάπη, αλλά το νιώθει σαν έγκαυμα. Ή σαν ένα και μόνο ουρλιαχτό. Ή γενικά σαν καταστροφή.

Αγαπούσε εξάλλου να κοιτάζει πάντα προς τα ψηλά. Τώρα αυτό ταίριαζε.

Ο κόσμος, όπου κι αν τον αγγίξεις, βρίθει από ιστορίες, ο κόσμος είναι ένας αφηγητής.

Αγνοούσε τη συνέχεια. Όλη τη νύχτα αγνοούσε τη συνέχεια. Μια νύχτα που αγνοείς τη συνέχειά της, τραβάει σε μάκρος.

Ο ταξιδιώτης είναι πάντα πληγωμένος. Ο ξενοδόχος το ξέρει. Ο ξενοδόχος είναι ο γιατρός που σώζει την ψυχή του.

Ό,τι μας ενδιαφέρει, μας ζωογονεί. Και όσο περισσότερο μας ενδιαφέρει τόσο περισσότερο μας ζωογονεί. Είναι αδιάφορο ποιο πράγμα μας ενδιαφέρει, σημασία έχει πόσο.

Μας μεταμορφώνετε όλους σε ποιητές.
Γκαίτε: Επειδή όλοι σας είστε ποιητές.

Κισσός σημαίνει ανάμνηση. Θέλουμε να μη λησμονηθούμε.

Άπελπις είναι ο αγώνας της πραγματικότητας εναντίον της ομορφιάς.

Ένα δευτερόλεπτο αρμονίας, ικανό να τροφοδοτήσει τον κόσμο για μια ολόκληρη χιλιετία.

Οι γυναίκες είναι το φύλο της αντικειμενικότητας. Ο άντρας βιώνει όλα τα πράγματα ως διάθεση. Ως τη δική του διάθεση. Η γυναίκα βιώνει πάντα την ουσία των πραγμάτων. Την ίδια την ουσία τους. [...] Οι άντρες ανήκουν στους χάρτες των επιτελών και στα τραπέζια των γραφειοκρατών. Οι γυναίκες στο πηδάλιο.

Μόνον οι άλλοι είναι σε θέση να σε ξέρουν. Όσο περισσότερο σε αγαπούν, τόσο καλύτερα σε ξέρουν. 

Ο καθένας μας είναι Ερινύα, όταν το επιβάλλουν οι συνθήκες.

Διάβαζε κάθε στίχο όχι μόνο με τα μάτια αλλά με την ψυχή. Ψυχή τε και σώματι.

Τρία πράγματα δεν μπορείς να κρατήσεις μέσα σου: φωτιά, έρωτα, στίχο!

Ο ερωτευμένος είναι άτρωτος. Πληγώνεται μόνο από εκείνον που αγαπά. Ζει κάτω από άλλο ουρανό. Παρίσταται μόνο φαινομενικά. Είτε μιλούν για τον καιρό είτε για τον Καντ, στην ψυχή του επικρατεί η ιερή σύγχυση της αγάπης.

Από την παντελή απουσία ελπίδας ξεφεύγω με τη βοήθεια μιας αποτρόπαιας ευχής: Μακάρι να μπορούσαμε να τυφλώσουμε την ψυχή, όπως τυφλώνουμε τα μάτια.

Μέγιστη προσοχή στις συζητήσεις περί μουσικής: Αν η μουσική θεραπεύει τα ψυχικά τραύματα ή τα επιδεινώνει.

Όση ώρα αιωρείται ομίχλη ύστερα από βροχερές νύχτες, πρέπει να φυλάγομαι.

Όλα είναι σχετικά, με εξαίρεση την αγάπη. 

Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, αλλά μόνο για έναν άνθρωπο.

Η καρδιά του: το φυλακισμένο ζώο. Εκείνος: ο δεσμοφύλακας.

Η ψυχή είναι ένα όργανο. Τώρα το έμαθε. Μπορεί να πεθάνεις από ψυχή.

Αν δεν φιλιούνται οι ψυχές, τα στόματα είναι νεκρά. 

Η αρμονία είναι φρικτή, είναι το νεκροταφείο του συναισθήματος.

Η καρδιά του κτυπάει και θέλει να βγει. Δεν μπορείς να επιβάλεις καμιά απαγόρευση στην καρδιά σου. Είναι γηραιότερη από σένα.

Κάποτε αρχίζει, στο κοίλωμα της μασχάλης, πάνω στο στήθος, σύντομα δεν υπάρχει κανένα σημείο από το οποίο να μην ξεπηδά νερό, ύστερα μετατρέπεται σε πλατιά έκταση, όπου αναβλύζουν χιλιάδες μικροσκοπικές πηγές και ρυάκια κυλούν προς τα κάτω. Το σώμα σου κλαίει, σκέφτεσαι.

Όποιος δεν απελπίζεται, δεν ζει.

Η μοίρα απλώς δεν το συνηθίζει να καταφέρει δυο φορές το ίδιο πλήγμα.

Μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων τίποτε και ότι η πραγματικότητα τα ξεπερνάει όλα, ακόμη και όσα μπορούμε απλώς να μαντέψουμε, αιφνιδιάστηκε και πάλι.

Τη ζωή δεν χρειάζεται να τη βαθμολογείς αλλά να τη ζεις

ΜΑΡΤΙΝ ΒΑΛΖΕΡ, Ο άντρας που ήξερε ν' αγαπάει (μετάφραση: Ηλία Τσιριγκάκη), Εστία 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου