Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Περί πόνου και άλλων τινών


Ανοίγοντας τα μέιλ της μέρας και μέσα στην αλήθεια των ελάχιστων από αυτά. Νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ αυτό το ελάχιστο-πολύτιμο που έλαβα. Για χάρη όλων αυτών των παιδιών και της συναισθηματικής νοημοσύνης τους, που τη στερούνται οι υπόλοιποι, δηλαδή εμείς, οι πλήρεις από την άλλη.

"Είναι ένα παιδάκι που έρχεται εδώ στο μοναστήρι και είναι διανοητικά καθυστερημένο, αλλά την καλωσύνη που έχει αυτό, ποιος λογικός άνθρωπος την έχει;

Μια φορά το έδειρε ένα παιδί στην γειτονιά, κι εκείνο, αφού έφαγε το ξύλο, του έδωσε το χέρι και του είπε: «Γεια, χαρά!». Ακούς; Ποιος γνωστικός το κάνει αυτό, κι ας έχη διαβάσει Ευαγγέλιο και ένα σωρό πνευματικά βιβλία. 

Μακάρι να ήμουν και εγώ στην θέση του, και ας μην καταλάβαινα και ας μη μιλούσα. Ενώ ο Θεός μού έδωσε όλα τα αγαθά, εγώ τα αχρήστευσα. Στην άλλη ζωή θα κρύβωνται μπροστά του ακόμη και θεολόγοι".

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ




Τα παραπάνω με πάνε στο ακριβώς παρακάτω. Το χειμώνα που πέρασε είχα την τύχη να διαβάσω ένα κείμενο -να πω δοκίμιο θα είναι λίγο- περί πόνου και αγάπης και εξομολόγηση ενός σπουδαίου έτσι κι αλλιώς ανθρώπου. Ένα γυμνό μονόλογο, που προϋποθέτει εντούτοις τον αποδέκτη του, όπως και κάθε εναγώνια εξομολόγηση ή και ομολογία. "Η αδελφή μου" του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι προικισμένη εκ προοιμίου να υπάρχει ως ανάγνωση λυγμική. Από την αρχή ως το τέλος και ως τη μυριοστή επανάληψή της. Τον ευχαριστώ για το μοίρασμα τούτο και την κοινωνία της ψυχής, που τη διαμέλισε, κομμάτια της τα λάβαμε και τα φάγαμε όσοι το πήραμε στα χέρια μας.  Μερικά βιβλία σού φωνάζουν ν' απλώσεις το χέρι και να τ' ανασύρεις από το ράφι. Σου φωνάζουν. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης έχει γράψει και έχει κάνει σπουδαία πράγματα στη ζωή του. Ίσως το πιο όμορφο, το πιο πολύτιμο, να είναι αυτό. Προσκυνώ ευλαβικά, όπως σε εικόνα.

Αντιγράφω, για το μοίρασμα και μόνο:

"Στη 1.20' ξημερώματα της Δευτέρας 13 Αυγούστου 2012, πέθανε στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", στα εξήντα της χρόνια, η αδερφή μου, ο άνθρωπος που αγάπησα περισσότερο στη ζωή μου, ο μόνος μάλλον που αγάπησα πραγματικά -εξαιρούνται πάντα από αυτούς τους λογαριασμούς τα παιδιά μου. Κάτι παραπάνω: ήταν εκείνη που με έκανε να νιώσω, από πολύ νωρίς, κάτι από το μυστήριο της αγάπης.  
Η αρρώστια αυτή μετέτρεψε τη σχέση μου μαζί της σε πεπρωμένο. 

Οι ελληνικές οικογένειες κρύβουν τις αρρώστιες τους, όσες μπορούν να κρυφτούν. Την κρύψαμε και εμείς. [...] Ο λόγος της απόκρυψης ήταν για να δείχνουμε και εμείς όπως όλοι οι άλλοι, αλλά και για να προστατευόμαστε από τη σκληρότητα και τη χαιρεκακία του κόσμου. Όποιοι όμως και αν ήταν οι λόγοι, εμένα, μικρό παιδί, με φόρτωσαν με ένα βαρύ μυστικό. Το μυστικό αυτό που δε μοιράστηκε με κανέναν έγινε σιγά σιγά ασήκωτο, δεν υπήρχε καν η ανακούφιση που φέρνει το ίδιο το γεγονός ότι μιλάς για τα βάσανά σου.

Ο πόνος της συλλογικής συμφοράς, είτε η φύση τον προκάλεσε είτε η ιστορία, είναι πολύ λιγότερο βαρύς από τον πόνο που προκαλεί η ατομική συμφορά, εκείνη που χτύπησε εσένα μόνο ή τους δικούς σου: μια ανίατη αρρώστια ή ο θάνατος ενός παιδιού. Η συλλογική συμφορά, και η φρικτότερη ακόμη, μοιράζεται. Δεν είσαι μόνος, δεν είσαι εσύ ο δακτυλοδεικτούμενος της μαύρης μοίρας. Η κοινότητα του πόνου είναι από μόνη της παρηγορητική. Γι' αυτό και, στη δεύτερη περίπτωση, όταν η συμφορά είναι ατομική, ο πονεμένος αναζητάει παντού, στο παρελθόν και στο παρόν, και άλλους πονεμένους, για να συγκροτήσει μια φανταστική κοινότητα πονεμένων. Ψάχνει και βρίσκει εκείνους που είχαν ανάλογη ή βαρύτερη -ακόμη καλύτερα- μοίρα. Προσπαθεί παράλληλα να συγκροτήσει και μια πραγματική, αν τα καταφέρει, κοινότητα ομοιοπαθών, για να μιλάει και να τον καταλαβαίνουν. Χωρίς μια όμοια ή ανάλογη εμπειρία πώς να νιώσεις τον άλλο που τον έχει τσακίσει ο πόνος; [...] Δεν είναι όμως τόσο η κατανόηση, την οποία ψάχνεις. Η ίδια η ύπαρξη του άλλου πονεμένου σε ανακουφίζει. Θέλεις να ξέρεις ότι υπάρχει. 

Ο πονεμένος άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ζει τη ζωή του διχασμένος. Η ψυχή του, το μυαλό του, τα άντερά του είναι διαρκώς βιδωμένα στον πόνο του, η κοινωνική ζωή όμως έχει άλλες απαιτήσεις, επιβάλλει άλλες κανονικότητες. Μιλάς, συμπεριφέρεσαι, ενεργείς σαν κανονικός άνθρωπος, εσύ όμως βρίσκεσαι αλλού. Ούτε χαίρεσαι τίποτε, γιατί ό,τι και αν γίνεται, εσένα το μυαλό σου είναι παντού αλλού. 

Μόνο με τους άλλους πονεμένους είσαι αληθινός και λες ό,τι πραγματικά θέλεις να πεις. 

Τώρα (όχι τότε) μπορώ να πω και κάτι άλλο: όποιος δεν ένιωσε μια φορά έστω στη ζωή του την επιθυμία να πεθάνει για εκείνον που αγαπάει, έχει στερηθεί κάτι ψυχικά πολύτιμο σε τούτη τη ζωή. Αυτό εννοούσα στην αρχή, όταν έλεγα ότι η Γιούλα μού χάρισε να νιώσω κάτι από το μυστήριο της αγάπης.

Την αρρώστια της αδερφής μου δεν είχα άλλον τρόπο να τη συζητήσω με τον εαυτό μου, να αναμετρηθώ μαζί της, να την κατανοήσω, να την εξημερώσω, παρά μόνο τη χριστιανική διδασκαλία και πίστη. Αυτή ήταν η πατρική κληρονομιά, αυτός ήταν ο κόσμος μου.

Το μόνο θεολογικό ερώτημα που υπάρχει είναι αυτό: η σχέση ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο και την αγάπη του Θεού. Όλα τα άλλα είναι διανοητικές περιέργειες. 

[...] περισσότερο από όλους μας προσευχόταν η ίδια η αδερφή μου, με τη βαθιά και παιδική -με την ευαγγελική σημασία της λέξης- πίστη της. Μια χρονιά, αργότερα, ταξίδεψε στην Τήνο και έκανε το προσκύνημα των απελπισμένων, πήγε γονατιστή από το λιμάνι στην Παναγία. Τρέχαν τα γόνατά της αίμα, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η μοκέτα που υπάρχει σήμερα. Δεν την ένοιαζε το βλέμμα του κόσμου, το σχήμα της αξιοπρέπειας. Μου γυρίζουν πάντα τα άντερα διάφοροι αγέρωχοι προοδευτικοί που χλευάζουν αυτούς τους απελπισμένους ανθρώπους που σέρνονται στα γόνατα γυρεύοντας τη γιατρειά τους, όλοι αυτοί που αισθάνονται ανώτεροι από τη μάνα εκείνη που έχει κάνει τούτο το τάμα, για να σταθεί στα πόδια του το παράλυτο παιδί της. Περπατώντας με το κεφάλι ψηλά στη λεωφόρο της Προόδου, δεν προλαβαίνουν να κοντοσταθούν και να αναρωτηθούν τι πόνος μπορεί να δέρνει αυτούς τους ανθρώπους. Όταν πολύ αργότερα πήγα και εγώ στην Τήνο, είδα με πόσο σεβασμό περιβάλλουν οι άλλοι προσκυνητές αυτούς που πάνε στα γόνατα. Η στιγμή της εισόδου τους στην εκκλησία είναι μια ιερή στιγμή, ένα δέος δονεί την ατμόσφαιρα.

[...] η αμφιβολία για το Θεό σε κάνει συχνά να ακούς καθαρότερα τη φωνή του ανθρώπινου πόνου, ενώ η ακλόνητη και αρραγής πίστη δεν αφήνει πολλές φορές να ακουστεί η απόγνωση και η οιμωγή. Από αυτή την άποψη, η πίστη του σημερινού ανθρώπου, του ανθρώπου, εννοώ, των δημοκρατικών κοινωνιών, είναι πιο ανθρώπινη -όταν δεν παραείναι ανθρώπινη-, ελεύθερη, ανοιχτή και προπάντων φιλόξενη, από ό,τι η πίστη, πολύ συχνά μισαλλόδοξη, της παραδοσιακής Χριστιανοσύνης. 

Προτιμώ τις ραγισμένες φωνές των συγχρόνων, και περισσότερο από όλες τη φωνή της ταχυθάνατης Σιμόν Βέιλ. 

Η ανθρώπινη οδύνη, σε όλες τις μορφές της, αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για να φτάσει κανείς στον Θεό ως αγάπη, γι' αυτό και πρέπει να μείνει για πάντα απαρηγόρητη και ανεξήγητη. Ο ίδιος ο Θεός αποσύρεται από αγάπη, για να οδηγήσει τον άνθρωπο να τον αναζητήσει και να τον αγαπήσει.

Ο Χριστός πεθαίνει μόνος πάνω στον σταυρό, εγκαταλειμμένος. Ο Θεός έχει αποσυρθεί. Χωρίς αυτήν την απόσυρση, δεν θα ακουγόταν ποτέ η σπαραχτική προσευχή του Χριστού πάνω στον σταυρό.  

Χωρίς αυτή την παραίτηση από τη δύναμη, δηλαδή από τον εγωισμό, χωρίς αυτή την κένωση, δεν υπάρχει χώρος για τον άλλο, δεν υπάρχει έλεος. 

Όχι, ο χριστιανισμός, ως θρησκεία της αγάπης, είναι η θρησκεία της χαράς, όποιος δεν έχει χαρά δεν μπορεί να είναι χριστιανός. 

Όποιος δεν έχει πονέσει στη ζωή του δεν θα μπορέσει ποτέ να ανοίξει σπλάχνα οικτιρμού για τον συνάνθρωπο, ούτε όμως και όποιος δεν έχει νιώσει τη χαρά. 

Έμεινε επί ξύλου κρεμάμενη, γιατί ήταν αληθινή.

[...] η μάνα μας, αφού είχε κυριολεκτικά κάνει μούσκεμα την κουβέρτα της το προηγούμενο βράδυ από το κλάμα, αυτή την προαιώνια προσευχή δίχως λόγια. 

Το βάρος της φροντίδας το αναλαμβάνει η μάνα μας, που λιώνει κυριολεκτικά στον απάνω κόσμο. [...] Η ενοχή για τη στάση μου εκείνων των χρόνων -μια στάση σκληροκαρδίας τελικά, υπό το κάλυμμα της ψυχικής αδυναμίας- θα σιγοκαίει πάντα μέσα μου. Πολύ συχνά ο φόβος έναντι της αρρώστιας και του θανάτου, η ψυχική αδυναμία αντιμετώπισής τους, η φυγή, δεν είναι έκφραση ψυχικής ευαισθησίας αλλά εγωισμού, με την πιο βαθιά σημασία της λέξης, δηλαδή αυτοπροστασίας. Ανάμεσα σε αυτούς τους ψυχικά ευαίσθητους εγωιστές και εκείνους που συμπαραστέκονται εντελώς αμέτοχοι ψυχικά, υπάρχουν οι ευλογημένοι άνθρωποι που φροντίζουν με αγάπη και βαθύ ψυχικό συμμερισμό αλλά ταυτόχρονα με ψυχραιμία και διάρκεια, ήρεμα και αγόγγυστα. 

Είχε μια ασύλληπτη χαρά ζωής, ήταν με το μέρος της ζωής μέχρι την τελευταία στιγμή, κυριολεκτικά μέχρι θανάτου.

Δεν ξέρω απολύτως κανέναν άλλον άνθρωπο που να μετείχε στην κοινή λατρεία του Θεού με τόση χαρά. Την χαροποιούσε ιδιαίτερα η ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου το πρωί, τη στιγμή τού Ανάστα ο Θεός τρελαινόταν από χαρά. Η χαρά είναι πνευματικό γεγονός. Προϋποθέτει την καλοσύνη και την αγάπη. Ο κακός δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρούμενος -αυτή είναι και η τιμωρία του, η κόλασή του. Η Γιούλα ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος αθωότητα, καλοσύνη και αγάπη. Λόγω των προβλημάτων της υγείας της, δεν μπορούσε να συντρέξει πρακτικά τους ανθρώπους, ήταν όμως διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή να τους ακούσει και να τους μιλήσει, να τους βοηθήσει και να τους δώσει θάρρος. 

Πρέπει να τολμήσω να πω τα πράγματα όπως πραγματικά τα εννοώ. Πιστεύω ότι η αδερφή μου είχε φτάσει στην αγιότητα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη χάρη που της χρωστώ, μου έδωσε να καταλάβω, να δω με τα ίδια μου τα μάτια τι σημαίνει αγιότητα. [...] Τούτη η αγιότητα προϋποθέτει αρχικώς και κυρίως την παραίτηση από κάθε ίχνος δύναμης, την πλήρη απογύμνωση. [...] Ο άγιος πορεύεται μέσα στον κόσμο γυμνός και ανυπεράσπιστος. Ξαρμάτωτος.  

Η αθωότητα, η καλοσύνη, η αγιότητα υπάρχουν σε έναν άνθρωπο υπό τον όρο ότι το αγνοεί. Όποιος πιστεύει ότι είναι αθώος, αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι δεν είναι. Τι θα πει αθώος; Σημαίνει κάποιον που δεν υποψιάζεται την ύπαρξη του πονηρού, του κακού. Δεν τα βλέπει πουθενά, γιατί δεν τα έχει στα μάτια του. Όλα του φαίνονται καλά, πάντα καθαρά τοις καθαροίς. Η αθωότητα, η καλοσύνη και η αγιότητα δεν είναι ανθρώπινα κατορθώματα, είμαι απόλυτα πεπεισμένος γι' αυτό. Είναι καρπός της χάριτος. Δεν μπορεί κανείς να πει θα γίνω αθώος, καλός ή άγιος, όπως λέει θα γίνω γιατρός, μουσικός ή ζωγράφος. Αν είναι να του δοθεί, θα του δοθεί. Υπό έναν όρο, την παραίτηση από κάθε υπόνοια ισχύος, την απογύμνωση. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ευλογία για τους άλλους, είναι όμως ταυτόχρονα και απειλή. Ο άγιος απειλεί γιατί ανατρέπει τα κριτήρια, τις ιεραρχήσεις, τα φέρνει όλα πάνω κάτω. Η αγιότητα είναι αντικοινωνική. Σκέψου να χαστουκίσεις οργισμένος έναν άνθρωπο στον δρόμο και εκείνος να σου γυρίσει ήρεμα και το άλλο μάγουλο. Αυτό το ευαγγελικό, που και συ τιμάς με έναν τόνο περιπάθειας στη φωνή, αν σου συμβεί πραγματικά στη ζωή, θα σε τρελάνει, θα σε βγάλει από τα ρούχα σου. Σε τούτο τον κόσμο της δύναμης, της αποτελεσματικότητας και της επιτυχίας είναι πολύ κακό παράδειγμα ένας άγιος άνθρωπος. Η επαφή με τον άνθρωπο της αγιότητας είναι απειλητική, γιατί φανερώνει ποιος τελικά είσαι εσύ. 

Η αδερφή μου τα άξιζε όλα και δεν είχε τίποτε. Και όμως ήταν γεμάτη καλοσύνη για όλους. Αόργητη και αμνησίκακη. Ένα σχολείο καλοσύνης και αγάπης. Όχι, δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία να μην είναι κανείς καλός.  

Αν υπάρχει Παράδεισος, είμαι απολύτως βέβαιος ότι η αδερφή μου βρίσκεται εκεί, επιτέλους χωρίς γιατρούς και φάρμακα, μέσα στη χαρά της θέας του δεσποτικού προσώπου και τη ζεστασιά της κοινότητας των αληθινών αγίων. 

Δεν πιστεύω διόλου σε όλη αυτή τη μεταφυσική του πόνου ούτε στην εξαγνιστική λειτουργία του, πιστεύω μόνο ότι όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηγός και λίγο ως πολύ ανόητος άνθρωπος. Αλλά πάλι όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που μπορεί εύκολα να γίνει φθονερός, χαιρέκακος και μνησίκακος. Αυτά τα εγκώμια του πόνου τα κάνουν άνθρωποι που μάλλον δεν έχουν πονέσει όσο λένε.  

Η αρρώστια, η δική σου και των άλλων, σε οδηγεί να εκτιμάς την αξία των πιο κοινών και καθημερινών πραγμάτων της ζωής και ταυτόχρονα να σχετικοποιείς, χωρίς να μηδενίζεις, τη σημασία άλλων, που θεωρούνται σημαντικά (σταδιοδρομίες, ανέσεις και άλλα τέτοια).

Σε εκείνα τα εφηβικά και πρώτα νεανικά μου χρόνια, και μέσα από την εμπειρία αυτή, διαμορφώθξκε οριστικά και ο χριστιανισμός μου. Πολύ απλά: ας πας σε όσες ακολουθίες θέλεις, ας λιώσεις στη νηστεία, ας μάθεις απέξω όλη τη Βίβλο, αν δεν κάνεις πράξη το επείνασα, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με, είσαι κύμβαλο που αλαλάζει. Όποιος αναζητάει το ίχνος του Θεού σε αυτόν τον κόσμο, δεν θα το βρει παρά μόνο στο πρόσωπο των αρρώστων, των πεινασμένων, των φυλακισμένων, των ξένων. Αν δεν ακούει την κραυγήν των πενήτων, την κραυγή της απελπισίας τους και της οργής τους, δεν έχει ακούσει ούτε τον Λόγο του Θεού. Στο πρόσωπό τους μόνο θα δει Θεού πρόσωπο. 

Όποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας.

Μόνο αυτούς θεωρώ μαθητές του Χριστού. 

Ο χριστιανισμός των ανθρώπων γύρω μας είναι μια αποκρουστικά μικροαστική υπόθεση, μια οικογενειακή χρηστοήθεια: να είναι καλά τα παιδιά μας, να καλοσπουδάσουν, να καλοπαντρευτούν, να βρουν μια καλή δουλειά και να προκόψουν. Ουχί και οι εθνικοί το αυτό ποιούσι; Η σχέση με την οδύνη και την αγιότητα της Γιούλας τα τίναζε όλα αυτά στον αέρα. 

Προσωπικά δεν δέχομαι να ακούσω για την ανάσταση των νεκρών παρά μόνο από κάποιον που βρίσκεται στο τελευταία στάδιο του καρκίνου. 

Τούτη η άρνηση του επερχόμενου θανάτου μπορεί απλούστατα να είναι και κάτι άλλο: πλεόνασμα αγάπης. Γιατί η αγάπη δεν είναι λογική, δεν είναι ρεαλιστική αποτίμηση των δεδομένων, αλλά πάντα ελπίζει και δεν συμμαχεί ποτέ με τον θάνατο, μα είναι αυτός ο αιώνιος αντίπαλός της.  

Δεν ξέρω κανέναν άλλον άνθρωπο επί της γης -δεν λέω, μπορεί και να υπάρχουν- εκτός από την αδερφή μου που να ενσωμάτωνε όγκους αγάπης στον τρόπο μόνο που έλεγε το όνομά σου. Δεν χρειαζόταν να πει τίποτε άλλο, αρκούσε να πει το όνομά σου, για να μιλήσει η απέραντη αγάπη της. Αυτό μου λείπει σήμερα περισσότερο από όλα, η φωνή της να με καλεί, να λέει το όνομά μου. Προσεύχομαι να την ξανακούσω στα όνειρά μου.

Η ανάγκη να μιλήσω για την αδερφή μου, να μιλήσω θα έλεγα μαζί της, μου γεννήθηκε όταν γύρισα σπίτι, μετά την κηδεία. Για να βάλω άραγε σε τάξη τα συναισθήματά μου; Για να δαμάσω τον πόνο μου; Είχα ανάγκη από μια καθαρτήρια, αυτοθεραπευτική διαδικασία; Ήθελα να ξεκαθαρίσω λογαριασμούς της δικής μου ζωής; Ήταν και αυτός ένας τρόπος να πενθήσω; Ήταν μια αυτοτιμωρία; Μήπως απλή ματαιοδοξία; Μπορεί να είναι όλα αυτά και άλλα πολλά -ποιος ξέρει τι γίνεται στην ψυχή του; Ο συνειδητός ωστόσο λόγος της απόφασης αυτής ήταν ένας: να μείνει το όνομά της μέσα από τούτο το γραπτό, ένα όνομα που θα έμενε από τα δικά της έργα, αν η μοίρα δεν στεκόταν τόσο σκληρή μαζί της. 

Στη ζωή των ανθρώπων, όχι όλων αλλά πάντως πολλών, υπάρχει ένα γεγονός που επηρεάζει, χρωματίζει και σφραγίζει όλα τα άλλα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι στη ζωή τους υπηρξε μόνο αυτό. Τη δική μου ζωή τη σφράγισε ανεξίτηλα η αρρώστια της αδερφής μου. [...] Χωρίς αυτό δεν θα ήμουν αυτό που είμαι. [...] Ο τρόπος όμως που σκέφτομαι, που αξιολογώ, που αντιμετωπίζω τη ζωή και τους ανθρώπους δεν γεννήθηκε μέσα στα βιβλία ούτε πουθενά αλλού, καθορίστηκε από την αδερφή μου. Δεν λέω ότι είναι ο τρόπος της, γιατί είμαι μίλια μακριά από την καλοσύνη της και από τη χαρά των μικρών πραγμάτων. Λέω απλώς, Γιούλα μου, σου λέω τώρα κάτι που δεν σου είπα ποτέ, αν και εσύ η πανέξυπνη μπορεί να το είχες καταλάβει, ότι σου χρωστάω τα πάντα". 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ, Η αδερφή μου, εκδόσεις Πόλις, 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου