Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

"Στην άκρη της θάλασσας"...στην άκρη της ζωής


Καλοκαιράκι, ελεύθερο κάμπινγκ, άπλα, ραστώνη, ηλιοθεραπεία. Παπαδιαμαντική απλότητα. "Χαίρετε εν παντί...Εν παντί ευχαριστείτε", το μπορείτε;

Γεώργιος Χοιροβοσκός εκ του facebook 


Οι φωτογραφίες μα και το σχόλιο του Χοιροβοσκού εκ του facebook, απ' τα ελάχιστα που αξίζουν τη δεύτερη και την τρίτη ματιά μας, καθώς ο καθείς εκεί μέσα ομφαλοσκοπεί, χαμένος ναρκισσιστικά στο μικρόκοσμό του, που τίποτα δεν είναι σε θέση να τον προσπελάσει. Ούτε καν ο εφιάλτης του σήμερα. Είπαν για τη θρησκεία πως στάθηκε το όπιο του λαού. Ετούτο πώς να το ονομάσω και τι αντίδοτο να βρω; Θα το πω το όπιο του fb, που είναι και το χειρότερο, καθώς μασκαρεμένο. Το επιζητούν μικροί και μεγάλοι, μηδενός -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- σα στερημένοι και του αφήνονται ασυστόλως. Υπάρχουν βέβαια και τα καλά του, δε λέω. Στιγμές όπως αυτή. Φίλοι από παλιά. Εύκολος και άμεσος τρόπος επικοινωνίας, διαφορετικής βέβαια, που στηρίζεται στη γραφή και αυτή ασφαλώς επιφυλάσσει τους γνωστούς κινδύνους του έμμεσου που λειτουργεί συχνάκις και  παραπλανητικά, άρα και επικίνδυνα. Αντίδοτο εντούτοις σε αυτό το όπιο δε γνωρίζω, πλην βέβαια της πραγματικής ζωής.

Η Αθήνα βράζει και οι συμπολίτες στα μπάνια του λαού ξεχύνονται -μα και τι να κάνουν οι άνθρωποι δηλαδή;- μικροαστοί που απομείναν ή και για την ώρα απομένουν στα επιτρεπτά όρια επιβίωσης και όσοι δεν κατήλθαν στα υπόγεια της φτώχειας. Πατείς με πατώ σε οι παραλίες μέρα Σάββατο και Κυριακή ολόκληρη, ο αγκώνας σου ακουμπά στου διπλανού, ακούς καθαρά και ξάστερα τις συνομιλίες της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, συμμετέχεις στην ομήγυρη θέλοντας και μη, υπάρχεις μαζί τους για μια-δυο ώρες, ώσπου να πάρεις το δρόμο της επιστροφής με ανακούφιση. Ομπρέλες και παιδιά, ξαπλώστρες και ρακέτες, αντιηλιακά και κουβαδάκια, όλα ανάκατα. Μαζί και οι εικόνες που σου σφηνώθηκαν απ' το προηγούμενο βράδυ. Θησείο ανάβαση και έπειτα πίσω πάλι, κατάβαση προς Μοναστηράκι, στρίβεις στη Βρυσακίου, χαρτοκούτια στις άκρες των στενών να περιμένουν τα σώματα που θα τρυπώσουν μέσα τους για μια στάλα νύχτα, σκοτάδι απέναντι μα η Ακρόπολη σε φωτοχυσία επιπλέον και λόγω της πανσελήνου που πέρασε, στρίβεις ξανά και κατεβαίνες, για ν' ανέβεις Ρωμαϊκή Αγορά και Αέρηδες. Κι εκεί μέσα στις φυλλωσιές τρανζίστορ ακούς και κάτι σα ρεμπετικο, τους νιώθεις πριν να τους δεις, τη βλέπεις όμως να ετοιμάζει τα στρωσίδια απάνω στο παγκάκι, απέναντί της κι άλλη, περνάς ανάμεσα, μα ντρέπεσαι να κοιτάξεις, σε χαρτόκουτα ψυχές και σώματα, και λίγο πιο πέρα μουσικές και μυρωδιές και η λέξη διασκέδαση και χαλάρωση να ξεσαλώνουν ακόμα και πέραν τούτων και ανερυθρίαστα. Πιο πέρα άλλοι κι άλλοι. Ήρθαν μπροστά σου ξανά μέσα από τις φωτογραφίες που σε έφτασαν. Σου ήρθαν ως υπενθύμιση και υπογράμμιση της πραγματικότητας. Μην τύχει και τους ξεχάσεις. Εδώ πάνω στα δυτικά, μα και όπου στην ενδοχώρα δεν τους ανταμώνεις εύκολα στην κάθε μέρα, ενώ εκεί ή και αλλού πέφτεις απάνω τους -εδώ πάνω στα δυτικά, μην τύχει και τους ξελησμονήσεις.

Στο μεταξύ εκεί και στην άκρη της θάλασσας, και εντός του πλήθους, ανασύρεις βιβλίο, λιτή, υποδειγματική έκδοση των εκδόσεων poema (κεντρική διάθεση στην Αθήνα βιβλιοπωλείο Λεμόνι, όπως και ο Ιδαλγός άλλωστε) για την Αχμάτοβα, που δε χωρά βέβαια εκεί, στα μπάνια του λαού και στη οχλαγωγία τους, παρά μόνο στο ότι υπήρξε και εκείνη προ πολλού στην "Άκρη της θάλασσας". 

Με τούτο το πολύστιχο ποίημα η Αχμάτοβα αποχαιρετά, καθώς μας ξεναγεί σε αυτό η μεταφράστριά της από τα ρωσικά Ασπασία Λαμπρινίδου -μια μετάφραση που ρέει- τα καλοκαίρια των παιδικών της χρόνων στις παραλίες της Μαύρης Θάλασσας και επομένως οριστικά και αμετάκλητα την εποχή της αθωότητας, λίγο προτού μπει η Ρωσία στο μεγάλο πόλεμο και εκείνη στο ταξίδι προς την ενηλικίωσή της. "Ήταν στο Σλέπνεβο" γράφει στα ημερολόγιά της "στο δωμάτιό μου. Κι αυτό σήμαινε ότι είχα αφήσει πίσω μου τα χρόνια της νιότης μου στη Χερσόνησο, το αγρίμι των αρχών του αιώνα, κι ένιωσα το σιδερένιο βήμα του πολέμου. Έτσι ήρθε ως εμένα το ποίημα Στην άκρη της θάλασσας...".


Η προσωπογραφία της ποιήτριας ανήκει στη συνονόματη εντελώς Ρωσίδα ζωγράφο Olga Della και έπειτα Vos-Kardovskaya, ζωγραφισμένη επίσης το 1914, που είχε ήδη ζωγραφίσει το 1909 και τον πρώτο σύζυγο της Αχμάτοβα, τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. Εντούτοις και η αυτοπροσωπογραφία της μοιάζει στη στάση τουλάχιστον σε εκείνη. Πιο αγέρωχη η πρώτη ή και με την ψευδαίσθηση τούτης της αίσθησης, πιο λυρική η δεύτερη. Η δύναμή της το βιβλίο πάνω στο οποίο ακουμπά. Της πρώτης. Της δεύτερης απάνω στη στωικότητα των χεριών της. Κάτι το πονεμένο η πρώτη και μια θλίψη στο βλέμμα, ένας άδειος ορίζοντας η δεύτερη. Χρώματα ζεστά, της ψυχής, για την πρώτη. Χρώματα της νύχτας και ανταριασμένη η δεύτερη. Κλειστά φορέματα για την ποιήτρια και δέντρα να την παραστέκουν. Ανοιχτό σώμα η δεύτερη και ουρανός. Μπορεί όμως και να μη διαβάζω καλά. Τις γειτνιάζω, μια που γειτνίασαν έτσι κι αλλιώς και από μόνες τους.


Μέρες μετά βρίσκεσαι στα δυτικομακεδονικά σύνορα ή και λίγο πριν. Στο χωριό Πρώτη της Φλώρινας. Ακουλουθείς ένα χωματόδρομο που χάνεται στο δάσος. Ένας άντρας παλιού καιρού βγαίνει, σχεδόν χαρούμενος από τους απρόσμενους επισκέπτες. Μιλά για τον τόπο, για τα γελάδια που εκτρέφει, για την αρκούδα που κατεβαίνει και πίνει νερό κάθε βράδυ στο ρυάκι, για το ένα δωμάτιο αποδείξεις που μαζεύει, για το χαράτσι που τον περιμένει, αυτόν και το πλίνθινο σπίτι του, τους σταύλους, μια ανάσα απ' το σπίτι του και οι οσμές των ζώων να κυριαρχούν πάνω από ό,τι άλλο, τον νυχθημερόν κόπο του μονάχα για τον επιούσιο πλέον, περιμένει μέχρι να φύγουμε, μην τύχει κι ορμήσουν τα σκυλιά. Το βλέμμα σου σταματά απάνω του και ξεκουράζεται. Στο ανεπιτήδευτο χαμόγελο. Στην απλότητα των τρόπων. Τίποτα δε σκοντάφτει με τούτους τους ανθρώπους. 



Συνειρμικά βρίσκεσαι ξανά στο κέντρο της Αθήνας και μες στη ματαιότητα του κόσμου που αγκαλιάζει την εξωστρέφεια, για να γεμίσει ό,τι άδειο χάσκει μέσα του. Και που φαντάζεται -ζει και πεθαίνει- ότι αυτό είναι ζωή. Εύκολο να το νομίσει ο καθένας μας και όπου. Δεν ωραιοποιείς τη ζωή του ακρίτα και βλέπεις τον αγώνα του απάνω στα σύνορα, δίχως το τίποτα του κράτους από τότε ακόμα που κράτος ελληνικό ακόμα δεν υπήρχε. Εντούτοις στέκεται ελεύθερος και ευτυχής δίχως να το ξέρει. Είναι γραμμένο ανεξίτηλα στο πρόσωπό του. Το φωνάζει και σε σένα. 


Μακαρίζεις τον εαυτό σου για τη σιωπή τούτη των βουνών που σε τυλίγουν, που μαλακώνουν μέσα στο φως της δύσης. Μονάχα η θάλασσα, η θάλασσα σου λείπει ώρες-ώρες και η φωνή της σιωπής της, που έλεγε ο Χιόνης, δηλαδή η βοή της όταν ανταριάζει, όπως την άκουσες ξανά νύχτα ολόκληρη στο Αγκίστρι της δικής σου νεανικής ηλικίας -και πώς να κοιμηθεί κανείς όταν φωνάζει μέσα στη σιωπή της;- μα και η γαλήνη της το σούρουπο, αλλά και το πρωί, που θες να τα αξιωθείς ξανά. 



Χαμηλά την ακτή ψαλιδίσαν οι κόλποι,
Πανιά πολλά στ' ανοιχτά αρμενίζαν,
Κι εγώ στέγνωνα τ' αλμυρά μου μαλλιά
Σε βράχο πλατύ, από τη στεριά ένα μίλι.
Ένα πράσινο ψάρι γλιστρούσε σε μένα,
Ένας άσπρος γλάρος σε μένα πετούσε,
Κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι,
Και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
Μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης,
Και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
Στα ζεστά σκοτεινά κύματά της.
Όταν γύριζα αναβόσβηνε κιόλας
Από τα ανατολικά το φως του φάρου,
Κι ο καλόγερος στης Χερσονήσου την πύλη
Με ρωτούσε: "Πού γυρνάς μες στη νύχτα;"
[...]
Πώς ξάπλωσα πλάι στο νερό -δεν θυμάμαι,
Πώς με πήρε τότε ο ύπνος -δεν ξέρω,
Μόνο ξύπνησα και βλέπω κοντά μου
Ένα πανί ν' ανεμίζει. [...]

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ, Στην άκρη της θάλασσας, μτφρ.Ασπασία Λαμπρινίδου, poema 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου