Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Ο Άγιος του εύπλου

 

Ο Άγιος της ευ θαλάσσης. Γιορτάζει σήμερα και από την Κατάνη της Σικελίας μάρτυρας, του 4ου αιώνα π.Χ., μα εγώ θα μιλήσω για την Αίνο. Εκεί όπου τον γνώρισα και με αυτήν από παλιά τον ταύτισα. Υπήρξαμε στην Αίνο χιλιάδες χρόνια πριν, όταν διασχίζαμε την ενδοχώρα της Ανατολικής Θράκης, ανασκάπτοντας μες σε χωράφια και παραδρόμους τα βυζαντινά εκκλησάκια, άλλα μισοερειπωμένα, άλλα εντελώς γκρεμισμένα, άλλα άφαντα απλώς και μονάχα στη μνήμη των ντόπιων μια ενθύμηση να συντηρεί την πρώην παρουσία τους. Υπήρξαμε με χάρτες βυζαντινολόγου στρατιωτικής ακριβείας, φίλου ακριβού, στα χνάρια όσων φαίνονταν μα και εκεί όπου δε φαινόταν τίποτα πια. Υπήρξαμε σχεδόν ύποπτοι για την εκεί συνοριακή αστυνομία, τότε, όταν συνοριακοί δεν υπήρχαν πουθενά, καθώς δε συνηθίζεται να ψάχνουν για ξωκκλήσια μέσα στην επίπλαστη ουδετερότητα των συνόρων, οι φωτογραφικές περιέπεσαν στην ίδια καχυποψία ως όργανα κατασκοπείας και όχι βέβαια καταγραφής, περάσαμε εντέλει υπό προσωρινή κράτηση, ήπιαμε τόνους τσαγιού σε κείνα τα διάφανα φλιτζανάκια που πίνουν το τσάι τους στη γείτονα χώρα και οδηγηθήκαμε ασφαλείς στα σύνορα, όπου μας ξεπροβόδισαν με μεγάλη ανακούφιση.

Θυμάμαι όμως το απόγευμα στην Αίνο. Μια θάλασσα απέραντη μπροστά. Το Αιγαίο σε ανάπτυγμα. Ή έτσι το έχω μέσα μου. Ένα καφές στην άμμο και πριν το σούρουπο και όσο εκείνο ερχόταν. Καφές με την παραμυθία της συντροφιάς, το ίδιο και της μοναξιάς. Παρηγορητικές εξίσου. Καφές όπως τον φτιάχνουν εκεί, να περιμένεις τρεις φορές να ανοίξει, να τον σερβίρεις λίγο-λίγο, στο κάθε άνοιγμά του, και όχι μονομιάς και στο φλυτζάνι. Έτσι τον φτιάχνω ακόμα και από τότε. Θυμάμαι το βράδυ στο κατάλυμα. Ένα γυμνό δωμάτιο όπου θα ακούγονταν παράταιρες, ίσως και ανάρμοστες, οι προσευχές των χριστιανών. Μπορεί όμως και όχι. Μπορεί και να ήταν η γενικότερη αμηχανία μπροστά στο ανοίκειο. Είμασταν άλλωστε οι μόνοι χριστιανοί που διανυκτέρευαν στην Αίνο μετά από αιώνες αιώνων. Ουδείς από την ελλαδική ενδοχώρα την υπήρχε ή την υπάρχει πλέον.

Τι ήταν η Αλεξανδρούπολη πριν την Αίνο; Απλώς το Δεδέαγατσ. Ένα λασποχώρι άσημο μπροστά στην ξακουστή κωμόπολη. Και τι ήταν ακριβώς η Αίνος; Το ορμητήριο του Βορρά για τον Αγώνα και όχι μόνο. Μα στον Αγώνα έδωσε πολλά και κυρίως τη Δόμνα Βισβίζη που είχε την ίδια τύχη με τη Λασκαρίνα και τη Μαυρογένους "χάρη" στους ξαρμάτωτους και ξεγάνωτους ντενεκέδες που άρπαξαν τη διακυβέρνηση του πρώτου ελλαδικού κράτους και συνεχίζουν ανερυθρίαστοι και εγκληματικοί ως και τα σήμερα: την τύχη της απόλυτης πενίας και της ζητιανιάς για την ελάχιστη σύνταξη της επιβίωσης. Αυτά είναι.

Εκεί ανταμώσαμε τον Άγιό της, εκκλησάκι εις γην εναλίαν που διασώθηκε χάρη σε Τούρκο αξιωματούχο, αν και ερήμην του, καθώς του διάλεξαν τούτο το "κατάλυμα" για μαυσωλείο. Έκτοτε συγκατοικούν, ο Άγιος και ο αλλόδοξος στρατηλάτης. Ίσως και να μιλάνε μετά από τη σιωπή τόσων αιώνων. Μπήκαμε μέσα και προσκυνήσαμε. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε χρόνους μετά η ποίηση.

Στην έξοδο όμως μας ανέλαβε ήλιος ζεστός καλοκαιρινός, ήλιος εκτυφλωτικός μετά το ημίφως της εκκλησιάς και τη μούχλα του τάφου που μπήκαμε, η δίψα του μεσημεριού και η χαρά της ζωής, μα και η γειτόνισσα, Αγίου και του στρατηλάτη, αλλόδοξός μας και αλλοεθνής, που έτρεξε αθόρυβα και μας φίλεψε κρύο νερό και κορόμηλα από το δέντρο της αυλής της. 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΑΙΝΟΥ

Δικοί σου είν' αυτοί που ήρθαν
χριστιανοί
Πέρασαν χρόνια απ' τους τελευταίους
σχεδόν ξεχάστηκες
Μαζί ξεχαστήκαμε
Άγιος εσύ και γω στρατηλάτης
πολεμιστής
Όμως κι αυτά δε με φύλαξαν περισσότερο
Έσβησα όπως και συ
Κι ας είναι οι δικοί μου
που κρατάνε τον τόπο αιώνες τώρα
Όμως να που εσένα σε ξαναθυμήθηκαν
Μου κακοφαίνεται αυτό
κι ας χαίρομαι
που επιτέλους έτριξε η πόρτα

Δικοί σου είν' αυτοί
Σκύψαν το κεφάλι και μπήκαν
Αινίτες απ' απέναντι
Προσκυνητές
Με κοίταξαν με οίκτο
Το κατάλαβαν πως με ξέχασαν
σε τόπο δικό μου
Ας είναι
Φτάνει που μπήκαν.

Άγιος Εύπλους. Αίνος.

Της αλυπίας είναι η χώρα, εκδόσεις Ιδαλγός, Πτολεμαϊδα 2009
η φωτογραφία ανήκει στο αρχείο του περιηγητή Γεωργίου Λαμπάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου