Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Οδοιπόροι του φωτός


ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ 

Παλιό, ακατοίκητο αρχοντικό, με κήπο στο βάθος, και στην άκρη του κήπου ένα εκκλησάκι. Μια τρελή, που ζούσε εκεί μέσα ολομοναχη, άναβε κάθε βράδυ το καντήλι. Το έβλεπα, από μια χαραμάδα στο πορτάκι του κήπου, να λαμπυρίζει μέσ' από τις φυλλωσιές, και γαλήνευε η ψυχή μου. Η διάθεσή μου ήταν σχεδόν πάντα χαλασμένη, καθώς τα βράδια επέστρεφα στο σπίτι γυρνώντας από το ερωτικό μου δωμάτιο. Δεν ξέρω πώς, αυτό το καντήλι είχε γίνει η πιο κρυφή παρηγοριά μου. Και καταλάβαινα γιατί χιλιάδες άνθρωποι σ' όλο τον κόσμο, ακόμη εξακολουθούν ν' ανάβουν το καντήλι τους.

Ένα βράδυ, το βρήκα σβηστό. Κάτι είχε πάθει, φαίνεται, η τρελή. Λίγο αργότερα έχασα κι εγώ το ερωτικό μου δωμάτιο κι έπαψα πια να περνάω από κείνο το δρόμο. Κανένα καντήλι δεν παρηγόρησε από τότε τη ζωή μου.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νεκρή πιάτσα

ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ 

VII
Στον κουρνιαχτό και στην πίκρα
διορθώνω τα λάθη μου.
Είναι μια νοητή ερωτική πράξη
χωρίς σπασμούς
χωρίς φόβο και πόθο
χρήσιμη σαν την πραότητα
της προσευχής.

VIII

Δεν πνίγεσαι μόνο στα κύματα.
Είναι πολλοί οι προορισμοί
πνιγμού των ναυαγών.
Ένας πνίγεται στο λόγο
άλλος στα όνειρα
άλλος στον ποταμό των αναφιλητών.
Ο τραγικότερος πνιγμός
είναι μέσα στη σιωπή του Θεού.

Ματθαίος Μουντές, Νηπιοβαπτισμός

ΤΟ ΦΩΣ  

Και στα πιο σκοτεινά λαγούμια
τα πιο βαθιά
τα πιο λησμονημένα
έρχεται κάποτε
ωσάν σε διάλειμμα
κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει
θαυματουργό
παρήγορο
το φως.

Ανέστης Ευαγγέλου, Το διάλειμμα 

[...] 'Εφυγε. Περπάτησε περισσότερο, εισχωρώντας κι άλλο σ' αυτή την πρωτόγνωρη περιοχή, που έμοιαζε όλο και περισσότερο άγονη και γυμνή από ζωή. Στο τέλος, σε ένα μέρος όλο βράχια, σε ένα βουνό πελώριο και νεκρό, είδε μέσα στη νύχτα το φως μιας πελώριας λάμψης. Πλησίασε περίεργος στο μέρος απ' όπου είδε ότι ερχόταν το φως. Είδε ότι ερχόταν από μια μεγάλη σπηλιά [...]. Προχώρησε λίγο και έφτασε σε μια περιοχή που την έκρυβε ένα τεράστιο τείχος, το οποίο ορθωνόταν κάθετα, πάνω στον γκρεμό, όπου δεν υπήρχε κανένα πέρασμα και που σχημάτιζε ένα σύνορο ανάμεσα σε αυτή την επικράτεια και μια άλλη την οποία κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Ήταν σαν να είχες φτάσει στην άκρη του κόσμου. Ανακάλυψε τελικά ότι, αν έσπρωχνε δυνατά μια πέτρα του τεράστιου και γερού αυτού τείχους, η πέτρα αυτή έμοιαζε να υποχωρεί. Δοκίμασε να το κάνει. Αμέσως άνοιξε μπροστά του μια άβυσσος, στην οποία κατέβαινες με μια σκάλα με αναρίθμητα σκαλιά που δεν μπορούσες να τα μετρήσεις. Άρχισε να τα κατεβαίνει, χάνοντας κάθε έννοια χρόνου και απόστασης. Κουρασμένος αλλά αποφασισμένος, συνέχισε κατεβαίνοντας πάντα, ώσπου έφτασε σε ένα είδος κυκλικού πλατώματος απ' όπου ξεκινούσαν (καθώς η όρασή του είχε πια συνηθίσει μπορούσε να δει) πολλοί διάδρομοι. Ένας από αυτούς φαινόταν να κατεβαίνει, ότι είχε κι άλλα σκαλοπάτια. Τον κατέβηκε κι έφτασε στην πρώτη στροφή. Την ακολούθησε και σε κάποιο σημείο της ένιωσε ξαφνικά την αίσθηση του φωτός η οποία αυξανόταν όσο προχωρούσε στο διάδρομο. Στο τέλος έγινε τρομερά έντονο, αλλά χωρίς να είναι συμπυκνωμένο σαν το φως του ήλιου ούτε θερμό σαν το φως της φωτιάς. Έφτασε τέλος σε μια απέραντη αίθουσα πλημμυρισμένη από αυτό το φως, η οποία δεν είχε άλλη έξοδο πέρα από αυτή απ' όπου είχε μπει. Η αίθουσα αυτή ήταν πλημμυρισμένη από αυτό το φως, που δεν ξεκινούσε από κανένα σημείο, αλλά διάχυτο όσο και ο αέρας γέμιζε το χώρο χωρίς να μπορείς να καταλάβεις από πού ερχόταν. Δεν ήταν θερμό ούτε είχε τη φωτιά που υπάρχει σε κάθε φως, ήταν φωτιά απολύτως χωρίς φωτιά, φως ρευστό, απογυμνωμένο από κάθε θύμηση υλικού φωτός. Στο δωμάτιο, καθισμένος σε ένα τραπέζι, βρισκόταν, επιτέλους, ο Άντρας με τα Μαύρα.

Φερνάντο Πεσσόα, Ο οδοιπόρος

"[...] Εισχώρησα τότε στα βάθη της ύπαρξής μου, [...] εισχώρησα, και με τα μάτια της ψυχής μου ενατένισα ένα φως να λάμπει αμετακίνητο, πιο ψηλά από τα μάτια της ψυχής μου, πιο ψηλά από τη σκέψη μου. Δεν μιλώ για το φως που βλέπει καθημερινά ο άνθρωπος, ούτε και για κάποιο ανάλογο φως, ακόμη πιο ισχυρό, που να γεμίζει τα πάντα με το μεγαλείο του. Όχι, δεν ήταν τέτοιο. Ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι ολωσδιόλου διαφορετικό από όλα τα φώτα που γνωρίζουμε. Βρισκόταν επάνω από το πνεύμα μου, αλλά όχι όπως το λάδι επάνω από το νερό, και όχι όπως ο ουρανός επάνω από τη γη. Ήταν όμως ανώτερό μου, γιατί αυτό με δημιοούργησε, κι ήμουν κατώτερος, γιατί από αυτό δημιουργήθηκα. Όποιος γνωρίζει την αλήθεια, το γνωρίζει, και όποιος το γνωρίζει, γνωρίζει την αιωνιότητα. Το φως αυτό το γνωρίζει η αγάπη"

Άγιος Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου