Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Λεμονιές μες στην πανσέληνο

Αιώνες πριν και η Eroica στα φοιτητικά έδρανα. Επιμονή στις αφηγηματικές τεχνικές, τα πρωτοπρόσωπα και τα τριτοπρόσωπα, μα εσύ αναζήτησες το "Λεμονόδασος". Πρώτο του Κοσμά Πολίτη με χρονολογία άπιαστη, 1931, και πολύ κοντά στην Κίχλη του Σεφέρη. Μια γεύση στυφή η ανάγνωση του τέλους, όπως και ο καρπός. 
Ανασύρεις το βιβλίο φεύγοντας, μα όχι και τον Σεφέρη. Το ξαναδιαβάζεις στον τόπο του, ακολουθείς τις διαδρομές του, η ίδια στυφή εγκατάλειψη στην έξοδο. Μα τούτη είναι άλλωστε η ζωή και "το τέρας της πραγματικότητας", για το οποίο μιλά και ο ίδιος ο Πολίτης μέσω των ηρώων του, του Παύλου, ο ορθολογισμός που δοκιμάζεται προσώρας μέσα από τις ρωγμές ευαισθησίας που τον ενυπάρχουν, αλλά δεν τον κερδίζουν. Η Βίργκω -"Για το Θεό, είναι όνομα ή σύμβολο;"- αναρωτιέται, για να μην αναρωτιέται πια στο τέλος. 


Λεμονιές τώρα και μες στην πανσέληνο του Αυγούστου, όπως και ο χωροχρόνος του μυθιστορήματος. Λεμονοδάσος, Πόρος, Αύγουστος, πανσέληνος, στην Πλάκα η έξοδος. Ακολουθείς τα χνάρια της ανάγνωσης σχεδόν ερήμην σου ή μήπως η ανάγνωση σου υπαγορεύει; Στέκεσαι στους ίδιους τόπους, μα νιώθεις πως από χρόνια τους εμπεριέχεις. Ο τόπος άλλωστε σου φώναζε από παλιά, από τότε που μικρό παιδί τον είχες περπατήσει. Έκτοτε σε καλούσε. Έλεγες Πόρος, σα να' λεγες περίπου παράδεισος. Τον έψαχνες. Όπως τον παράδεισο. Μα ο Πόρος, πέρασμα είναι, πέρασμα προς τα κει που νιώθεις τον παράδεισο.


Ο Πόρος, να απομένει πάνω απ' όλα, μια ομορφιά που κρύβεται μες στα στενά του, μια ομορφιά σχεδόν μεταφυσική, κάτι το άπιαστο να κυκλοφορεί στον άερα, χρόνια τώρα να υπάρχει στον αέρα, να τον υπάρχεις ως επιθυμία μυστική, κάτι το ασύλληπτο -μα και γιατί να πρέπει πάντα και όλα να εξηγούνται; Αγνοεί κανείς κάποτε -αν όχι πάντα- τις δυνάμεις και τις συγκυρίες που τον οδηγούν προς τόπο ευκταίο και πέρασμα επιθυμητό. Εντούτοις τις ευγνωμονεί.

Αφήνεις την τελευταία υπογράμμιση επιστρέφοντας και διασχίζοντας την Πλάκα. Σαν την περπατάς ξανά, θυμάσαι πως εκεί παίχτηκε η τελευταία πράξη, εκεί όπου η Βίργκω ως "κυνηγημένη ελαφίνα", εκεί όπου ο Παύλος, το αδιάσχιστο μπετόν αρμέ.


Οι πλάγιες παρεκβάσεις συνιστούν την πυξίδα της ανάγνωσης:

"Είμαι σίγουρος πως τη στιγμή αυτή κάποιο πρόσωπο περιδιαβάζει έξω, κάτω από το μαγεμένο σεληνόφωτο, μέσα σ' έν' από τα πιο θαυμαστά τοπία του κόσμου. Όμως δε βγαίνω να το συναντήσω, προτιμώ να κάθομαι κλεισμένος και να γράφω".


"Σέρνομε πάντα μαζί μας, ακόμη και στο ιερότερο μέρος, τα ταπεινά μας πάθη και τις αδυναμίες μας".

"Σε τέτοια ζητήματα δε χωρεί συνείδηση, δεν είναι υπόθεση εμπορική. Τα κυβερνούν το πάθος κι η επιθυμία. Ο γέρος το' πε: άνθρωποι είμαστε".

"Ψάχνουν την ευτυχία παραδέρνοντας εδώ κι εκεί -σαν τη χρυσόμυγα μέσα σε τέσσερα ντουβάρια- δε βρίσκουν άλλο από μια βραχεία ηδονή, που την ακολουθάει ο πόνος, ο μακρός κι ατέλειωτος".

"Κάθε χριστιανική πέτρα την έχουν λειάνει μυστικές γονυκλισίες, την πότισαν τα δάκρυα του ανεκπλήρωτου πόθου. Λείπει από σας η πίστη που οδηγάει την καρδιά και τις αισθήσεις".

"Αν λειτουργούσε το μνημονικό έτσι που ν' ανοιγόκλεινε κατά τη θέλησή μας πάνω στα γεγονότα της ζωής, θα τριπλοκλείδωνα τη σημερινή μέρα μέσα στα έγκατα της λησμοσύνης. Μ' αυτό το μέσο ίσως, λησμονώντας τελειωτικά τα περασμένα, θα μπορούσα να ξανανεωθώ σ' έναν καλύτερο τρόπο ζωής. Η μολυσμένη ανάμνηση που μένει από κάποιο γεγονός ή από κάποια πράξη μου -για όλ' αυτά που μετανιώνω τώρα ειλικρινά- μου δηλητηριάζει την ψυχή κι όλο βαραίνει πάνω στην προσπάθειά μου να ελευθερωθώ απ' τον κλοιό του πονηρού. 
Ποθώ να ζήσω μια ζωή απλή, αφοσιωμένη στο καλό και στην εργασία, μακριά από κάθε ποταπή επιθυμία. Νιώθω κάτι αδειανό μες στην ψυχή και λαχταρώ να το γεμίσω με τρυφερότητα και αγάπη. Μου έρχεται σα μια διάθεση να κλάψω. Βλέπω την ευτυχία να λάμπει μέσα στο χρυσοπράσινο φωτοστέφανο της ελπίδας, μα ο νους μου δεν κατορθώνει να τη συλλάβει απέριττη και αγνή". 


"Στέκομαι κι αφουγκράζομαι. Μια γοητεία λουλουδιών, εφήμερη και λίγο μελαγχολική, καρτερική θαρρείς -γιατί το ξέρουν και τα ίδια πως γρήγορα θα μαραθούν".  


"Λοιπόν, δεν είχα μπροστά μου παρά ένα παιδί. Ένα παιδί αθώο κι άβγαλτο που μούχλιαζε στη μοναξιά του μικροσκοπικού νησιού. Φαντάζομαι κάποιο φθινοπωρινό απομεσήμερο, κατσούφικο και βροχερό, που το πλακώνει ο βαρύς συννεφιασμένος ουρανός. Μέσ' από το τζάμι κάποιου παράθυρου στο ισόγειο, ένα κεφάλι καστανό σκύβει πάνω στις βελονιές του εργόχειρου. Α, τι μελαγχολία!"


"Τα ιδανικά μου;...Ένα λευκό σπιτάκι με πράσινα παραθυρόφυλλα καταμεσής σ' ένα λιβάδι". Ή ένα δέντρο και να κάτσεις κάτω από τον ίσκιό του και να σε βρει εκεί το πρωί, ίσως και το μεσημέρι.  Ένας ουρανός και να τον βλέπεις, ένας κορμός και να τον αγκαλιάζεις, μια γη και να την ακουμπάς, η θάλασσα και να την περπατάς, τα βράχια της και να σταθείς απάνω τους, η φωνή της και η βοή της, η αέναη επανάληψη της σιωπηλής κραυγής. Η σιωπή. Η ακύρωση της σιωπής. Η σιωπή ξανά.


"Μα μήπως μόνο τα μεγάλα χτίρια φανερώνουν την τέχνη; Μια έπαυλη στην εξοχή -μάλλον κάποιο σπιτάκι σε καθαρό νησιώτικο ρυθμό που να φωνάζει μακριά την ευτυχία κάτω απ' το φως του ήλιου, με τη χαρούμενη τη θάλασσα μπροστά κι ένα ισκιερό πευκώνα πίσω..."

"Νιώθω μέσα μου μια φθινοπωρινή ψυχή. Τη βιάζω να πειστεί πως είναι άνοιξη και πως η συννεφιά θα' ναι περαστική. Θα την ακολουθήσουν τέσσερεις ηλιόλουστοι μήνες λαμπρού καλοκαιριού. Άδικα όμως. Πετάει δίχως σταθμό προς κάποιο μακρινό φθινόπωρο και τρέμει".


"Τα πεύκα, ξέχωρα φυτρωμένα, φτάνουνε ως την άκρη από τα βράχια. Ένα τους φύτρωσε απόμερα πάνω στην κάθετη πλαγιά. Γέρνει πάνω στη θάλασσα να τη φιλήσει". 

Τούτο το ξεραμένο δέντρο έναντι της "Γαλήνης" του Σεφέρη. Άραγε τότε να' τανε ακέριο;

"Σήμερα, δεν είναι το πεύκο μόνο που γέρνει για φιλί. Η θάλασσα, λυσσασμένη από ερωτικό πόθο, του στέλνει τα φιλιά της κορφή κορφή πάνω στα κύματα, το τελευταίο θέριεψε, χιμάει κατά το βράχο και φτάνει ως το πεύκο που σειέται λιγωμένο. Πότε του γλείφει τα πόδια με λαχτάρα, πότε του αγκαλιάζει το κορμί, πότε φιλάει τα πράσινα γυαλιστερά μαλλιά του. Καθώς ορμάει, μουγκρίζει από το πάθος, έπειτα πάνω στο φιλί την πιάνει και παράπονο και φεύγει πάλι πίσω ψιθυρίζοντας γλυκόλογα υποταγής κι αγάπης. Πόσες ψαρόβαρκες, πόσοι ψαράδες θα πληρώσουνε με τη ζωή τους την ερωτική μανία..."


Στο Μοναστήρι της νήσου. "Μες στη βαθιά ρεματιά, πηχτή από πλατάνια, κυλάνε τα νερά με θόρυβο". Πλατάνια κατά την ανάβαση, ναι. Νερά όμως, το ποτάμι της νήσου, δεν ακούστηκε. "Πού άραγε να βγαίνει το ποτάμι που κυλούσε μέσα στη ρεματιά;". Εσπερινός απρόσμενος. Απόδειπνο, Χαιρετισμοί. Απέναντί μου ο άγιος της Αλυπίας, ο Στυλίτης όμως, και στο εικονοστάσι ο άγιος της αυριανής. 

Η Παναγία είναι η Ζωοδόχος Πηγή, "η χειρονομία της παρηγοριάς κάνει να κολπώνεται ο χιτώνας πάνω από το παρθενικό της στήθος. Το χαμόγελο και τα υγρά της μάτια έχουν την έκφραση της συγκατάθεσης για μια θυσία που να γλυκάνει τον ανθρώπινο πόνο".

Κυκλοφορώ μέσα-έξω στην αυλή. Εκεί ανταμώνω τους κεκοιμημένους και τους φωτογραφίζω. Τους ανταμώνω ξανά και όσο προχωρά η ανάγνωση. Στέκομαι, όπου και εκείνη στέκεται και οδηγεί ως πυξίδα. Άλλοτε προηγείται εκείνη και άλλοτε την προφταίνω. Μέσα στα ονόματα και στις εγχάρακτες επιτύμβιες ιστορίες και μια ενός ιατρού Δροσινού. Δροσινού, το επώνυμο της Βίργκως. Αποστόλου, το επώνυμο του Παύλου. Από ποια δροσιά βγήκε η Βίργκω γίνεται ξεκάθαρο εξαρχής. Τι όμως ευαγγελίζεται ο κύριος Αποστόλου; Αυτό που δίνει και την έξοδο.

"Οι μεγάλες μαρμαρένιες πλάκες δεν είναι άλλο από ταφόπλακες μ' επιγραφές μισοσβησμένες. Ολόκληρη η αυλή ένα κοιμητήρι, μια τέτοια ησυχία, τόσο απέραντη γαλήνη. Όσο μπορώ πιο ανάλαφρα πατώ πάνω στις κρύες πλάκες. Τίποτα πια δεν τις θερμαίνει -ούτε ο ήλιος". 


Κοιτάς ξανά την πινακίδα, μάλλον για ταφόπλακα πρόκειται, αφού ούτε Λεμονοδάσος υπάρχει πια ούτε και τίποτα. Μια άπειρη εγκατάλειψη ανελέητη, αγνώμων έναντι του ό,τι προϋπήρχε. Μια άσπλαχνη ερημιά, τα μονοπάτια αδιάβατα, οι λεμονιές ωστόσο και εντούτοις κατάφορτες. Τούτο το οξύμωρο. Να φωνάζει όμως με το παράδειγμά του. Μα ούτε τρόπος πια να βρεθείς μέσα στην καρδιά αυτού του δάσους, παρά μονάχα αν πολύ το επιθυμήσεις και αγνοήσεις τα άβατα του τόπου του αγκάθια και το διασχίσεις. Έτσι λένε οι ντόπιοι που ρωτάμε. Μα ούτε καταρράκτες πια ούτε και πηγές. Πάει η παλιά η ομορφιά. Απέμεινε η πινακίδα. Άβατο "το όρος των αρωμάτων" κατά το Άσμα και αλώνι ύστατο σε ό,τι πανσέληνο κατά τον Διγενή. Ψυχομαχεί η ομορφιά, όπως και όλα.

"Και η αγάπη; ρώτησα δειλά.
-Αυτό είναι κάτι που δεν εξηγιέται. Μιαν αποκάλυψη που έρχεται με τον καιρό της μόνο στους εκλεκτούς. Μια επιφοίτηση, ένα χρίσμα. Η θεία χάρη που φέρνει το χαμόγελο της έκστασης πάνω στα χείλια των μαρτύρων. Μια πίστη που σώζει. [...] Γιατί μελαγχολούμε και οι τέσσερεις μας στο μικρό σαλόνι; Αγάπη σημαίνει τη χαρά, το θρίαμβο που δίνουν οι αισθήσεις. Ή μήπως είναι ο θρίαμβος μιας άυλης διάθεσης πάνω σ' αυτές;"


"Το λεμονόδασο πήρε κόσμο στο λαιμό του, μουρμουρίζει αντίκρυ μου ο γέρος. Προσπαθώ να σχηματίσω κάποια ιδέα για το δάσος αυτό. Το φαντάζομαι πυκνό, με δέντρα τεράστια, υπερφυσικά, που δεν αφήνουν τις αχτίδες του ήλιου να περάσουν, ούτε και να ξανεμιστούν οι μυρωδιές, που έτσι μένουν βαριές, φαρμακερές κάτω από τις φυλλωσιές. Κάτι το μυθικό, το απόκοσμο. Μόνο που δε χωρεί ο νους μου πώς αρχίζει, πού τελειώνει. Από το δάσος τούτο, φαίνεται, μαζεύουν τ' άνθη για τα νυφικά στέφανα...Τι κάθομαι και λέω; Τ΄ άνθη για τα νυφικά στέφανα είναι τεχνητά, φτιαγμέν' από πανί!"


"Παίρνομε το δρόμο που ανηφορίζει. Ψηλότερα, η πράσινη πλατιά γραμμή του λόφου. Το Λεμονόδασο. Οι πρώτες λεμονιές χύνουν το άρωμά τους μέσα στον πρωινό αέρα. Δέντρα σφιχτοδεμένα όλο σφρίγος και χυμούς, όσο ανεβαίνομε πυκνώνουνε οι φυλλωσιές και όσο παν μικραίνουν οι φωτερές και παιχνιδιάρικες σταλαματιές του ήλιου πάνω στο χώμα και πάνω στην ξερολιθιά που εδώ κι εκεί το συγκρατάει. Μα ο ίσκιος απομένει ανάλαφρος κι αερικός. Ένα ρυάκι κατεβαίνει πηδηχτά την πλαγιά κελαδώντας, και τα πουλιά, πάνω απ' το κεφάλι μας, τονίζουν το τραγούδι τους πάνω στον ίδιο αυτό σκοπό. Δεν είναι δάσος σκοτεινό, γεμάτο από μυστήριο. Ένα πρόσχαρο περιβόλι που σκαρφαλώνει ευκίνητα το βουναλάκι. [...] Βρισκόμαστε μες στην καρδιά του Λεμονόδασου. Ανεβαίνομε ολοένα. Η ευωδιά κρατάει λεπτή, διάφανη, τίποτα το βαρύ και πνιχτικό. Ανοίγω το στόμα για να πιω τον ελαφρό διεγερτικό αυτόν αέρα".


 "Πατέρα, πού βρίσκεται η ευτυχία;
-Στα όνειρά μας. Στα όνειρά μας, το μόνο που αφήνει ανέγγιχτο η φθορά της ζωής".

"Αρχές Αυγούστου. Οι ανεμόμυλοι του Πόρου μόλις χάθηκαν στο απόμακρο. Ακουμπισμένος στην κουπαστή της πλώρης, κοιτάζω αντίκρυ τη βουνοσειρά που ξαποσταίνει. Η Κοιμωμένη, πελώρια, ξαπλώνεται σαν άυλη, τυλιγμένη στ' ανάλαφρα πέπλα του δειλινού. Δεν είναι θάλασσα ετούτη. Ένας κάμπος σπαρμένος με λουλούδια, εδώ τριανταφυλλιά, γαλάζια, παρακάτω κίτρινα, πιο κει βαθιά μενεξεδιά. Πιο πέρ' ακόμη, πράσινη σα χλόη. 
Τρεις μήνες! Περάσανε τρεις μήνες, ένα όνειρο. Α, όχι, δε θ' απομείνει όνειρο, θα μεταμορφωθεί σε μια χειροπιαστή πραγματικότητα να σπαρταρά εδώ μπροστά μου. Την επιθυμώ σαν το γλυκόξινο χυμό του σταφυλιού και σαν το φως του ήλιου και τον άερα που ανασαίνω. Κάτι που από κείνο εξαρτάται η ύπαρξή μου. 
Δε μετρώ πια τις τόσες φορές που έχω πάει στον Πόρο. Θυμούμαι όμως τόσα και τόσα. Τις μακριές αγωνίες και τις σύντομες χαρές".

"Θέλω να πάμε ακόμη μια φορά στο Λεμονόδασο, ένα βράδυ, μοναχοί, δίχως βαρκάρη. Θα μπορέσεις να τραβήξεις μόνος σου κουπί; Θα γίνω τόσο ανάλαφρη για σένα, μια ψυχή. Δε θα σου δώσω ποτέ κανένα κόπο, κανένα πόνο...Θα μεταφέρεις μια ψυχή, μια ψυχή αφοσιωμένη..."

Είναι οι στιγμές που ξεθαρρεύουν οι ψυχές. Ψυχές γεγυμνωμένες. 


Μια στάλα πριν την πανσέληνο, μα τούτη στάθηκε μέσα στα λιόδεντρα. Η ολόκληρη ήταν όπως της έπρεπε, όπως έπρεπε του τόπου που βρισκόσουν. Μες στις λεμονιές του. Προδίδεις την ανάγνωση, μα όχι και την ουσία. Γιατί η πανσέληνος έπρεπε να' ναι στο Λεμονόδασος. Όμως τίποτα πανσέληνο δεν ακολούθησε και έτσι ο Πολίτης τη χάρισε της θάλασσας:

"Η πανσέληνο του Αυγούστου πλημμυρίζει το στενό της θάλασσας. Ένα ποτάμι φωτερό είναι η θάλασσα μπροστά μας". 

"Αντίκρυ ο Γαλατάς πνίγεται μες στη σκόνη". Και άλλοτε αλλιώς: "Κάπου εκεί αντίκρυ, στο Γαλατά, οι ροδοδάφνες ανθίζανε ολόκληρο το καλοκαίρι, λευκές και ρόδινες". Και όλα κάτω από τη σκιά της ομορφιάς του Πόρου. Εντούτοις όσοι από μακριά τον αγναντεύουν, μοιάζουν ίσως να τον ποθούν περισσότερο από αυτούς που τον ζουν μες στα δαιδαλώδη στενά του. Όσοι εκ του μακρόθεν, ορέγονται ρεσάλτα προς την ηλιοφώτιστη ομορφιά του. Ανακαλείς την "Ηλιόπετρα" του Οκτάβιο Πας. Κάπως έτσι. "Το νησί της χαράς" έλεγε η Βίργκω. Μια χαρά προτού τον καρπό. Μια χαρά μικρού παιδιού που ήταν η ίδια. Ο καρπός μοιραία ήταν στυφός. Ο Παύλος δεν προλαβαίνει τους λεμονανθούς, ούτε και τους γνωρίζει. Διασχίζει μονάχα το χρόνο του καρπού. "Ένας καρπός πλέριος", που λέει η Βίργκω ξανά:

"Πριν από ένα μήνα, τότε που ήταν κατάφορτο με ανθό, ζαλιζόταν κανένας από τη μυρωδιά. Τώρα πια έδεσε ο καρπός, μια ζωή πλέρια..." "Τι νόημα έχουν τα λόγια της;" αναρωτιέται εκείνος. Ο ανθός η επιθυμία, ο καρπός το καταστάλαγμα. Μαγεύεσαι από τον ανθό, αλλά τον αφήνεις, ώσπου να γίνει καρπός. Απόσταγμα της ηδονής το ένα, απόσταγμα της οδύνης το άλλο. Μοσχοβολούν οι ανθοί, πικρίζουν οι καρποί. Εντούτοις καρποί.

Ακολουθεί η έξοδος, που προετοιμάζεται εξαρχής, σα να ροκανίζει κανείς τα θεμέλια εκ προοιμίου:

"Πλέουμε πάλι προς τον Πόρο. Το πλοίο είναι φορτωμένο πόθους, λύπες, κουφότητα, χαρές...".

"Στα Μέθανα φτάνομε το σούρουπο. Μετά μια ώρα περνούμε το στενό του Πόρου. Η πανσέληνος ανατέλλει τεράστια και υπερφυσική, φωτίζοντας τα ερείπια κάποιου ονείρου. Οι Εβραίοι ολοφύρονται πάνω στα τείχη της Ιερουσαλήμ... Τι σχέση έχει; Τι σχέση έχει παρακαλώ;".

"Το μελτεμάκι του Αυγούστου είναι ψυχρό, μετά τη δύση του ήλιου, πάνω στο κατάστρωμα. Πάει το καλοκαίρι".

"Τέλειωσε κι αυτό. Τι απομένει ακόμα; Ω, τίποτα σχεδόν: κάποια μικρή ασήμαντη ενόχληση κάπου εκεί, πάνω απ' το διάφραγμα".

"Αντίκρυ μου, πίσω απ' το βουνό, η λάμψη μιας πελώριας πυρκαγιάς δείχνει πως η Σελήνη δε θ' αργήσει να φανεί. Χθες βγήκε πίσω από ένα νησί και σήμερα με υποδέχεται προβάλλοντας από τον Υμηττό". 

Ακριβώς έτσι και ερήμην και δια του Ισθμού και λίγο-λίγο πρόβαλε και τώρα από τον Υμηττό. Μα τώρα που αντιγράφεις τούτες τις σειρές του Πολίτη, κοιτάς απέναντι στη λεωφόρο, και απέναντί σου βλέπεις να κατεβαίνουν δυο λυγερόκορμες μορφές πιασμένες χέρι-χέρι. Τα ασημένια τους μαλλιά προδίδουν τη δοκιμασία του χρόνου, τα πλεγμένα χέρια τους μαρτυρούν την αντοχή της αγάπης.

Το μυθιστορημα του Πολίτη παραπαίει ανάμεσα στα δυο αυτά όρια, αμμουδιές, ακτές ή και όχθες. Από τη μια ο Πόρος, από την άλλη το Λεμονοδάσος. Από τη μια η εναγώνια πορεία προς και από την άλλη η εναγώνια φυγή. Από τη μια η Βίργκω, το προσωπείο της αγνότητας, από την άλλη ο Παύλος, το πρόσωπο της αγωνίας. Τα παρακάτω αποσπάσματα, η μια και η άλλη όχθη, ανήκουν και τα δύο στον ήρωα του Πολίτη και συνιστούν αποδείξεις του ένδον διχασμού του, ενώ μαρτυρούν ταυτόχρονα πως η μια και άλλη όχθη, η Βίργκω και ο Παύλος, ταυτίζονται κατ' ουσίαν, καθώς συνιστούν τις δυο όψεις της μιας και μοναδικής ψυχής του ανθρώπου:

"Πότε πρωτοσκέφτηκα πως δε μπορώ να ζήσω χωριστά 'πο σένα; Τότε που σε είδα να περνάς ξένοιαστη μπροστά μου κάποιο πρωινό, άμορφη ακόμη μέσα στην καρδιά μου, ή τότε που μου κόπηκε η μιλιά την ώρα που αγνάντευες τη θάλασσα; Ή που ανάσαινα τη σιωπή σου;... Ή κι αν δεν είναι από τότε, μήπως απ' τη στιγμή ετούτη, τώρα δα, που σε φαντάζομαι να ζεις πλάι μου και να γεράσομε οι δυο μαζί για να λατρέψω κάθε στιγμή μου εδώ κάτω;"

"Σκέψου τώρα, Βίργκω, πού θα καταντούσαμε ύστερ' από το γάμο. Το ηρωικό φτερούγισμα θα σταματούσε μετά λίγο καιρό και θα βρισκόμαστε αντίκρυ ο ένας στον άλλο μέσα στις εκνευριστικές μικρότητες της καθημερινής ζωής. Δε θα μας έμενε ούτε η ανάμνηση του έρωτά μας -θα την είχε σπαράξει το τέρας της πραγματικότητας".

Και η έξοδος: 

"Τώρα, Βίργκω, με τραβούνε άλλα ιδανικά, μακριά από πάθη και αγωνίες. Η φαντασία μου θα λουφάξει κάτω από το βάρος της μελέτης, έτσι που ν' αδυνατεί να φτερουγίσει κι ακόμα όταν θα κοιμούμαι και δε θα την προσέχω: ούτε στα όνειρά μου".

ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, Λεμονοδάσος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου