Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Η έξοδος


Αγίου Νικάνορος το πρωί κι ανεβαίνεις στην αυλή του σπιτιού σου. Κι άξαφνα μικρό πουλί βρήκε άνοιγμα από τη τζαμαρία και μπήκε. Το βλέπεις να χτυπιέται στα μεγάλα τζάμια του αίθριου, να ψάχνει έξοδο να φύγει και να μην τη βρίσκει. Το βλέπεις, να προσπερνά την έξοδο που είναι διαρκώς μπροστά του. Να μην τη βλέπει. Απανωτές προσπάθειες και απανωτά χτυπήματα, δεξιά κι αριστερά, διασχίζει περίτρομο τ' απάνω κάτω, σε πτήσεις απεγνωσμένες προς την ελευθερία, τρέμεις μη σωριαστεί η ψυχούλα του, το κοιτάς έντρομη, ανήμπορη να το βοηθήσεις όσο πετά έντρομο και κείνο για τον ανοίκειο τόπο που βρέθηκε. 

Κι ύστερα να ησυχάζει προσώρας το παρατηρείς, σχεδόν να περιεργάζεται το φωτεινό κλουβί του, να χαμηλοπετά ή και να βαδίζει στα μικρά ποδαράκια του απλώς. Αρχίζει ή δίνει την εντύπωση ότι συνηθίζει. Ότι δεν είναι και άσχημα εδώ. Ότι φωτεινά, ότι ζεστά, με λουλούδια, όπως και έξω, σχεδόν όπως και έξω, εκεί για όπου πλάστηκε. Θα μου πεθάνεις, σκέφτομαι, μην ξεγελιέσαι, και σηκώνομαι, ενώ πριν ως στήλη άλατος και άναυδη και περιδεής και δίχως να ξέρω τι ακριβώς πρέπει να κάνω. Επιστρατεύω ό,τι μηχανεύεται η απειρία μου. Του μιλώ, το καλώ, σα μικρό παιδί το φωνάζω, το οδηγώ προς την έξοδο με μύριους τρόπους. Αδύνατο. Πετά έντρομο, μπροστά από την ορθάνοιχτη πόρτα που δεν τη βλέπει. Πιάνεται όπου βρεθεί και βλέπω την καρδούλα του να τρέμει. Θλίψη με κυριεύει και τρόμος, μην κάθε χτύπημά του πάνω στα φωτεινά τζάμια σταθεί γι' αυτό το μικρό μοιραίο. Ανοίγω τη βρύση, μήπως και ο ήχος του νερού το οδηγήσει εκεί που πρέπει. Τίποτα. Πετά, χώνεται σε κρυψώνες, χάνεται και όμως είναι εκεί. Θεέ μου, λέω, και τώρα τι κάνουμε. Κάτι εγκαίρως να κάνουμε.

Όλοι φευγάτοι και ψάχνω για βοήθεια. Απέναντί μου, ναι, αυτό το παιδί και πάνω στην ώρα, ο γητευτής των πουλιών, ήδη έξω με τις καρδερίνες του και τα κλουβιά του. Έλα, τον καλώ σε βοήθεια, ένα μικρό πουλί κλείστηκε μέσα και πώς να το βγάλω. Δεν κατέβαλε προσπάθειες πολλές, σχεδόν με το που εμφανίστηκε με την απόχη του, σπουργίτι είναι, μου λέει, και κείνο, λες και γνώρισε κάποιον που μιλούσε τη γλώσσα του, αμέσως, μα πόσο αμέσως, αμέσως πέταξε προς την έξοδο, δίχως ούτε και τα φωτεινά τζάμια να το γελάσουν ούτε και το φωτεινό κλουβί στο οποίο για μια ώρα περίπου κλείστηκε. Εμένα μου φάνηκε αιώνας. 

Ο καθένας πήρε το δρόμο του. Ο γητευτής, που μιλούσε τη γλώσσα του, στις καρδερίνες του κι εγώ σε ό,τι πρωτύτερα έκανα. Το σπουργίτι στάθηκε άξιο της ελευθερίας για την οποία πλάστηκε. Πέταξε στ' ανοιχτά. 

Κανείς μας δεν αξιώθηκε τη φυγή του. Μονάχα ίσως τις στιγμές εκείνες που παλέψαμε για χάρη του.

Εις το εξής θα προσέχω τις τζαμαρίες. Να μην μπαίνουν σπουργίτια που σκλαβώνονται. Ή κι αν μπαίνουν, να μην ξεγελιούνται, τις φωλιές τους μέσα να μη χτίζουν, παρά γρήγορα, γρήγορα πολύ, να πετούν προς την έξοδο που τους αρμόζει, προς την έξοδο που ποθεί η ψυχή τους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου