Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Τρία ποιήματα και μια ελπίδα

 

Τρία ποιήματα συγγενικά. Δυο ποιητές της Θεσσαλονίκης και ο ύστερος της Χίου. Συγκλίνουν μέσα από τα πρόσωπα που εστιάζουν. Τα πρόσωπα των ακροτελεύτιων στίχων. Οι απεγνωσμένοι, οι στερημένοι, οι πνιγόμενοι. Προσωπεία του καθενός μύχια και ως εσωτερικός μονόλογος τα δύο πρώτα (το ένα άλλωστε να υπάρχει σχεδόν ως ηχώ ή και αντίλαλο του άλλου). Ως απόφθεγμα ή και επιτύμβιο το τελευταίο. Προϋποθέτουν αποδέκτη, αλλά και δεν τον χρειάζονται, δίνουν την εντύπωση ότι απευθύνονται, αλλά μάλλον εις εαυτόν στοχεύουν. Γιατί ο καθείς εξ αυτών ο απεγνωσμένος και ο της ευτυχίας αποκλεισμένος, ο στερημένος και της προσφυγιάς ταμένος, ο πνιγόμενος εντέλει και εκθαμβωτικά μέσα στη φωτοβολία των στίχων του και μόνο, έχοντας εξασφαλίσει τη στιλπνότητα και το άμεμπτο της ζωής. Έστω. Επεισόδιο της αγιότητας και τούτο. Να συνιστά επιπλέον τη μόνη ελπίδα, απόσταγμα και εκχύλισμα μαζί. Η της ποίησης ηλιακή σχεδόν εκπομπή.

Ηλιακή, με την έννοια που έχει και η παρουσία του Χριστού κατά τη Μεταμόρφωση, για τούτο λένε και οι εκκλησιές και τα μοναστήρια που τιμώνται στη Θεία Μεταμόρφωση χτίζονται κατεξοχήν στα ψηλώματα. Εκεί όπου άλλωστε και το Θαβώρ. Έστω και αν η ποίηση ξέρει καλύτερα κάτι υπόγεια και κάτι λαγούμια, κάτι λαβύρινθους και τα στενά σοκάκια. Στοές ανήλιαγες, ακάλυπτους, λασπόνερα και χωματερές. Γιατί από κει μέσα έμαθε -και είναι ο πιο αυθεντικός της τρόπος τούτος και ο πιο σίγουρος ίσως προς τα ανώγεια- τη χαραμάδα φωτός να λαχταρά και τη ρωγμή της εξόδου επιουσίως να σκάβει ως μοναδική άλλωστε εκλεκτή και του φωτός εξ αίματος συγγενής. Κι ας μην το παραδέχεται κάποτε. Ή και συχνά.

Αφήνονται οι ποιητές μα και τα ποιήματά τους στην κοινή ανάγνωση. Μαζί τους αφήνεται να υπάρξει και μια φευγαλέα στάση, μια στιγμή, στο σπίτι στην Κορυτσά, εκεί όπου ένας Θεμιστοκλής ματαίως ίσως περιμένει τα παιδιά του πίσω, ενώ το πιο σίγουρο είναι ο εγκλεισμός στην αδήριτη μοναξιά του.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ανυπεράσπιστος καημός, 1959

ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ

Στην καταφρόνια και στη φτώχεια πέρασες τα χρόνια σου -
μήν το ξεχνάς.
                                      Κι αν τώρα
τόσο αναπάντεχα εγύρισε ο τροχός
και βρήκες ρούχα κι έντυσες τη γύμνια σου
και σπίτι και φωτιά να ζεσταθείς
και δυο γλυκές κουβέντες -
μη λησμονείς ποτέ την προσφυγιά
και μιαν αγάπη κράτα για τους στερημένους.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Το διάλειμμα, Θεσσαλονίκη 1976

Η στιλπνότητα της συνείδησης
είναι το κέρδος των δικαστών
η φωτοβολία των στίχων
είναι τα δάκρυα των πνιγομένων.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ, Επεισόδια της αγιότητας, Νηπιοβαπτισμός, 1993

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου