Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Εγενόμην εν νήσω


"Εγενόμην εν νήσω τη καλουμένη Πάτμω" στο ξεπροβόδισμα του πρώτου του φθινοπώρου, εκεί όπου τίποτα δε φθίνει παρά ατόφιο εις τους αιώνες και τους αιώνες των αιώνων. Εγενόμην εν νήσω, "συγκοινωνός εν τη θλίψει και υπομονή", εκεί όπου ο απόηχος μονάχα κατέπλεε των της ενδοχώρας πραγμάτων. Μα που τον κουβαλούσες ακέριο κι αμαχητί του παραδινόσουν. Ήταν της συμβασιλεύουσας το επιδάφιο και υπεδάφιο άλγος. Ήταν της Σύρου τα συνθήματα, αντίλαλος μέσα στη νύχτα. Ήταν το "πεινάω" των απανταχού πεινασμένων. Ήταν το "διψάω" των διψασμένων. Ήταν ο πόνος κι εκεί που πήγαινες το άκος.


















 Ήταν η Πάτμος,
πολύ επόθησα
εκεί να κατεβώ και 
να πλησιάσω τη σκοτεινή σπηλιά

Holderlin, Πάτμος, Ελεγείες, Ύμνοι και άλλα ποιήματα (μτφ.Στέλλα Γ.Νικολούδη), Άγρα 1996  
 

Εγενόμην εν νήσω, όχι "ως εν καμίνω πεπυρωμένης", αλλά ως γλυκό καρπό φθινοπώρου που μεστώνει. Μας βρήκε το ηλιοβασίλεμα ν' αφήνουμε το λιμάνι. "Φωνή υδάτων πολλών" κρατούσε το ίσο στο ενάλιο ταξίδι και ήταν πράγματι παραμυθία. Μα τίποτα όσο ο λόγος ο Αποκαλυπτικός που εισόρμησε στον ηγαπημένο Εκείνου, τον Ιωάννη: "Οίδα τα έργα σου και τον κόπον και την υπομονήν σου". Οίδα ότι "εβάστασας διά το όνομά μου, και ου κεκοπίακες". Μόνον που "έχω κατά σου ότι την αγάπην σου την πρώτην αφήκες". Και τη στιγμή του Σταυρού ίσως και να τη λησμόνησες. Κι ακόμα "οίδα ότι όνομα έχεις ότι ζης, και νεκρός ει". Κι ότι "ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός". Ενώ "όφελον ψυχρόν ης ή ζεστός". "Ουκ οίδας ότι συ ει ο ταλαίπωρος και ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός;". "Γίνου γρηγορών, και στήρισον τα λοιπά α έμελλον αποθανείν". Το κάλεσμα άπαξ. Και δια παντός.



















Ιδού, "ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω". "Ιδού θύρα ηνεωγμένη εν τω ουρανώ". Ελθέ και "ανάβα ώδε" και από την αρχή πύρωσε και θα σου δώσω "φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο εστιν εν τω Παραδείσω του Θεού". Εκείνο "το μάννα το κεκρυμμένο" και "τον αστέρα τον πρωϊνόν". Και τότε, λέει εκείνος, ο ηγαπημένος Εκείνου, "ευθέως εγενόμην εν Πνεύματι" κι από τη γη χάθηκα και αφαρπάστηκα στους ουρανούς της θεότητας, εκεί όπου ούτε πόνος ούτε θρήνος ούτε θλίψη ούτε και εφήμερη χαρά.


Η μικρά σκέψις ως κρώζον πτηνό
Εκ του ύψους σκοπεύει τη σάρκα
Το ξηρό δέντρο
Η σκληρή πέτρα που ελαξεύθη
Απ' το ακαταμάχητο όνειρο
Και στην Πάτμο ανεστράφη η καρδία
Και μαράθηκε το άνθος το πικρό

Ω ξηρό δέντρο διάφανο [...]

Δ.Π.Παπαδίτσας, Εν Πάτμω, Ποίηση, 2, Γνώση 1981





Ω ερημοκκλήσι στο πέλαγος
και να κοιτά μονάχο
την αντάρα και τη θύελλα
και κάποτε μια θάλασσα ακύμαντη





 Ήταν Κυριακή, η Κυριακή Κυριακού του αναχωρητού, τότε που "ίρις κυκλόθεν του θρόνου [...] σμαραγδίνω" απλώθηκε στον ουρανό. "Ουρανοδοξάρι τριγύρω στο θρόνο σαν σμαράγδι", ακούω κάποτε τον Σεφέρη, όταν με υποχρεώνει.
Και γύρω η θάλασσα, μια "θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω". Θάλασσα του πρωιού κι ανέφελου ουρανού. Θάλασσα του αυγερινού.
"Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος ο Θεός" έψαλαν εντός του σπηλαίου, Άγιος, "ο ην και ο ων και ο ερχόμενος". Άγιος και ο έγκλειστος της Αποκάλυψης, ο εντός τόπου ηφαιστείου, όπως του φωτός αρμόζει.

Εκεί θυμιάματα μες σε "φιάλας χρυσάς", "αι προσευχαί των αγίων" και στα ουράνια ανεβαίνουν. Εκεί κι ο Θάνατος να υποβόσκει, αναβάτης σε "ίππο χλωρό" και "ο Άιδης ηκολούθει μετ' αυτού". Εκεί και μεις. Οι προς αφαρπαγήν.


Εν πλω το κείμενο της Αποκάλυψης κυλά και μόνο απ' τα προσκόμματα του ύπνου δοκιμάζεσαι. Μα διαβάζεις απ' την αρχή ξανά, δεξιά ζερβά, τον Ιωάννη και την απόδοσή του, για να δεις πώς δοκιμάστηκε και κείνος, ο Σεφέρης, απάνω στους βράχους μιας γλώσσας προφητικής. "Ένιωσα το πρωτότυπο να στέκεται ψηλότερα και από τη δική μου απόδοση και από τις μεταφράσεις στις ξένες γλώσσες που γνωρίζω" είπε τον Ιούνιο του 1966 (Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, μεταγραφή Γιώργος Σεφέρης, Ίκαρος). Ο ποιητής που αγάπησε τη γλώσσα και την πόνεσε, ίσως όπως μονάχα ο Σολωμός. Με τα πάμπολλα αγκάθια της, όπως το άνθος εκείνο που το λένε "αγκάθι του Χριστού". Το ανθισμένο.


"Τούτη η εργασία", γράφει ο Σεφέρης, "είναι ο καρπός μιας στιγμής: της αυγής της Παρασκευής 16 Σεπτεμβρίου 1955. Την παραμονή, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, εγενόμην εν νήσω τη καλουμένη Πάτμω. Καθώς έπαιρνε να χαράξει ήμουν πάνω στη Χώρα. Η θάλασσα, ακίνητη σαν το μέταλλο, έδενε τα τριγυρινά νησιά. Δεν ανάσαινε ούτε ένα φύλλο μέσα στο φως που δυνάμωνε. Η γαλήνη ήταν ένα κέλυφος ολωσδιόλου αράγιστο. Έμεινα καρφωμένος από αυτή την επιβολή. Έπειτα ένιωσα πως ψιθύριζα: "Έρχου και βλέπε...[...]. Την άλλη μέρα, όταν ξαναπήρα το καράβι, είχα κάνει το τάμα να δοκιμάσω μια μεταγραφή της Αποκάλυψης του Ιωάννη του Θεολόγου".


Δέκα χρόνια αργότερα παρέδωσε το κείμενό του και σε μας. Ρέουσα η γλώσσα του που δοκιμάστηκε απάνω στο προφητικό κείμενο, αντλώντας από το φρέαρ της δημοτικής ποίησης, του Ερωτόκριτου μα και εκείνη των παραμυθιών. Τα άκουγα να εναλλάσσονται ανεμπόδιστα για τούτο και κέρδιζε διαρκώς σε δραστική απλότητα η απόδοσή του. Μια απόδοση που ανέδιδε σεβασμό. Και που σε υποχρέωνε διαρκώς σε στάση.


Ο Σεφέρης επιστρέφει για να πει: "Η γενική κατάστασή μας, πολύ το φοβούμαι, είναι τέτοια ώστε ν' απονεκρώνει κάθε ενδιαφέρον και κάθε καλή θέληση. [...] η θέση μας είναι πολύ χειρότερη παρά στον καιρό της Τουρκοκρατίας". Ο Σεφέρης επιστρέφει, για να σταθεί ξανά στην ξερολιθιά της προφητείας και να μας πει τα μελλούμενά του και αυτά που ήδη ζούμε.


"Εγενόμην εν Πνεύματι εν τη κυριακή ημέρα" και στο Σπήλαιο κατέβηκα, το σπήλαιο του φωτός ως το Σαραντάριο που κάποτε ανέβηκα και που υπόγεια ύδατα τα φέρνουν κοντά, ο εγκλεισμός του μαθητή και η δοκιμασία Εκείνου, η ίδια εξορία, και που νιώθεις στον αέρα πως ο αέρας που αναπνέεις έχει κάτι από το βιβλικό και θεοβάδιστο των Ιεροσολύμων. Και που σε πάει ξανά εκεί.


Μα εκεί ο τόπος δοκιμάζεται αιώνες τώρα. Αιώνες τώρα το σκηνικό του θανάτου περιφέρεται σ' όλη την Ανατολή. "Και ο ήλιος εγένετο μέλας ως σάκκος τρίχινος, και η σελήνη όλη εγένετο ως αίμα, και οι αστέρες του ουρανού έπεσαν εις την γην, ως συκή βάλλει τους ολύνθους αυτής υπό ανέμου μεγάλου σειομένη". Ο Σεφέρης εισβάλλει ξανά και σε υποχρεώνει ν' ακούσεις τα τριαδικά σχήματα της δημοτικής ποίησης: "και ο ήλιος και το φεγγάρι και τ' άστρα του ουρανού σαν την αγριοσυκιά που σειέται απ' την ανεμοζάλη και ρίχνει το χειμωνιάτικο καρπό της".

Σφυρίζει μέσα στ' όνειρο
Το ξηρό δέντρο, οι πέτρες
Κομμένες από της βροντής
Τον πέλεκυ κραυγάζουν
Ποιος τις ακούει

Και ποιος τις βλέπει;

Δ.Π.Παπαδίτσας, Εν Πάτμω

Μα όσοι δοκιμάστηκαν πολύ, όσοι "οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης [...] ου πεινάσουσιν έτι ουδέ διψήσουσιν έτι, ουδέ μη πέση επ' αυτούς ο ήλιος ουδέ παν καύμα". Γιατί "εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών", γιατί "οδηγήσει αυτούς επί ζωής πηγάς υδάτων".


"Ο κύριος της θυέλλης αγαπούσε την απλότητα του μαθητή και ο προσεκτικός άνδρας
είδε με ακρίβεια την όψη του Θεού,
όταν κατά το μυστήριο της αμπέλου, αυτοί
εκάθισαν μαζί την ώρα του Δείπνου,
και στη μεγάλη του ψυχή, με ήρεμο προαίσθημα το θάνατο
ο Κύριος επρόφερε και την εσχάτη αγάπη, γιατί ποτέ
δεν κουραζότανε να βρίσκει λόγια 
να μιλήσει για την καλοσύνη και να πραϋνει,
όταν την έβλεπε, την οργή του κόσμου"

Holdelrin, Πάτμος


"Εστάθην επί την άμμον της θαλάσσης και είδον εκ της θαλάσσης" αχλύ ρόδινη και να τη σκεπάζει. Ήταν το φως το ένδον που το' βλεπες και έξω. Ήταν στο βάθος μακριά το άνθος του γιαλού και των αλαφροϊσκιωτων αδελφών σου. Λοξοδρόμησες για να τη βρεις τη θάλασσα. Λοξοδρόμησες για να τη διαβάσεις. Ώρα εσπερινή, προτού το δείλι, άφησες την Αποκάλυψη, για να κοιτάξεις ξανά μέσα στην ψυχή σου.

Κύκνε περματάρη των ψυχών
πες μου, για πού τραβά η θάλασσα;

ΕΥΑ ΜΟΔΙΝΟΥ, Ακίνητη στιγμή, Εκεί που τελειώνει..., πρώτο τετράδιο


Εστάθην έμπροσθεν του φωτός και με εκράτησε, "περιβεβλημένη τον ήλιον" και "ποταμοφόρητη". Και "ήκουσα φωνήν εκ του ουρανού ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντής μεγάλης, και η φωνή ην ήκουσα ως κιθαρωδών κιθαριζόντων εν ταις κιθάραις αυτών" και ευφράνθην. Και είπα τότε πως "ώδε έστιν η υπομονή και η πίστις των αγίων" και εντός παρηγορήθηκα εκ νέου. Και είδα τότε την "οδό των βασιλέων των από ανατολής ηλίου" και την ίδια την ανατολή και στάθηκα "γρηγορών", για να γενώ "μακάριος", "ίνα μη γυμνός περιπατήσω". Κι όμως περπάτησα. Τότε που "πάσα νήσος έφυγεν, και όρη ουχ ευρέθησαν" κι ούτε "κλητός" ούτε κι "εκλεκτός" ούτε και "πιστός".
Τότε που είδα το ένδον "ως όρος μέγα πυρί καιόμενον" να πέφτει "εις την θάλασσαν" και "εκ του ουρανού αστήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς" να εισορμά το ίδιο. "Απέθανον" εκ της θλίψης "ότι επικράνθησαν". Γιατί το σκοτάδι και το φως εναλλάσσονται με ταχύτητα μεγίστη. Και τούτος είναι της ευτυχίας και της δυστυχίας ο νόμος της θνήσκουσας ζωής.
Τότε που "είδον αστέρα εκ του ουρανού πεπτωκότα εις την γην, και εδόθη αυτώ η κλεις του φρέατος της αβύσσου". Και "εσκοτώθη ο ήλιος και ο αήρ εκ του καπνού του φρέατος" και είδες την άβυσσο και το κλειδί της γύρισες και μπήκες. 


"Και η οπώρα σου της επιθυμίας της ψυχής απήλθεν από σου". Και "ο ώριμος καρπός που αποθύμησε η ψυχή σου έφυγε μακριά σου". "Χάσαμε, αλήθεια, πολύ καιρό" είπε ο ποιητής. "Είναι περίεργο πόσο σπαταλούμε κάποτε τα υπάρχοντά μας".


Μα ήρθε στιγμή "και η γη εφωτίσθη". "Αύτη η ανάστασις η πρώτη". Η οδός προς "την πόλιν την ηγαπημένην", εκεί όπου "παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών" θα χαθεί, "και ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ έσται έτι. Ότι τα πρώτα απήλθαν". Και άλλα ίσως και να μην προβλέπονται. Γιατί "θα σκουπίσει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους" και η πόλη, ω, "η πόλις ου χρείαν έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης, ίνα φαίνωσιν αυτή, για να τη φωτίζουν". Αρκεί το φως και η σκιά Εκείνου.

"[...] και πλάι τους
εβάδισε η σκιά του Αγαπημένου"

Holderlin, Πάτμος

Και "νυξ γαρ ουκ έσται" εκεί. Μονάχα "ποταμός ύδατος ζωής λαμπρός ως κρύσταλλον", όπως η θάλασσα πρωτύτερα. Τότε θα δεις "του ποταμού εντεύθεν και εκείθεν ξύλον ζωής ποιούν καρπούς δώδεκα, κατά μήνα έκαστον αποδιδούν τον καρπόν αυτού, και τα φύλλα του ξύλου εις θεραπείαν". Τότε "όψονται το πρόσωπον αυτού [...] και νυξ ουκ έσται έτι, και ουκ έχουσιν χρείαν φωτός λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτίσει επ' αυτούς". Το ξύλο, το μάννα της ζωής.


"Ο προφήτης" λέει ο Σεφέρης "είναι όργανο στα χέρια του Θεού. Είναι οραματιστής γεμάτος από τη βουλή και την πνοή του Θεού. Είναι έν-θεος, είναι εν-πνευσμένος. Κάποτε αρπάζεται, καταναγκάζεται από το Θεό, χωρίς ο ίδιος να το θέλει". Με "την αφοσίωση που χαρίζει η πίστη". Και "το συνεπαρμό που του δίνει η θεϊκή εμπνοή". Ο προφήτης είναι το εκμαγείο του ποιητή. Εκείνου του ένθεου και ενεπνευσμένου, εκείνου που αφαρπάζεται. Που αφήνεται σε αυτή τη φυγή προς τα ουράνια. Έστω και μέσα από τα λασπωμένα σοκάκια ή τον εγκλεισμό του. Είναι εκείνος ο πεινών και ο διψών που προτάσσει το λόγο του και την εγχάρακτη κραυγή του, ενόσω ο ίδιος βιώνει την εμβρυακή εξορία της πραγματικότητας.


"Ο λόγος του προφήτη είναι λοιπόν λόγος του Θεού, δεν είναι δικός του. Καμιά φορά μπορεί και να του μεταδοθεί χωρίς την επέμβαση της συνείδησης. Με την πίεση μιας τέτοιας εμπνοής είναι φυσικό να είναι ακατάστατος, σπασμωδικός, αινιγματικός. Εκφράζεται με τα δυσκολονόητα σύμβολα που βλέπει στα οράματά του", γράφει ο Σεφέρης ξανά. Πρόκειται για την ιερογλυφική της γραφής, δηλαδή την ποίηση, που αποκρυπτογραφείται μονάχα από του άλγους τους μυημένους.

 "Είναι κοντά
και δύσκολος να τον συλλάβεις ο Θεός.
Όμως εκεί που είναι ο κίνδυνος,
εκεί και το σωτήριον φύεται"

Holdelrin, Πάτμος

Μα θέλει εσένα. Θέλει η πίστη την αυτοπαράδοσή της. Ειδάλλως δε γίνεται. "Ναι, έρχομαι ταχύ. Αμήν, έρχου, Κύριε". Θέλει και το αμήν της.

"Ας ήταν να' χα κι εγώ τον πλούτο
να φτιάξω μιαν εικόνα, και να κοιτάξω
τον Χριστό όμοιο όπως ήταν"

Holderlin, Πάτμος


Φως μεσημβρινό της νήσου Πάτμου, απαστράπτον ως ο ήλιος που το στέλνει, εκτυφλωτικό ως η αλήθεια, διάφανο ως η αγνότητα της ψυχής που λούστηκε εντός του.

Τώρα μπορώ να σας προσκαλέσω γιατί κι εγώ όσο ήμουν
τιποτένιος έκρυβα το πρόσωπό μου

Δ.Π.Παπαδίτσας, Εν Πάτμω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου