Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σκέψεις πάνω σε ένα α στερητικό


Η κάθε λέξη είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Όταν τη συναντάς σου αποκαλύπτεται. Διάβαζω συχνά λέξεις στερητικές, χρόνια τώρα, αυτές υπερισχύουν να μαρτυρούν την ελλειπτική τροχιά που επιβάλλουμε στη ζωή, κατεξοχήν όμως στην ψυχή. Λέξεις όπως αθεϊα ή και ασυγκινησία. Τις περιέχεις με την έννοια ότι τις συμπονάς. Τις χωράς με την έννοια ότι τις συν-χωράς. 

Παρατηρείς εκ του μακρόθεν πως σπεύδουν από παντού άσχετοι της πιο βαθιάς ουσίας τους να σαγηνευτούν από την κεκαλυμμένη οδύνη τους και να τις επικροτήσουν. Ιαχές εύκολες και εύκαιρες, όπως το εννοεί η ποντιακή, και που υπάρχουν ως πομφόλυγες. Από αυτές που είμαστε, που είπε και ο Λουκιανός στους Νεκρικούς διαλόγους.

Την πρώτη την προτιμάς από τις άλλες σταθερές και τις μπετόν επιδερμικές πεποιθήσεις. Προκρίνεις την αγωνία που έτσι κι αλλιώς η αθεϊα εμπεριέχει. Όπως και η πίστη που είναι πάντα εναγώνια. Και ξεκινούν από την ίδια αφετηρία. Και το αγνοούν δια βίου. Η πρώτη βυθίζεται στην ανυπαρξία του Θεού. Η δεύτερη στην ύπαρξή Του. Η πρώτη αναζητά την παρουσία Του. Η δεύτερη τρελαίνεται από την απουσία Του. Ταλανίζονται εξίσου, αενάως και δια βίου. Μια ρωγμή κάποτε τους οδηγεί στην αυθυπέρβαση που έχει ανάγκη η πίστη, μα και η απιστία, προκειμένου να κάνει το άλμα προς την ουσία, δηλαδή την παρουσία του Θεού. Έκτοτε δε φεύγει από κοντά του ποτέ. Το άλμα επιταχύνεται δια του άλγους. Το αποδεικνύει καθημερινώς η ζωή. Ένας ισχυρότατος σεισμός που λαμβάνει χώρα στην ενδοχώρα της ψυχής ή και μια κλινήρης παραμονή αρκούν για να σωριαστούν οι όποιες αντιστάσεις του νου. Αφήνεσαι τότε να σε δαμάσει ο Θεός ολοσχερώς. Με ευγνωμοσύνη.

Στέκεται κανείς περαιτέρω στη δεύτερη. Στην ασυγκινησία. Στην επιτηδευμένη λήθη που επιδιώκεται ως ανάγκη προκειμένου να επιβιώσει κανείς, αυτοτραυματιζόμενος ή και αυτοχειριαζόμενος, ίσως και ευνουχισμένος. Μα η ασυγκινησία δεν έχει άλλα συνώνυμα πλην ίσως της αναπηρίας και αναπηρία πιο τραγική από τον ακρωτηριασμό της ψυχής δεν ξέρω να υπάρχει.

Διάβαζα εν μέσω Μεγάλης Βδομάδας το πολύστιχο ποίημα "Χριστός πάσχων" που αποδίδεται με έντονη επιφύλαξη στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και ποιητή, ενώ μοιάζει περισσότερο να πρόκειται για συμπίλημα τραγωδιών του Ευριπίδη αγνώστων λοιπών συγγραφικών στοιχείων. Δεν έχει ίσως και πολλή σημασία. Ενώ εστιάζει στο πρόσωπο του Χριστού, στην πραγματικότητα αφορά εξ' ολοκλήρου στην Παναγία, τη Θρηνωδούσα όμως. Σταματώ σε λέξη αποκαλυπτική της ψυχής και βέβαια της δικής της ψυχής: "λύπη (με υπογεγραμμένη εννοείται) παχνωθείς". Κράτησα, θυμάμαι, τότε και σημειώσεις. Μάλλον από τους Liddell-Scott, τις οποίες και αντιγράφω:
παχνόω: παγώνω, συμπήγνυμι, κάνω κάτι συμπαγές
"παχνούν γαρ το λυπούν": από μεταφοράς της πάχνης, της λυπούσης τα λήια (Τζέτζης) Ησ. Έργα
"ήτορ παχνούται": η καρδιά του έγινε ψυχρά και σκληρά (εκ της θλίψεως) Ιλιάδα Ρ' 
"παχνούσθαι πένθεσιν, λύπη": Αισχ.Χοηφ., Ευρ.Ιππ.

Και η ψυχή πάγωσε, λέω, σα να' πεσε πάχνη απάνω της και η ψυχή πέτρωσε απ' την οδύνη της ρομφαίας. Γιατί κάποτε -μπορεί και αργά- γίνεται και αυτό. Και μονάχα τότε μπορεί κανείς να μιλήσει για ασυγκινησία. Όταν παγώσει η ψυχή από το άλγος.

Στον αντίποδα της ασυγκινησίας βρίσκεται ίσως το άλγος για το νόστο. Δε θα μιλήσω για τον Οδυσσέα αλλά για τον Ταρκόφσκι. "Γιατί ο Ταρκόφσκι" κατά τον Σωτήρη Γουνελά ("Ταρκόφσκι: Ένας νοσταλγός του Παραδείσου", εκδόσεις Διάττων 1989) "χύνει μέσα από το νερό ένα ήσυχο ρεύμα αγάπης, ανάκατης με νοσταλγία και κάποια θλίψη. Είναι η νοσταλγία του Παραδείσου". Νοσταλγεί και άρα προκρίνει τη ζωή, ακυρώνοντας την όποια ασυγκινησία. Δεν υπάρχει ως ανάπηρος, παρά εμφυτεύει -έστω- τα τεχνητά της "ευσυγκίνητης" ζωής. Υπάρχει ως νοσταλγός του παραδείσου. Συμφιλιωμένος με το παρελθόν που το εμπεριέχει και το κοιτά κατάματα, με αμάλαγη επιείκεια για την ψυχή του ανθρώπου. Για τη δική του και των άλλων.

Όταν υπερβεί κανείς την πάχνη, αν την υπερβεί, αντί του όποιου σοβά απάνω στο παλίμψηστο της μνήμης, μπορεί ενδεχομένως να καταφύγει στο σεντούκι, εκεί όπου μπορεί τη χαρά να κρύψει, μα και τα τραύματα εκείνα τα διαμπερή, την ευλογία που αξιώθηκε, τα άνθη της και τους καρπούς της, και κάποτε το καπάκι να ανοίγει, το άλγος να ευωδιάσει ως θυμίαμα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου