Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Φύλλα Κατοχής


Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ανοίγω τα "Φύλλα Κατοχής" της Ιωάννας Τσάτσου. Τα ξεφυλλίζω με την ίδια, αναλλοίωτη, συγκίνηση. Και με την ίδια διάθεση κοινωνίας, που μου την υπαγορεύουν μονάχα τα έργα που με λυγίζουν με την αλήθειά τους. Πέρα από το μοντέρνο και το μεταμοντέρνο που λανσάρεται, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις ή τη διακειμενικότητα που αναζητούμε με πάθος οι φιλόλογοι, την αναδρομή και τις προσημάνσεις με τις οποίες εκστασιαζόμαστε, πέρα από τις όποιες αφηγηματικές τεχνικές ευαγγελίζονται. Όλα τούτα με αφήνουν αδιάφορη μπροστά στη λυγμική αλήθεια μιας απλής καταγραφής. Τα "Φύλλα Κατοχής" είναι ένα τέτοιο κείμενο και ως μαρτυρία που είναι σε υποχρεώνει να γονυκλινήσεις επιπλέον, δηλαδή και ενώπιον όλων εκείνων που επέλεξαν τη δράση και όχι την απάθεια των μετόπισθεν, που ίσως να ήταν και ο πιο ψυχοφθόρος και μακροχρόνιος αγώνας εν τέλει. 

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής η Ιωάννα έδρασε στην ΕΚΚΑ του συνταγματάρχη Ψαρού και πήρε μέρος σε αποστολές βοήθειας οικογενειών εκτελεσθέντων και φυγάδευσης άγγλων στρατιωτών με την καθοδήγηση της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και ιδιαίτερα του Αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού, του οποίου ήταν και στενός -αν όχι και το δεξί του χέρι- συνεργάτης. Το 1947 κυκλοφόρησε το βιβλίο "Εκτελεσθέντες επί Κατοχής" γνωστοποιώντας τα ονόματα οικογενειών που πλήγηκαν από τους κατακτητές, προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν. Συνέχισε την ανθρωπιστική της δράση και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, ως μέλος του Κέντρου Βοήθειας του Παιδιού, του Σώματος Ελληνίδων Οδηγών, της Φανέλας του Στρατιώτη, της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας. Την περίοδο 1950-1951 αγωνίστηκε υπέρ του δικαιώματος ψήφου των Ελληνίδων και το 1966 πήρε μέρος στην Έκτη Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών. 

Ποιος την ξέρει σήμερα; Η μνήμη -το αποδεικνύει η ευτελής ιστορία την οποία αναμασούμε- είναι επιλεκτική και εξαιρετικά ωφελιμιστική. Θυμόμαστε μονάχα όσους εξυπηρετούν (το ίδιο ισχύει και για τις Ιστορίες της Λογοτεχνίας άλλωστε -όσους προωθήθηκαν εγκαίρως και αυτοκαλλιέργησαν όχι λίγες φορές το μύθο τους. Κάποιοι Άλλοι, με την κεφαλαία επισήμανση, απουσιάζουν μετά τον εξοβελισμό τους από τα επίσημα κατάστιχα. Ευτυχώς υπάρχουν πάντα τα ανεπίσημα και εκεί χωρούν άνετα οι κορυφογραμμές). Μερκούρη, Γεννηματάς, Τρίτσης και ξεχνώ πολλούς, για να μείνω μόνο στα "θύματα" ακραίας εκμετάλλευσης από συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα. Προφανώς συνιστούσε πολιτική μέθοδο που τόνωνε το κύρος επικρατείας και συνεπώς αλαζονείας. Το τραγικό σχήμα βέβαια επανέρχεται για να επιβεβαιωθεί: ύβρις, τίσις, νέμεσις. Και τα λοιπά. 

Σήμερα η μνήμη της Ιωάννας και των συν αυτής υπάρχει στα επείγοντα:

"Τούτο το ημερολόγιο δεν το προόριζα για τη δημοσιότητα. Έγραφα και κάθε τόσο έριχνα τα φύλλα του μέσα σ' ένα τενεκεδένιο κουτί, θαμμένο σε μια γωνιά του κήπου μας, για να το διαβάσουν κάποτε τα παιδιά μου. Πέρασαν περισσότερα από 20 χρόνια και βλέπω πως τα γεγονότα που συντάραξαν το Έθνος ολόκληρο λησμονήθηκαν. Το ψυχικό κλίμα της εποχής εκείνης έχει ολότελα εξαφανιστεί. Μυριάδες όμως τότε Ελληνίδες αισθάνθηκαν όπως εγώ και πράξανε όπως εγώ. Το βίωμα το δικό μου υπήρξε βίωμα σχεδόν καθολικό της Ελληνίδας γυναίκας. Πιστεύω πως η διατήρησή του στη μνήμη μας αποτελεί καθήκον".

Με την ίδια διάθεση αντιγράφει κανείς ό,τι μπορεί. Αν μπορούσε, θα αντέγραφε όλο το βιβλίο. Μα δεν το μπορεί. 

 14 Σεπτέμβρη 1941

Κάθομαι στη μικρή βεράντα της τραπεζαρίας για λίγη δροσιά. Σιγά σιγά το απαλό σεπτεμβριανό φως διαλύεται μέσα στη νύχτα. Χτυπά η πόρτα, και μπαίνει η Κατίνα Δούση. Η Κατίνα, φτωχή, πανέξυπνη γειτόνισσα, μιλάει γρήγορα, φοβισμένη, απελπισμένη.
«Κυρά μου, ένας ξανθός αρχάγγελος μπήκε στο σπίτι. Τον έκλεισα στο κουζινάκι. Τί θα γίνη Θεέ μου; Αυτός που τον έφερε εξαφανίστηκε».
«Αξιωματικός;» τη ρώτησα.
«Έτσι μοιάζει».
«Καλά, πήγαινε στο σπίτι σου, κλείσε καλά την πόρτα σου, και απόφυγε να μπη και ο πιο δικός σου. «Έρχομαι αμέσως ».
Η υπόθεση αυτή δεν με ξαφνιάζει. Κάθε λίγο μας ειδοποιούν για κάποιον εγγλέζο σε κίνδυνο ή σε ανάγκη. Οι απλοί άνθρωποι βοηθούν μ’ όλη τους την καρδιά. Μα δεν έχουν τον τρόπο να φυγαδεύσουν άγγλους, ούτε και να τους θρέψουν. Πίσω απ’ αυτούς, είμαστε μια αλυσίδα φίλων, έτοιμοι να τους στηρίξωμε.
Τηλεφωνώ αμέσως στον Γιώργη Αβέρωφ, έναν από τους φίλους. Μου φέρνει ό,τι έχει πιο πρόχειρο τη στιγμή εκείνη, το κλειδί ενός άδειου σπιτιού.
Βάζω σ’ ένα ταγάρι, κονσέρβες, ψωμί, καφέ, ζάχαρι, σαπούνι και πάω στης Κατίνας, στην οδό Σωτηρος.
Μέσα στο μικρό χαμηλό κουζινάκι, που μυρίζει μαρίδα τηγανιτή, ο άγγλος στέκεται όρθιος σε μια γωνιά. Το κεφάλι του ακουμπά σχεδόν στο ταβάνι. Μοιάζει σαν κυνηγημένο πουλί. Τον χαιρετώ, ανταλλάσουμε λίγες λέξεις, και βγαίνομε προσεκτικά στο δρόμο. Έχω περάσει το μπράτσο μου στο δικό του, και προχωρούμε αδιάφοροι. Ο Γιώργης Αβέρωφ και ο άντρας μου ακολουθούν από μακριά.
Βαδίζαμε προς την οδό Βουλιαγμένης. Κάθε φορά που συναντούμε γερμανούς φρουρούς, του μιλώ ελληνικά με φλυαρία και κέφι. Στρίβομε σε μιά πάροδο. Στα χέρια μου κρατώ το κλειδί του παλιού σπιτιού της Richardson.
Αυτό ψάχνομε. Δεν δυσκολευόμαστε να το βρούμε. Ερημιά είναι την ώρα που μπαίνομε. Μέσα όλα τακτικά. Καθίζουμε άνετα, και αρχίζομε την κουβέντα. Έχει πολλά να μου πη, και έχει ανάγκη να μιλήση. Είναι ερωτευμένος με μιαν Ελληνίδα, και δε θέλει να φύγη από την Ελλάδα. Να κρύβεται, να κινδυνεύη, μα να την βλέπη. Μιλά για το κορίτσι του και τελειωμό δεν έχει. «Μόνο οι έρωτες μας έλειπαν », σκέπτομαι και τον διακόπτω. Του λέω πως είναι αργά, πως αύριο πάλι το μεσημέρι θα του πάω το φαγητό του και θα τα ξαναπούμε. Έτσι μόνο κατορθώνω να τον αφήσω.

15 Σεπτέμβρη 1941

Το μεσημέρι τον είδα, όπως είχαμε συμφωνήσει. Το βραδάκι τον μετακινήσαμε προς άλλη διεύθυνση.
Είμαι ευχαριστημένη. Κάθε φορά που βοηθούμε άγγλο, έχω αυτή την πρόσθετη ικανοποίηση πως απαντούμε κατά κάποιο τρόπο στη βία του κατακτητή. Γιατί, είτε με την απάτη, είτε με την εξέγερση, την απάντηση στη βία τη νοιώθουμε σα νόμο ανάγκης.

20 Οκτώβρη 1941 

Σήμερα ακούσαμε τα πρώτα ανεπανόρθωτα. Στην Ελευσίνα έγιναν εκτελέσεις Ελλήνων. Χτες οι γερμανοί τουφέκισαν τρία παλληκάρια, τον Βαβουράκη, τον Πανωλιάσκο και τον Νίκα. Πριν λίγες μέρες είχαν τουφεκίσει και τον Χρήστο Στάμο. Και οι τέσσερες πεθαίνοντας, εξομολογούνται στον παπά που τους κοινώνησε, το μεγάλο καημό τους. Την έννοια τους για τις γυναίκες και τα παιδιά τους που εγκαταλείπουν χωρίς προστάτη.

24 Οκτώβρη 1941

Ο Γιάννης Γιωργάκης ήρθε εκ μέρους του Μακαριωτάτου Δαμασκηνού, να μου πή ν’ αναλάβω τις οικογένειες των εκτελεσθέντων. Θα έχω κάθε βοήθεια από την Αρχιεπισκοπή. Θα τους δίνωμε μηνιαίο βοήθημα, ρούχα και τρόφιμα. Το δέχτηκα μ’ ευγνωμοσύνη.

12 Ιουνίου 1942

Πέρασα ώρες με την Ευανθία Καλαμπούρα. Τα μάτια της, βαθουλωμένα σαν πηγαδάκια από το κλάμα, με κοιτάζουν ανέκφραστα. Προχτές εκτέλεσαν οι γερμανοί το γιο της το Γιάννη μαζί με τον Κοκκινέλη. Τώρα κυνηγούν και τους άλλους της γιους. Τρέμει η δύστυχη και δεν ξέρει πού να τους κρύψη. Οι ίδιοι θέλουν να πάνε στο αντάρτικο. Το βουνό, όποιο και νάναι, θα τους ρουφήξη κι αυτούς.

20 Ιουνίου 1942

Είδα πάλι την Ευανθία. Έχει περισσότερο κουράγιο. Τόσα παιδιά περιμένουν απ' αυτήν και το ένα είναι ανάπηρο. Ολόκληρη είναι σαν μια προσευχή. Ποια γυναίκα, ποια μάνα που σηκώνει ανθρώπινες ζωές στην καρδιά της, δεν αναμετράει πόσο μεγάλη είναι η αγάπη της και πόσο λίγη η δύναμή της; Μόνο ακουμπώντας στο Θεό ελπίζει και προχωρεί. 

8 Απρίλη 1943

Στο πρώτο πάτωμα της Αρχιεπισκοπής έχομε μιαν αποθήκη για ρούχα, κουβέρτες, τρόφιμα. Δε σκέπτομαι ποτέ το μέλλον, αφού κάθε ώρα μπορεί να είναι και η τελευταία μας. Γι' αυτό δεν έρχεται άνθρωπος που να έχη ανάγκη και να μη βοηθηθή την ίδια στιγμή. Αδειάζει η αποθήκη, μα πάλι γεμίζει με καινούργιες προσφορές.

25 Αυγούστου 1943

Οι δικοί μας βάλανε φωτιά στο αμαξοστάσιο της Ηλεκτρικής στην Καλλιθέα. Η ζημιά είναι μεγάλη. Μέρες δύσκολες, γεμάτες αναβρασμό και υποψία.

28 Αυγούστου 1943

Το ανακοινωθέν του στρατηγού Speidel λέει: Αν σε τέσσερις μέρες δε βρεθούν οι υπαίτιοι, πενήντα όμηροι θα τουφεκιστούν. Φριχτές ώρες. Όσοι έχουν φυλακισμένους μαζεύονται στην Αρχιεπισκοπή. Η απελπισία τους σαν βουητό βγαίνει από τους τοίχους, τα παράθυρα, τις πόρτες. Μας πνίγει κι' εμάς.

29 Αυγούστου 1943

Όλος ο κάτω διάδρομος της Αρχιεπισκοπής και τα πρώτα σκαλοπάτια έχουν πλημμυρίσει από κόσμο. Η απόγνωση τους κάνει έξαλλους. [...]

31 Αυγούστου 1943

Ο Δεσπότης κάνει όλες τις προσπάθειες, όλα τα διαβήματα, για ν' αποφύγωμε τ' αντίποινα. Βλέπει τον Neubacher. Του εξηγεί, τον παρακαλεί να μεσιτεύσει. Στέλνει ζωηρή έκκληση στο στρατηγό Speidel. Από το πρωί ως το βράδυ βλέπει κόσμο. Και χτες και σήμερα. Η απόφαση για την εκτέλεση των ομήρων δεν ξαναδημοσιεύτηκε.

1 Σεπτέμβρη 1943

Σήμερα εξαντλήθηκε η προθεσμία. Πέρασαν οι ωρισμένες μέρες και οι όμηροι δεν τουφεκίστηκαν. Πήραμε μια βαθειά αναπνοή. Δεν τολμούμε να ελπίσωμε.

6 Σεπτέμβρη 1943

Η ευγνωμοσύνη του κόσμου ξεχειλίζει. Η Αρχιεπισκοπή από το πρωί είναι γεμάτη λαό. Όταν μπήκε ο Δεσπότης όλοι γονάτισαν.

27 Νοέμβρη 1943  

Όλη τη νύχτα κατακλυσμός η βροχή, δεν μ’ άφηνε να κοιμηθώ. Μα το πρωί άνοιξα το παράθυρο στην πιο λαμπρή χειμωνιάτικη μέρα. Η γη ήταν πλυμένη, πεντακάθαρη. Ο ήλιος φωτεινός και ζεστός, σαν ήλιος Αυγούστου. Χτύπησε το τηλέφωνο. Σήκωσα η ίδια το ακουστικό και άκουσα την είδηση:
“Στη Σπάρτη, στο Μονοδένδρι τουφέκισαν χτες οι Γερμανοί εκατόν δέκα εφτά, όλο τον ανθό της πόλης και μέσα σ’ αυτούς το Χρήστο Καρβούνη”. Έμεινα σαν απολιθωμένη. Δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελα να καταλάβω. Ο άνθρωπος ξαναείπε τα ίδια λόγια, τον ακούω ακόμα. Χτες το πρωί στο Μονοδένδρι τουφέκισαν εκατόν δέκα εφτά. Τέσσερα παιδιά του Τζιβανόπουλου και τον γιατρό Καρβούνη. Κάθε σπίτι κι ένας νεκρός. Όλη η Σπάρτη μοιρολογάει. Αν είχε καεί ολόκληρη, θάταν λιγότερο το κακό.
-Μα γιατί; μπόρεσα να ρωτήσω.
-Σκότωσαν ένα γερμανό στρατιώτη στο Μονοδένδρι, μου είπε πάλι ο άνθρωπος από την άλλη μεριά του ακουστικού.
Πήγα στο γραφείο για την ημερήσια δουλειά. Σαν αυτόματο άκουα τα προβλήματα του κόσμου. Και το πρωί, και τώρα το βράδυ, μια σκέψη είναι πάντα εκεί και δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω:
“Ο Χρήστος Καρβούνης δεν θα δει ζωντανός ελεύθερη την Ελλάδα”. Αυτή η μεγάλη του λαχτάρα που τον έκανε να κινεί γη και ουρανό, να ζει και να πεθαίνει κάθε στιγμή, βούλιαζε μες στο χάος των ανεκπλήρωτων.
Προσπαθώ να θυμηθώ το Μονοδένδρι. Είχα περάσει από κει πηγαίνοντας προς τη Σπάρτη. Με είχαν ζαλίσει οι γυμνές κορδέλλες.

28 Νοέμβρη 1943

Ήρθε κάποιος από τη Σπάρτη. Τον άκουσα ώρες να μιλάει για τον θάνατο του Ανθρώπου. Οι θρύλοι γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Τούτο όμως είναι ιστορία. Οι Γερμανοί την τελευταία στιγμή σεβάστηκαν τον εξαιρετικό επιστήμονα και τούδωσαν χάρη. Ο Καρβούνης παρακάλεσε να δοθεί η δική του χάρη σ’ ένα από τους τέσσερις Τζιβανόπουλους. Να μη κλάψει η μάνα τέσσερις γιους μαζί. (Για πολύ καιρό η κυρία Τζιβανοπούλου έστρωνε το πρωί τα κρεβάτια των γιων της και τα ξέστρωνε το βράδυ). Ο γερμανός αρνήθηκε. Τότε ο Καρβούνης επαναστάτησε.
-Είστε ένας λαός βάρβαρος, είπε στον αξιωματικό, σε τέλεια γερμανικά. Ντρέπομαι που σπατάλησα οχτώ χρόνια στον τόπο σας. Οχτώ χρόνια πεταμένα, χαμένα.
Ο γερμανός θύμωσε, κοκκίνισε και με όλη τη δύναμή του τον χτύπησε με το κοντάκι του όπλου του στο μπράτσο.
Όταν μάζεψαν τους νεκρούς στο Μονοδένδρι, ο Χρήστος Καρβούνης είχε το μπράτσο σπασμένο”.

21 Δεκέμβρη 1943

Σήμερα μέσα στις άλλες μια γυναίκα ήρθε στο Γραφείο. Γλυκειά, δειλή, με πλησίασε και μου είπε σιγά: “Έχω το γιο μου φυλακισμένο στο Χαϊδάρι. Μέρες τώρα προσπαθώ να τον δω και δεν μπορώ. Τον λένε Δεϊμέζη. Μήπως ξέρετε τίποτα; Μήπως έγινε κανένα κακό;” Μόλις άκουσα το όνομα, πάγωσα. Το θυμόμουνα. Το είχα δει μέσα στους τελευταίους καταλόγους των σκοτωμένων ομήρων… Δεν είχα τη δύναμη να πω την αλήθεια, μα πάλι ούτε ψέματα στα γαλανά μάτια που με κοίταζαν με απόλυτη εμπιστοσύνη… Με κοίταζε και περίμενε με υπομονή… “Τον έχουν πάρει από το Χαϊδάρι”, είπα σιγά. “Δεν τον βρίσκω πουθενά”. Για λίγα λεπτά έμεινε σιωπηλή. Ένας σπασμός στο λαιμό έδειχνε όλη της τη συγκίνηση. Έπειτα με κόπο απάντησε: “Ίσως να τον έχουν σκοτώσει”. Της πήρα το χέρι. Το στομάχι μου και το κεφάλι μου πονούσαν φριχτά… “Κατεβαίνομε μαζί;” ρώτησα δειλά. Και σηκωθήκαμε. Προχωρήσαμε στο δρόμο. Ούτε ο καλός ήλιος του χειμωνιάτικου μεσημεριού, ο ζεστός, ο μαγικός ήλιος μπόρεσε να βοηθήσει. Έμοιαζε σαν ψεύτικο σκηνικό και μας άφησε παγωμένες και τις δύο. Στο σπίτι κάθησα μηχανικά στο τραπέζι… Ένιωσα όλα να γυρίζουν γύρω μου. Σηκώθηκα, πήγα με κόπο στο κρεβάτι μου, ξέσπασα σ’ ατέλειωτο αναφυλλητό. Έχω τσακίσει, δεν κυβερνώ τα νεύρα μου πια.

22 Δεκέμβρη 1943

Το πρωί στο γραφείο, μέσα στα άπειρα πρόσωπα ήταν πάλι το πρόσωπό της. “Αφήστε με να καθίσω, αφήστε με να έρχομαι” μου είπε. Και στο σπίτι ακόμα, όπου γυρίσω, βλέπω τα μάτια της να με κοιτάζουν. Νιώθω το χάος κάτω από τα πόδια μου.

12 Ιουνίου 1944

Ούτε είδαμε γυναίκα του Δίστομου στην Αρχιεπισκοπή. Όσες υπήρχανε είναι νεκρές και αυτές και τα παιδιά τους.

13 Ιουνίου 1944

Ο καιρός περνάει. Κρύβομε το πρόσωπό μας μέσα στον ημερήσιο μόχθο μας. Προσπαθούμε να ξεχάσωμε την ανθρώπινη ευθύνη μας, μπρος στα συντελούμενα εγκλήματα. Τέτοια ασκήμια η σκλαβιά, κι αυτή η φριχτή ανημποριά. Να βάλωμε φωτιά στα επιτελεία τους και να καούμε κι' εμείς. Ο Σαμψών ήταν ένας ελεύθερος άντρας. 

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ, Φύλλα Κατοχής, εκδόσεις Εστία, 1991

Χρήστος Μποκόρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου