Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Η αγαπημένη "φωνή της σιωπής"


Φωνή της σιωπής, αγαπημένη πάντα. Αγαπημένοι άνθρωποι, κεκοιμημένοι, αγαπημένοι αλλού. Επιστρέφουν, όπως το χιόνι επιστρέφει, η βροχή, ο ήλιος, η αντάρα. Επιστρέφουν ως βροχή, ως ήλιος, ως αντάρα. Σαν και το χιόνι επιστρέφουν. Είναι στο εδώ, αν και χρόνια τώρα στο αλλού. Στο αδήλωτο εκείνο που τους έχει σκεπάσει. Στη χώρα της αλυπίας, που δεν είναι η χοϊκή. Η μνήμη κατισχύει ως έκτη αίσθηση για την ώρα του θανάτου, όταν οι άλλες έχουν πλέον αποσυρθεί. Η μνήμη, μονάχα αυτή, κατάσταση λυγμική, για εκείνους στο υπερπέραν. 


ΜΙΚΡΗ ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Α.

Τα ψηλά βουνά έχουνε πάντοτε γυμνή την κορυφή τους. Κατάφυτα στα πόδια, στην κοιλιά, στο στέρνο τους, αλλά το φαλακρό κεφάλι τους ακουμπά κατευθείαν στο γαλάζιο. σκληρή κι αιχμηρή πέτρα, ερωτευμένη με την τρυφερή σάρκα τ' ουρανού.

Β.

Τα αιωνόβια δέντρα ξέρουνε τα πάντα για τη ζωή των σκουληκιών κάτω απ' το χώμα, για τη ζωή των μερμηγκιών και των θηρίων πάνω στο χώμα, για το τραγούδι των πουλιών και του ανέμου πάνω απ' το χώμα. Τα αιωνόβια δέντρα είναι σοφά. υποδέχονται μ' ένα χαμόγελο επιείκειας τον ξυλοκόπο που τα σωριάζει στο χώμα.

Δ.

Οι παπαρούνες κάποτε τρελαίνονται, εγκαταλείπουνε το μίσχο τους, γίνονται πεταλούδες κι αρχινούν από λουλούδι σε λουλούδι να πετούνε. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μαργαρίτες, μόνο που αυτές γίνονται μικροί ήλιοι που πλανιόνται στο διάστημα, επιτείνοντας τη θέρμη του ήλιου, επισπεύδοντας έτσι τον ερχομό του θέρους.

Ζ.

Η σιωπή είναι παράσιτο που φύεται παντού: ανάμεσα στις φράσεις, ανάμεσα στις λέξεις, ανάμεσα ακόμα και στους φθόγγους. Είναι τόσο πυκνή που μερικοί διατείνονται ότ' είναι ο ήχος το παράσιτο και όχι η σιωπή.

ΙΓ'

Η απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ΄ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι' αυτό και σ' όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει έν' αδειανό κλουβί γι' αυτήν.

ΙΣΤ' 

Ο σκατζόχοιρος είναι το πιο μοναχικό από τα ζώα. Μόνον οι πέτρες δεν τον αποφεύγουν.

ΙΖ' 

Υπάρχουν άλογα που συνεχίζουν να καλπάζουν ακόμα κι όταν είναι ξαπλωμένα στο γρασίδι.

Κ'

Φυλακισμένος μες στους τέσσερις τοίχους μου, φαντάζομαι τον κάμπο, το βουνό και τη θάλασσα. Κοιτώντας ένα λουλούδι στο βάζο, ένα λουλούδι ξεχασμένο και ξερό, μαντεύω την ευωδιά του ανοιξιάτικου κήπου. Τρώγοντας μιαν ελιά, πίνοντας μια γουλιά κρασί, διασχίζω νοητούς ελαιώνες, τρυγώ μυθικούς αμπελώνες. Με το σπέρμα μου να κυλάει ανάμεσα απ' τα δάχτυλά μου ή πάνω σε στείρους μηρούς, ακούω γέλια παιδιών, ακούω κλάμα.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Μικρή Φυσική Ιστορία, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου