Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Η διάσωση ενός εγκλήματος


Πώς διασώζεις ένα έγκλημα; Αποσπώντας την προσοχή από απάνω του. Τότε εδραιώνεις την επιμήκυνσή του. Τότε το καθιερώνεις έως ότου της αδιαφορίας. Τότε το νομιμοποιείς. Γιατί ουδέν καταλυτικότερον της συνήθειας της όποιας καθημερινότητας. Το διασώζεις, αφήνοντας τα φίδια να περιζώσουν τον καθένα χωριστά και να τον κλείσουν στον πανικό του μισοάδειου ψυγείου του, στον κοπετό της δανειο-ευμάρειας ή της χλιδής των παχυλών μισθών που αιφνίδια και ανεπιστρεπτί έχασε, στην κοντόφθαλμη ασφάλεια των αποθεμάτων του καταψύκτη του, στην ψευδοεπανάσταση των επικείμενων αξιολογήσεών του, στην ποταπή και εγωκεντρική αυλή του σπιτιού του. Κλείνοντάς τον στο μπαλκόνι του και στον ακάλυπτό του.

Το διασώζεις, διασπώντας τα μέλη από τον κορμό, σπέρνοντας φαρμάκια στο κάθε χωράφι χωριστά, επιμένοντας υποδορίως στα έξωθεν και τα έσωθεν ζιζάνια που θα το ταλανίσουν.

Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Άνθρωποι καταπίνονται. Η ψυχή ντύνεται, γδύνεται, βρέχεται, υποφέρει. Έγραφε ο ποιητής Κρίτων Αθανασούλης. Η ψυχή επιμένει. Κυλά περιμένοντας από γωνιά σε γωνιά. Από όνειρο σ' όνειρο. Δεν έχει άλλη δύναμη από τη δύναμη να περιμένει. Δεν έχει άλλη ελπίδα από τη δύναμη της ελπίδας. Δεν έχει άλλη δύναμη από τη δική της -ανέλπιστη- παρουσία. Οι λέξεις δεν έπαψαν να μαρτυρούν. Και όσο υπάρχει το "ανέλπιστο", δεν μπορεί παρά να υπάρχει και η ελπίδα.

Για τούτο και δεν παύει να περιμένει. Και να ελπίζει. Εκείνον ή εκείνους που απάνω της θα λυγίσουν και θα της σταθούν. Που θα την απαγκιάσουν. Τούτη η ελπίδα καταρρέει τελευταία.

Ψυχές στα πεζοδρόμια του σήμερα, ψυχές μέσα στη θάλασσα. Ναυαγοί στη στεριά, ναυαγοί και εκεί. Η ελπίδα ψυχορραγεί. Όσο το χέρι δεν την εγγίζει, η ελπίδα ψυχορραγεί. Η φωνή του Σκιαθίτη μας εγγίζει ως το χέρι εκείνο που λαμπαδηφορεί την ελπίδα. Δεν τη φέρνει. Την υποδείχνει όμως. Την υπογραμμίζει μονάχα, ως οδοδείκτη στον οποίο οφείλει κανείς να επιστρέψει και να τον ακολουθήσει -τυφλά σχεδόν- με τη βεβαιότητα πως είναι η μοναδική βεβαιότητα που υπάρχει ακόμα στον κόσμο, η ανθρωπιά μονάχα. Και η δική της εγρήγορση. Και η δική της εκ θεμελίων επανάσταση. Η μόνη και πανάκριβη επανάσταση που μπορεί να αξιωθεί ο κόσμος:

«Ἐβάδιζον μὲ τὴν ἀσθενῆ ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπῆρχε σιμὰ κάπου, ἂν ὄχι καλύβη χωρικοῦ, τοὐλάχιστον μανδρίον ποιμένος, καὶ ὅτι θὰ εὕρισκον ψυχὴν συμπονοῦσαν εἰς τὴν δυστυχίαν των».

 «Ἔ! Δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἐδῶ;».

Όμως άνθρωποι δεν ήταν. Και πώς να ήταν δηλαδή; Κλεισμένοι στον κλοιό του ο καθένας και στο εγωπαθές του σύμπαν, έχοντας λησμονήσει προ πολλού τη σύσπαση εκείνη της ψυχής που λέγεται συμπόνια ή ευσπλαχνία και που υπάρχει εκ γενετής στον καθένα. Σε κατάσταση χειμερίας νάρκης, αν και εν δυνάμει, σε κατάσταση από μηχανής θεού που χαλάει το μηχάνημά του.

Αδυνατεί ο νους να χωρέσει  την ανθρώπινη τραγωδία, τις χιλιάδες που αγνοούμε και τις ελάχιστες που μας φτάνουν. Αδυνατεί να χωρέσει την εικόνα του χεριού που δεν απλώθηκε, για να χωρέσει και να σώσει το άλλο. Αδυνατεί να χωρέσει την εικόνα του χεριού που έσπρωξε, που εγκατέλειψε, που βύθισε, που δεν έστερξε. Αδυνατεί να συμφιλιωθεί με το άδικο πένθος που πλάκωσε, με το φαρμάκι της απονιάς και της ασπλαχνίας, με το ψεύδος που έδραμε ως τελειωτικό χτύπημα να περιτυλίξει τις καταστάσεις. Αδυνατεί να χωρέσει το γεγονός ότι η Κόλαση που βρήκαν οι ναυαγοί στο Φαρμακονήσι ήταν χειρότερη από αυτήν που άφησαν.

Αδυνατεί να χωρέσει την υποκρισία των όσων δε δίστασαν να εκμεταλλευτούν για μια ακόμα φορά την ανθρώπινη ζωή, προκειμένου να αλιεύσουν μια ακόμη πολιτική αιχμή. Αδυνατεί να εντάξει στο ανθρώπινο είδος τα κοράκια εκείνα των κομμάτων που δε διστάζουν προκειμένου να αφαρπάξουν τις εντυπώσεις, να τις εκμαιεύσουν ή να τις κατασκευάσουν. 

Χριστούγεννα 2013 ανήμερα. Στη Σταδίου απάνω τα πρόχειρα στρώματα έχουν ήδη στρωθεί στα πεζοδρόμια. Λίγο προτού την εκπνοή της μέρας διασχίζω τις έκθετες μορφές με μια δυσκολία που τις κοιτάζω. Ένας νέος άντρας κουλουριασμένος, έχει ήδη αποκοιμηθεί, τείνοντας το χέρι με το άδειο πλαστικό ποτήρι από τη συνήθεια της μέρας και μέσα στον ύπνο του, το χέρι λυγισμένο από τον ύπνο που τον είχε βρει, και μια υγράδα δίπλα απ' τα χείλη, ανθρώπου που αποκοιμήθηκε βαριά και που δεν είναι μάνα ή αγαπημένη δίπλα, τη δροσιά τούτη να τη σκουπίσει και κάπως να την απαλύνει. 

Ιανουάριος 2014. Ανήμερα του σήμερα. Το άδικο που ενέσκηψε, το άδικο που επιστρέφει, θα σκιάσει ανεπούλωτα την πορεία τούτου του τόπου, καθώς το είπε πολλά προ Χριστού χρόνια ο Ησίοδος, που δεν ήταν παραμυθάς όπως ο αγαπημένος Όμηρος, αλλά δάσκαλος αγαπημένος εξίσου. 

"Όποιος δεχτεί και ομολογεί το δίκαιο, όπου το αναγνωρίσει,
σ' αυτόν ο Ζευς, με τ' άγρυπνό του μάτι, την ευτυχία χαρίζει.
Αν όμως κάποιος ψευδομαρτυρήσει με τη θέλησή του,
και παραβεί τον όρκο του, αν το δίκαιο βλάφτει
και τυφλώνεται με τύφλα αγιάτρευτη, αυτού η γενιά
θα πάει χαμένη και μελλοντικά θα σβήσει"

Ησίοδος, Εκλογές από τον Ησίοδο (μτφρ.Δ.Μαρωνίτη), Το Ροδακιό

Ακολούθησε ο Χριστός, για να εδραιώσει τη δικαιοσύνη στην Ανατολή μα και στον κόσμο της Δύσης, έναν κόσμο που εντούτοις λιποτάκτησε προς την απλωσιά και την ευκολία του δρόμου της κατανάλωσης, που εξακολουθεί να πεινά και να διψά, να τρέφεται μονάχα από αυτό που δεν έχει, από Εκείνον που δεν έχει, και να το αγνοεί:

«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται »


Ακούγεται μακρόθεν η φωνή του Ρώσου "η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο". Η ομορφιά της ψυχής και η δική της καλοσύνη. Η αγάπη θα σώσει τον κόσμο. Και τούτη είναι η ύστατη και η μοναδική ελπίδα του κόσμου πια. Και του καθένα χωριστά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου